02

Ελαιόλαδο

ο πράσινος χρυσός της Ελλάδας

Δείτε το video
Αποστολή-δημοσιογραφική επιμέλεια:
Κώστας Πλιάκος Κάμερα: Γιώργος Αποστολόπουλος

Από το «δεν τρώγεσαι ούτε με το λάδι» μέχρι το… «μου βγήκε το λάδι», μια γρήγορη αναζήτηση στο διαδίκτυο θα σας εμφανίσει πολλές δεκάδες γνωμικά, παροιμίες και αινίγματα για το λάδι. Δεν είναι τυχαίο, καθώς το λάδι -και όταν μιλάμε για λάδι στην Ελλάδα αναφερόμαστε στο ελαιόλαδο - αποτελεί όχι μόνο βασικό διατροφικό προϊόν, αλλά και βασικό στοιχείο του πολιτισμού, της λαϊκής παράδοσης και της ιστορίας αυτού του τόπου.

Το ελαιόλαδο σήμερα, αλλά και ό,τι σχετίζεται με την ελιά, είναι ένας από τους πιο δυναμικούς εξαγωγικούς τομείς της χώρας, ένας κρίσιμος πυλώνας της αγροτικής οικονομίας, αλλά και ένας κλάδος εγκλωβισμένος ανάμεσα σε ιστορικά πλεονεκτήματα και επίμονες παθογένειες. Οι παραγωγοί, αλλά και όσοι ασχολούνται επαγγελματικά με το ελαιόλαδο, το γνωρίζουν καλύτερα από όλους.

Με το CNN Greece ταξιδέψαμε στην Πελοπόννησο και την Κρήτη κατά τη διάρκεια της συγκομιδής, μιλήσαμε με παραγωγούς, ιδιοκτήτες ελαιοτριβείων, γεωπόνους, εξαγωγείς και τυποποιητές και στις φωνές τους αποτυπώνεται η αγάπη για τη γη, αλλά και η απογοήτευση για τις δυσκολίες ενός επαγγέλματος που μοιάζει να δοκιμάζεται διαρκώς.

Η σημασία του ελαιόλαδου για την ελληνική οικονομία παραμένει καθοριστική παρά τις διακυμάνσεις στην ετήσια παραγωγή. Υπολογίζεται ότι περίπου το 9% της συνολικής αξίας της γεωργικής παραγωγής προέρχεται από τον ελαιοκομικό τομέα, ενώ σχεδόν το 60% της παραγωγής κατευθύνεται στο εξωτερικό. Αυτό αποτυπώνεται και στη διαχρονική συμβολή του στις εξαγωγές τροφίμων, όπου το ελαιόλαδο συμμετέχει σταθερά με 2–3%.

Ωστόσο, πίσω από τα ποσοστά κρύβεται μια μεγάλη απώλεια υπεραξίας, καθώς ως χώρα εξακολουθούμε να εξάγουμε μεγάλο μέρος του προϊόντος όχι τυποποιημένο αλλά χύμα, χάνοντας περίπου 250-300 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Άλλες χώρες στις οποίες το εξάγουμε, κυρίως η Ιταλία, το τυποποιούν αναμειγνύοντάς το με άλλα ελαιόλαδα και το εμπορεύονται με πολλαπλάσια αξία.

Θα αναρωτηθεί κάποιος: «Και γιατί δεν το κάνουμε και εμείς; Τόσο δύσκολο είναι;». Είναι και δύσκολο, είναι και κοστοβόρο, αλλά θέλει με μεγάλο απόθεμα υπομονής. Για να δημιουργήσεις ένα brand ως χώρα δεν αρκούν ένα-δυο καλά προϊόντα. Χρειάζεται προσπάθεια ετών, σε διαφορετικούς τομείς της οικονομίας. Ας πάρουμε για παράδειγμα την Ιταλία. Όταν ακούς σήμερα «ιταλικό προϊόν» μπορείς να σκεφτείς από Ferrari και Armani, μέχρι κρασιά Τοσκάνης και κινηματογράφο. Έχοντας ως χώρα, λοιπόν, βάλει το brand «Ιταλία» στις αγορές του κόσμου, είναι και πιο εύκολο να βάλεις και το ελαιόλαδό σου κάτω από το ίδιο brand. Ανεξάρτητα από το αν μεγάλο μέρος αυτού του ελαιόλαδου είναι ελληνικό.

