Αλέκος Παναγούλης: 43 χρόνια από το χαμό ενός συμβόλου
Πηγή: Eurokinissi

Πρωτομαγιά του 1976. H δικτατορία ανήκει πια στο παρελθόν και η Ελλάδα προσπαθεί να γιατρέψει τις πληγές της ενώ στην Κύπρο το πένθος παραμένει βαρύ. Τις προετοιμασίες για τα παραδοσιακά γλέντια διακόπτει η έκτακτη είδηση που μεταδίδεται από το ραδιόφωνο της ΕΡΤ, το μοναδικό επί της ουσίας μέσο ενημέρωσης. Ο Αλέκος Παναγούλης είναι νεκρός. Το αυτοκίνητό του, ένα Fiat Mirafiori, που έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης κατευθυνόμενο προς τη Γλυφάδα, ξέφυγε από την πορεία του...

Ένας ήρωας στην συνείδηση των πολλών είχε χαθεί. Είχε περάσει στο πάνελ των αθανάτων βιαστικά και άδικα. Ήταν αυτός που που κρατούσε ψηλά τη συνείδηση των Ελλήνων, που δεν θα συμβιβαζόταν, θα συνέχιζε να δίνει μάχες για το εθνικό και το δημόσιο καλό. Ήταν ο Αλέκος Παναγούλης που είχε μπει σε κάθε σπίτι ως ο δικός τους άνθρωπος. Από την στιγμή της ανακοίνωσης του θανάτου μέχρι να φουντώσουν οι φήμες για δολοφονία, δεν υπήρξε απόσταση. Την επομένη, οι εφημερίδες κυκλοφόρησαν με πρώτο θέμα την πιθανή δολοφονία Παναγούλη.

Το κλίμα, έτσι κι αλλιώς, φορτισμένο, έντονα πολιτικοποιημένο, δεν μπορούσε να μην επηρεαστεί από τον ξαφνικό και αναπάντεχο χαμό του.

Ο Παναγούλης είχε αποκαλύψει αρχεία της ΕΣΑ, που θα προκαλούσαν τεράστια προβλήματα στο πολιτικό κατεστημένο και τον είχαν φέρει σε ευθεία σύγκρουση με τον Αβέρωφ. Επίσης, είναι χαρακτηριστικό ότι ο Παναγούλης ήταν έτοιμος να παραιτηθεί από την Ένωση Κέντρου - Νέες Δυνάμεις, με την οποία είχε εκλεγεί βουλευτής στις πρώτες εκλογές του 1974, λόγω της ύπαρξης πολιτικού και επίσης βουλευτή του ιδίου κόμματος, ο οποίος είχε συνεργαστεί με τους χουντικούς...

Περίεργο τροχαίο

Ο εισαγγελέας Δημήτρης Τσεβάς, που είχε αναλάβει την υπόθεση, δήλωσε: «Ερευνάται η υπόθεσις προς πάσα κατεύθυνσιν και αφήνει μεγάλα λογικά περιθώρια στην πιθανότητα της εγκληματικής ενέργειας. Είναι περίεργο τροχαίο ατύχημα. Τόσο περίεργο, ώστε να μην μπορεί κανείς να υποστηρίξει λογικώς ότι είναι ατύχημα».

Σημειώνεται ότι εκείνες τις μέρες όλοι αναζητούν τα τρία άγνωστα αυτοκίνητα που εικάζεται ότι έβγαλαν από την πορεία το αυτοκίνητο του Παναγούλη. Υπήρξαν πολλά ερωτήματα και σημαντικές καταγγελίες από ερευνητές κι από την οικογένειά του, που δεν απαντήθηκαν ποτέ. Τελικώς σημαντικές πληροφορίες έμειναν στο σκοτάδι και οι φήμες δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ.

Η κηδεία του Αλέκου Παναγούλη γίνεται στις 5 Μαΐου και μεταβάλλεται σε πάνδημο δημοκρατικό συλλαλητήριο, ενώ το βασικό σύνθημα, «Ζει», που αντηχεί στην Αθήνα θα γραφτεί και στους περισσότερους δρόμους της πόλης.

Η πορεία ενός ήρωα

Έχουν περάσει από εκείνη τη μέρα 43 χρόνια. Το πιθανότερο για ένα σημερινό σαραντάρη, ή μικρότερο, το όνομα «Αλέκος Παναγούλης» να μη λέει και πολλά. Ίσως μόνο ένα δρόμο, κάτι συγκεχυμένο, έναν ήρωα απ' τους πολλούς ήρωες αυτής της χώρας, που ήθελε να σκοτώσει τον δικτάτορα. Όμως ο Παναγούλης ήταν κάτι πολύ παραπάνω. Ήταν ο Έλληνας που δεν μπορούσε να ζει υπό το τυραννικό καθεστώς.

