Δεκαπέντε χρόνια μετά τον σεισμό και το φονικό τσουνάμι που ακολούθησε, η Νοτιοανατολική Ασία μετράει ακόμη τις πληγές της. Κανείς δεν θα ξεχάσει, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Οι μαρτυρίες των επιζώντων το αποδεικνύουν.

 

Το πρωί της 26ης Δεκεμβρίου 2004, σεισμός μεγέθους 9,1 βαθμών σημειώθηκε στα ανοικτά της βόρειας Σουμάτρας προκαλώντας τσουνάμι με κύματα ύψους έως 17,4 μέτρων.

Όλες οι παράκτιες περιοχές των κρατών που βρέχονται από τον Ινδικό Ωκεανό, παραδόθηκαν στην ορμή τους. Η Ινδονησία, η Σρι Λάνκα, η Ινδία, η Ταϊλάνδη και εννέα άλλες χώρες, υπέστησαν ανεπανάληπτες απώλειες με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους συνολικά 230.000 άνθρωποι.

Όταν τα κύματα αποσύρθηκαν, η εικόνα που αποκαλύφθηκε ήταν μια εικόνα Αποκάλυψης.

Ημέρα μνήμης

Κοινότητες σε πολλές χώρες στη νοτιοανατολική Ασία τιμούν σήμερα τη μνήμη των χιλιάδων θυμάτων μιας εκ των φονικότερων καταστροφών σε όλο τον κόσμο. 

Επιμνημόσυνες τελετές είχαν προγραμματιστεί στην επαρχία Άτσε της Ινδονησίας, όπου ολόκληρα χωριά ισοπεδώθηκαν και πάνω από 125.000 άνθρωποι χάθηκαν στα γιγάντια κύματα.

Έκτοτε, η περιοχή ανοικοδομήθηκε σε μεγάλο βαθμό με πάνω από 25.000 κτίρια κατοικιών, επιχειρήσεων, κρατικών υπηρεσιών και σχολείων να ανεγείρονται στη ζώνη υψηλού κινδύνου, που το 2004 υπέστη ουσιαστικά ολική καταστροφή.

Στην Ταϊλάνδη, όπου πάνω από 5.300 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, μεταξύ των οποίων και τουρίστες σε δημοφιλή νησιά στη Θάλασσα Ανταμάν, αξιωματούχοι πραγματοποίησαν τελετή στη μνήμη των θυμάτων και ζήτησαν να υπάρχει μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση και ετοιμότητα για καταστροφές. Εκεί η 26η Δεκεμβρίου έχει ανακηρυχθεί εθνική ημέρα αποτροπής καταστροφών.

Οι επιζήσαντες στο Μπαν Ναμ Κεμ, το χωριό της Ταϊλάνδης που επλήγη πιο σκληρά, θα πάρουν μέρος το βράδυ (τοπική ώρα) σε τελετή στην οποία θα στέκουν σιωπηλοί κρατώντας αναμμένα κεριά. Τουλάχιστον 1.400 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους όταν τα κύματα χτύπησαν το ψαροχώρι αυτό.

Στην Ινδία, όπου πάνω από 10.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στο τσουνάμι, οι επιζήσαντες θα πάρουν μέρος σε επιμνημόσυνες τελετές. Πάνω από 35.000 άνθρωποι πέθαναν στη Σρι Λάνκα.

Μαρτυρίες που συγκλονίζουν 

Έζησαν το τσουνάμι από κοντά. Σώθηκαν από θαύμα, έχασαν δικούς τους ανθρώπους και βοήθησαν με όποιον τρόπο μπορούσαν. Δεκαπέντε χρόνια μετά, κάποιοι από τους πρωταγωνιστές μίλησαν στο BBC για το δικό τους τσουνάμι.  

