Πέμπτη μεσημέρι και το κέντρο της Αθήνας θυμίζει μια πολιορκημένη πόλη. Οι δρόμοι και οι πλατείες είναι εντελώς άδειοι, τα λεωφορεία πηγαινοέρχονται άδεια ή με ελάχιστους επιβάτες.

Έξω βρίσκονται μόνο όσοι δουλεύουν και ελάχιστοι κάτοικοι που έχουν βγει για να ψωνίσουν.

Ανάμεσά τους οι δεκάδες άστεγοι που το μοναδικό σπίτι που έχουν για να «κλειστούν», να προφυλαχθούν, είναι το πρεβάζι στο οποίο έχουν απλώσει τα λιγοστά υπάρχοντά τους.

Διάφορες ομάδες Αστυνομίας, άλλες στις πλατείες και άλλες σε περιπολία, φυλάνε τους άδειους δρόμους.

Το άγαλμα του Κολοκοτρώνη στέκει αγέροχο να δείχνει την άδεια Σταδίου.

Λίγο πιο πάνω, στην άλλοτε πολυσύχναστη Βουκουρεστίου η ησυχία σου τρυπάει τα αυτά.

Προχώρησα μέχρι την Ακαδημίας και από εκεί στα Προπύλαια φωτογραφίζοντας τους άδειους δρόμους και τα κλειστά καταστήματα δεν συνάντησα σε όλη αυτή τη διαδρομή πάνω από 10 ανρθώπους.

Στα Πανεπιστήμιο, στο τέρμα των λεωφορείων, συνάντησα τον Γιάννη, οδηγός λεωφορείου, ετών 53, είναι ένας από αυτούς που πρέπει να βρίσκονται στη θέση τους, να εκτελούν τα δρομολόγια της γραμμής. Άλλοτε με λιγοστούς επιβάτες και άλλοτε εντελώς άδεια. Ο Γιάννης ζει με την οικογένεια του και έχει τα πεθερικά του με προβλήματα υγείας. Ανησυχεί με όλη αυτή την κατάσταση ακόμα και για τον ίδιο που δεν ανήκει στις ευπαθείς ομάδες.

Στο πίσω λεωφορείο ο Νίκος, οδηγός και αυτός, 43ων ετών, ζει με τα παιδιά του και τη σύζυγό του. Προσέχουμε και κάνουμε υπομονή για όσο χρειαστεί μου λέει μέσα καθισμένος στη θέση του οδηγού.

Κατηφορίζω διασχίζοντας την άδεια Πανεπιστημίου, στον πεζόδρομο της Κοραή σε αναμονή κλήσης ένας μοτοσικλετιστής του ΕΚΑΒ. Συζητάμε για λίγο από απόσταση ασφαλείας. Ο 41χρονος Φώτης ζει με την γυναίκα και το παιδί του. «Έχω τη μητέρα μου με καρδιολογικό πρόβλημα κλεισμένη στο σπίτι, όπως καταλαβαίνεις λόγω της φύσης της δουλειάς η ανησυχία μου είναι μεγάλη παρά τα μέτρα προφύλαξης που λαμβάνουμε» λέει, ενώ κάθεται στη μηχανή του.

Κατηφορίζω στην πλατεία Κοτζιά και συναντώ τον Ανδρέα, 25 ετών. Ο Ανδρέας δουλεύει ντελίβερι. «Προστατευόμαστε όσο γίνεται για να έχουμε. τι να κάνουμε πρέπει να είμαι έξω να δουλεύω έτσι είναι τα πράγματα τώρα και περιμένουμε μέχρι να έρθουν όλα στη θέση τους» είπε χαρακτηριστικά πίσω από τη full face μάσκα του.

Στη συνέχεια, κατηφόρισα την Σταδίου πάλι μέσω της πλατείας Κοτζιά στην Αθηνάς. Εκεί όλα τα μαγαζιά ήταν κλειστά. Στο εμπορικό τρίγωνο, οι πεζόδρομοι άδειοι, δυο δημοτικοί αστυνόμοι ήταν έξω από την είσοδο της Ψαραγοράς για να ρυθμίζουν την ελάχιστη κυκλοφορία των πολιτών. «Δεν πρέπει να μπαίνουν και να βγαίνουν όλοι απο την ίδια είσοδο, δημιουργείται συνωστισμός» λέει η κοπέλα, ενώ ο συνάδελφός της με παρακάλεσε να πούμε και να ξαναπούμε να μείνουν οι ηλικιωμένοι μέσα. «Έρχονται εδώ και κάνουν βόλτα, δεν προστατεύονται και μαζί τους κινδυνεύουμε κι εμείς και οι δικοί μας».

Επέστρεψα πίσω στο αυτοκίνητο μου που είχα παρκάρει στην Άνθιμου Γαζή, πίσω απο την παλιά Βουλή. Τα καφέ που άλλοτε ήταν γεμάτα από κόσμο που έκανε το διάλειμμά του από τα γύρω γραφεία ήταν ερμητικά κλειστά. Έβγαλα τα γάντια και τη μάσκα που φορούσα κατά τη διάρκεια αυτής της μεγάλης βόλτας τα πέταξα στον κάδο, απολύμανα την μηχανή μου και πήρα τον δρόμο της επιστροφής.

Όλη αυτή η εικόνα της άδειας Αθήνας μου δημιούργησε ανάμεικτα συναισθήματα. Μία μέρα πριν κυκλοφόρησε απο την Ιταλία η εικόνα με φορτηγά του στρατού που μετέφεραν τα φέρετρα.

Λόγω της δουλειάς μου σε πορείες και συγκεντρώσεις έχω πετύχει πολύ συχνά δρόμους της πόλης εντελώς άδειους, αυτή τη φορά όμως όλα ήταν εντελώς διαφορετικά.

Μετά από αρκετές μέρες κλεισμένος στο σπίτι βγήκα και ανησυχούσα ακόμα και για τον αέρα που αναπνέω.

Αν μπορώ να δώσω μία συμβουλή, καθίστε σπίτι, αφήστε εμάς να σας μεταφέρουμε τις εικόνες της άδειας Αθήνας. Περιορίστε τις μετακινήσεις στα εντελώς βασικά και βοηθήστε στα ψώνια τους ηλικιωμένους γονείς παππούδες, γείτονες. Αυτό είναι το μήνυμα που έλαβα μιλώντας με τους ανθρώπους εκεί έξω που συνεχίζουν να δουλεύουν: από τον Γιάννη, τον Νίκο τον Φώτη τον Ανδρέα, όλοι αυτοί αυτοί που είναι εκεί έξω και εργάζονται, με κίνδυνο της υγείας -τουλάχιστον, αν όχι και της ζωής- των αγαπημένων τους.