Ο Αλέκος Παναγούλης (1939-1976) ήταν αξιωματικός του στρατού ξηράς, με σπουδές στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Πνεύμα ελεύθερο και δημοκρατικό, ο Αλέξανδρος Παναγούλης εντάχθηκε από νεαρή ηλικία στις κεντρώες πολιτικές δυνάμεις του τόπου: στην Ένωση Κέντρου (Ε.Κ.) του Γεωργίου Παπανδρέου. Συγκεκριμένα ο Α. Παναγούλης εντάχθηκε στην οργάνωση της νεολαίας του κόμματος – Οργάνωση Νέων της Ένωσης Κέντρου (Ο.Ν.Ε.Κ.) που μετονομάστηκε στη συνέχεια σε Ελληνική Δημοκρατική Νεολαία (Ε.ΔΗ.Ν.) – για να αναλάβει μετά την μεταπολίτευση την προεδρία της στις 3 Σεπτεμβρίου του 1974.

Στις 13 Αυγούστου, του 1968, αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο με εκρηκτικά στη Βάρκιζα, αλλά απέτυχε για μια λεπτομέρεια δευτερολέπτου. Συλλαμβάνεται, καταδικάζεται «εις θάνατον», αλλά κάτω από τις διεθνείς αντιδράσεις φυλακίζεται και εκεί αρχίζει ίσως ο μεγαλύτερος αγώνας του. Μπροστά στα απίστευτα βασανιστήρια αυτός βγάζει γλώσσα στους βασανιστές του, τους δείχνει ότι δεν φοβάται τίποτα, ούτε το θάνατο ούτε τα μαρτύρια και βρίσκει διέξοδο στην ποίηση, η οποία θα γοητεύσει ακόμη και τον Πιέρ Πάολο Παζολίνι.

Την ανάκρισή του ανέλαβε ένας από τους πλέον διαβόητους βασανιστές, ο ταγματάρχης Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος, ενώ το ίδιο βράδυ κατέφτασε επειγόντως από τη Δράμα, όπου βρισκόταν, ο διοικητής της ΕΣΑ και αργότερα οργανωτής της προδοσίας της Κύπρου, αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Ιωαννίδης. Ο Α. Παναγούλης, σε συνέντευξή του στην Καθημερινή μετά τη μεταπολίτευση, ανέφερε μεταξύ άλλων για τον Ιωαννίδη:

«Ύστερα από αυτή την πρώτη φορά, τον ξαναείδα στις 28 Αυγούστου, δηλαδή 15 μέρες αργότερα. Ήταν στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο, όπου με είχαν πάει πληγιασμένο, σε κωματώδη κατάσταση, επειδή αρνιόμουν να πάρω τροφή. Μετά συνήλθα από το κώμα, με είχαν αλυσοδεμένο στο κρεβάτι. Ο Ιωαννίδης ζύγωσε, μαζί με τον αρχηγό των βασανιστών μου, τον Θεοφιλογιαννάκο, κι αμέσως ο Θεοφιλογιαννάκος ρίχτηκε επάνω μου φωνάζοντας: "Μίλα. μίλα ή θα σε κάνω να μιλήσεις εγώ. Μην πιστέψεις ότι θα γλυτώσεις, επειδή είσαι στο νοσοκομείο". Μην έχοντας τη δύναμη να του απαντήσω, τον έφτυσα στο πρόσωπο. Ο Θεοφιλογιαννάκος απάντησε με μια φοβερή γροθιά. Το αίμα άρχισε να τρέχει από το στόμα κι από τη μύτη μου, μα ο Ιωαννίδης σήκωσε το χέρι, σάμπως αγανακτισμένος ή σα να ήθελε να τον σταματήσει και είπε: "Φαίνεται δεν έμαθες ακόμα πως ένας στους εκατό χιλιάδες δεν μιλάει κι αυτή είναι η περίπτωσή του". Έπειτα στράφηκε σε μένα, και πάντα ψύχραιμος και ήρεμος, πρόσθεσε: "Θα σε τουφεκίσω"...».

Ήταν ένας άνθρωπος αντισυμβατικός, ένας ιδεολόγος, που δεν άντεχε την τυραννία, δεν έκανε εκπτώσεις στην αξιοπρέπεια.

Για όσους τον γνώρισαν ήταν απλώς ένας άγιος με πάθη. Θα γίνει σύμβολο. Το βιβλίο που υπέγραψε η Οριάνα Φαλάτσι με τον τίτλο «Ένας άντρας» θα τον τοποθετήσει παγκοσμίως δίπλα στους αγίους των εξεγερμένων, όλων αυτών που δεν άντεχαν την καταπίεση των λαών τους.

 

Διαβάστε επίσης