Wittaya Tantawanich – διασώστης, παραλία Πατόνγκ

«Εκείνο το πρωί η παραλία Πατόνγκ ήταν πολύ ήσυχη. Απολάμβανα το πρωινό μου κοιτάζοντας τη θέα. Γύρω στις 8 το πρωί ένιωσα τον σεισμό. Κανείς δεν πανικοβλήθηκε ούτε ανησύχησε. Κατά τις 10, άκουσα ντόπιους ψαράδες να δείχνουν προς την παραλία. Όλοι έλεγαν "πάμε να πιάσουμε ψάρια". Η θάλασσα είχε υποχωρήσει και ψάρια απλώνονταν σε όλη την παραλία. Αμέσως κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Όταν οι ψαράδες επέστρεψαν, άρχισαν να φωνάζουν να απομακρυνθούμε από την ακτή. Τότε είδα το κύμα.

Δεν είναι το φονικό κύμα που βλέπεις στις ταινίες. Έτσι όπως το έβλεπα εγώ από την ακτή έμοιαζε με ένα φλας πλημμύρας που έφερνε ένα μεγάλο όγκο νερού. Καθώς η πλημμύρα πλησίαζε, άρχισε να επιταχύνει και να υψώνεται. Μπήκα στο αυτοκίνητο και έτρεξα στο βουνό. Ήταν κάτι τρελό. Άνθρωποι έτρεχαν να σωθούν.

Από το γουόκι τόκι μου είπαν ότι ένα δεύτερο κύμα είχε χτυπήσει. Όταν υποχώρησε κατέβηκα στην ακτή. Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα τι είχε συμβεί. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι ήθελα να βοηθήσω.

Με πήραν τηλέφωνο να πάω σε ένα σουπερμάρκετ κοντά στην παραλία όπου πολλοί άνθρωποι ήταν παγιδευμένοι μέσα. Όταν έφτασα, είδα το προσωπικό να επιπλέει μπρούμυτα στο υπόγειο του κτηρίου. Κάποιοι ζούσαν ακόμη αλλά οι περισσότεροι ήταν νεκροί.

Προσπαθούσα να βοηθήσω όσο περισσότερους μπορούσα, όταν είδα ότι ένα ακόμη κύμα ερχόταν. Προσπάθησα να βρω την πιο σύντομη διέξοδο αλλά ήξερα ότι δεν θα τα καταφέρω. Έτσι έκλεισα τα μάτια μου, προσευχήθηκα και προετοιμάστηκα να πεθάνω. Ευτυχώς έφτασε μέχρι το κατώφλι και μετά σταμάτησε. Είμαι διασώστης σε όλη μου τη ζωή. Αυτό όμως δεν το είχε ξαναδεί ποτέ».

Primpraow Jitpentom – νοσοκόμα
«Εκείνο το κυριακάτικο πρωινό είχαμε πάει από την Μπακόνγκ για κατάδυση με φίλους. Το είχα κάνει πολλές φορές αλλά ο άνδρας μου όχι. Του είπα ότι άξιζε πραγματικά.

Το σκάφος μας προχωρούσε προς την ακτή όταν ο εκπαιδευτής μας ζήτησε από τον οδηγό να σταματήσει καθώς κάτι δεν πήγαινε καλά. Έδειξε τη θάλασσα και μου είπε ότι δεν υπάρχει νερό στην ακτή. «Αυτό δεν μπορεί να είναι καλό», μου είπε. Επικοινώνησα με έναν φίλο που ήταν στο ναυτικό και μου είπε ότι πρόκειται για τσουνάμι. Βρίκαμε ένα πλοίο και το σταματήσαμε ζητώντας βοήθεια.

Καθώς ανεβαίναμε στο πλοίο, είδα σπίτια και εστιατόρια να σκεπάζονται από τη θάλασσα. Τότε κατάλαβα ότι κάτι σοβαρό συνέβαινε. Έτσι αποφασίσαμε ότι, εφόσον ήμασταν δύο γιατροί και δύο νοσοκόμοι στην παρέα, έπρεπε να πάμε στο κοντινό νησί να βοηθήσουμε.

