Οι οικονομικές πιέσεις για τις χώρες υποδοχής των προσφύγων από τη Συρία είναι τεράστιες. Η διεθνής κοινότητα και ειδικά η ΕΕ δεν φρόντισαν το 2016 να διευθετήσουν με βιώσιμο τρόπο το πρόβλημα και τώρα το βρίσκουν ξανά μπροστά τους. Διεθνείς οργανισμοί όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) είχαν προτείνει προ τετραετίας συγκεκριμένη «συνταγή» αντιμετώπισης του προσφυγικού, η οποία όμως δεν ακολουθήθηκε.

Σύμφωνα με το ΔΝΤ, χώρες που είναι στο επίκεντρο του προσφυγικού, όπως η Ελλάδα και η Τουρκία, αντιμετωπίζουν μεγάλα βάρη, παρότι έχουν περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια. Στη βάση αυτή το Ταμείο είχε προτείνει την οικονομική επιβράβευση των χωρών που είναι στο επίκεντρο των μεταναστευτικών ροών σημειώνοντας ότι «αναγνωρίζοντας την παγκόσμια φύση του δημόσιου αγαθού των ενεργειών τους, θα μπορούσαν να υποστηριχθούν από μια συντονισμένη παγκόσμια πρωτοβουλία για την παροχή οικονομικής στήριξης». Αυτό όμως δεν έγινε. Η δε συμφωνία ΕΕ- Τουρκίας συνολικού προϋπολογισμού 6 δισ. ευρώ δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια τέτοια πρωτοβουλία.

Το ΔΝΤ είχε από το 2016 προειδοποιήσει πως τα σοκ μη οικονομικής προέλευσης, όπως τα προσφυγικά ρεύματα που προκαλούνται από γεωπολιτικές συγκρούσεις εάν αφεθούν ανεξέλεγκτα θα μπορούσαν να έχουν σημαντικές δευτερογενείς επιδράσεις στην παγκόσμια οικονομία, διαταράσσοντας το παγκόσμιο εμπόριο, τις χρηματοοικονομικές αγορές, αλλά και τις τουριστικές ροές. Μάλιστα, το ΔΝΤ είχε υποστηρίξει από τότε με έμφαση πως η διεθνής κοινότητα στερείται ενός μηχανισμού που θα μπορεί να χειριστεί αυτά τα θέματα. Και είχε κάνει σχετικές επισημάνσεις στην G-20.

Αυτό που είναι εν μέρει εντυπωσιακό είναι πως το Ταμείο από το 2016 είχε προβλέψει αυτό που συμβαίνει σήμερα με τους προσφυγές στην Τουρκία.

Το Ταμείο είχε αναφέρει πως σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, οι μακροοικονομικές επιπτώσεις της απότομης αύξησης των προσφύγων είναι πιθανόν να οδηγήσουν σε αύξηση του ΑΕΠ, αντανακλώντας τη δημοσιονομική επέκταση που απορρέει από την υποστήριξη των αιτούντων άσυλο. Ωστόσο, είχε ξεκαθαρίσει πως ο αντίκτυπος των προσφύγων στη μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και τα δημόσια οικονομικά εξαρτάται αφενός από το χρόνο παραμονής τους στη χώρα υποδοχής και αφετέρου από το πόσο αποτελεσματικά μπορούν να ενσωματωθούν στις εθνικές αγορές εργασίας. Εάν αυτό δεν γίνει, τότε οι πιέσεις καθίστανται ασφυκτικές.

Αυτή είναι και η πραγματικότητα που βιώνει σήμερα η Τουρκία με τους 4 εκατομμύρια Σύριους πρόσφυγες που φιλοξένει στα εδάφη της. Από τη στιγμή που η διεθνής κοινότητα δεν έλυσε το πρόβλημα της Συριακής σύρραξης και από τι στιγμή που δεν εξασφάλισε μια σταθερή ροή οικονομικής αρωγής για τους Σύριους που φιλοξενούνται στην Τουρκία, το προσφυγικό πρόβλημα διογκώθηκε, επιτρέποντας στον Ερντογάν να το χρησιμοποιεί πλέον ως μέσω άσκησης εξωτερικής πολιτικής και πίεσης.

Διαβάστε επίσης