Όταν φτάσαμε, δεν ήμασταν προετοιμασμένοι γι’ αυτό που αντικρίσαμε. Υπήρχαν σωροί παντού. Κράτησα τους δύο γιούς μου πολύ σφιχτά και τους είπα: «Η μαμά και ο μπαμπάς σας αγαπούν πολύ. Αν συμβεί οτιδήποτε, απλώς προσπαθήστε να επιπλεύσετε με το σωσίβιό σας. Μην προσπαθήσετε να κολυμπήσετε. Κάποιος θα έρθει να σας βρει και να σας βοηθήσει».

Samran Chanyang, ιερέας στον ναό Yan Yao
Άνοιξα την τηλεόραση και είδα τι συνέβαινε. Μέχρι τότε δεν είχα ακούσει τίποτα για το τσουνάμι. Σοκαρίστηκα και ανησύχησα καθώς ο γιος μου εκείνη τη μέρα εργαζόταν στην Khao Lak (ακτή βόρεια του Πουκέτ). Ήταν ζωγράφος και αυτή θα ήταν η τελευταία του μέρα στη δουλειά πριν την άδεια. Προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί του αλλά δεν κατάφερα να τον βρω.

Οι τρεις φίλοι του γιου μου μου είπαν ότι τον έψαχναν. Ήμουν έτοιμος να πάω να τον αναζητήσω όταν επικοινώνησαν μαζί μου από το νοσοκομείο. Μου είπαν ότι χρειάζονταν ένα μέρος για να τοποθετούν τις σωρούς των νεκρών από το τσουνάμ και έτσι έπρεπε να μείνω στον ναό να περιμένω να τις φέρουν από το νοσοκομείο.

Μέχρι τις 7 το απόγευμα εκατοντάδες σωροί άρχισαν να καταφτάνουν. Δεν είχαμε άλλο χώρο κι έτσι τις τυλίγαμε σε άσπρα σεντόνια και τις αφήναμε στο πάτωμα σε όλον τον ναό.

Την επόμενη μέρα ήρθαν κι άλλες. Ο στρατός έφερε κοντέινερ για να τις βάλουμε μέσα. Μέχρι το μεσημέρι της δεύτερης ημέρας, στον ναό είχε στοιβαχτεί ένα βουνό από πτώματα.

Κάποια στιγμή πήγα με τους άλλους γιους μου να ψάξω τον μεγαλύτερο. Μου πήρε μισή μέρα να τον βρω. Βρήκα το πτώμα του παγιδευμένο μέσα στο κτίριο όπου εργαζόταν.

Dr Weerawit Sarideepan, τότε γιατρός σε νοσοκομείο του Πουκέτ
«Ήταν μια ημέρα μετά το πάρτι του προσωπικού του νοσοκομείου. Είχα άδεια και κοιμόμουν. Στις 8 το πρωί άκουσα τα ξύλινα παράθυρα της κρεβατοκάμαρας να κουνιούνται. Είπα στη γυναίκα μου ότι πρέπει να είχε περάσει κάποιο αυτοκίνητο και ξανάπεσα για ύπνο.

Κατά τις 10 δέχτηκα ένα επείγον τηλεφώνημα από το νοσοκομείο. Είχαμε ένα πλάνο σε περίπτωση μεγάλης καταστροφής, όχι όμως για κάτι τόσο μεγάλο. Ο διευθυντής του νοσοκομείου μου ζήτησε να βάλω μικροτσίπ στις σωρούς, κατόπιν εντολής της αστυνομίας.

Όταν έφτασα, η αστυνομία με πήγε στον ναό Wat Yan Yao όπου βρίσκονταν χιλιάδες σωροί που ακόμη δεν είχαν αναγνωριστεί. Όταν μπήκα στον ναό, μου ήρθε η μυρωδιά των πτωμάτων με έναν πρωτόγνωρο τρόπο. Όλος ο ναός ήταν καλυμμένος με αίμα».

 

Διαβάστε επίσης