Η ελαιοπαραγωγή με αριθμούς

Η παραγωγή των τελευταίων ετών δείχνει πόσο ευάλωτος είναι ο κλάδος στις κλιματικές αναταράξεις. Η σοδειά της περιόδου 2023-24 «έπεσε» στους 175.000 τόνους, μια από τις χαμηλότερες των τελευταίων δεκαετιών, λόγω της ξηρασίας, των υψηλών θερμοκρασιών και της μειωμένης ανθοφορίας. Οι καταναλωτές θα θυμούνται πολύ καλά αυτή τη χρονιά, καθώς η τιμή του ελαιόλαδου στα ράφια των σούπερ μάρκετ εκτινάχθηκε, σε κάποιες περιπτώσεις διπλασιάστηκε μάλιστα. Βέβαια, σε αυτό συνετέλεσε και η διεθνής συγκυρία καθώς εκείνη τη χρονιά υπήρξε μεγάλη πτώση της παραγωγής σε όλες τις χώρες της λεκάνης της Μεσογείου. Η παραγωγή την επόμενη χρονιά αυξήθηκε και πάλι, οι τιμές στο ράφι μειώθηκαν, αλλά ποτέ δεν επέστρεψαν στα προηγούμενα επίπεδα. 

Κύριες ποικιλίες ελιάς για παραγωγή ελαιόλαδου

Ποικιλίες Κρήτης
Κορωνέικη
Τσουνάτη
Μουρτολιά
Θρουμπολιά
Ποικιλίες Πελοποννήσου
Κορωνέικη
Μανακολιά
Κουτσουρελιά
Μαυροελιά
Μεγαρείτικη
Αττική, Αργοσαρωνικός
Ποικιλίες Μυτιλήνης
Κολοβή
Αδραμυττιανή
Λαδολιά Λέσβου
Ποικιλίες Υπόλοιπης Ελλάδας
Λιανολιά Κέρκυρας
Ιόνιο
Χονδρολιά Χαλκιδικής
Κυρίως επιτραπέζια, αλλά δίνει και λάδι
Χοντρολιά Πηλίου
Ποικιλίες νησιών Αιγαίου
Θρουμπολιά, τοπικοί βιοτύποι Κορωνέικης

Για τη νέα περίοδο 2025-26, οι προβλέψεις είναι καλύτερες, με εκτιμώμενη παραγωγή κοντά στους 250.000 τόνους, χωρίς όμως κανείς να μπορεί να μιλήσει για σταθερότητα. Στο ίδιο διάστημα, άλλες χώρες της Μεσογείου παρουσιάζουν σημαντικές διακυμάνσεις: Η Ισπανία ανακάμπτει μετά την περσινή δραματική πτώση, ενώ η Ιταλία και η Πορτογαλία κινούνται ανοδικά. Η παγκόσμια παραγωγή αναμένεται να ανέβει κατά περίπου 32% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, φτάνοντας τα 3,38 εκατομμύρια τόνους.

Το διεθνές περιβάλλον αλλάζει γρήγορα και για την Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι η ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί πλέον να στηρίζεται μόνο στην ποιότητα, αλλά και στην οργάνωση. Νέες χώρες έχουν μπει δυναμικά στο παιχνίδι, όπως η Τουρκία που αυξάνει σταθερά την παραγωγή της εκμεταλλευόμενη και μέρος της παραγωγής της Συρίας και η Τυνησία η οποία εφαρμόζει μεθόδους μαζικής παραγωγής, βιομηχανικού επιπέδου.

Το γεγονός αυτό φέρνει σε ακόμη πιο δύσκολη θέση τη χώρα μας, η οποία λόγω γεωγραφικής ιδιαιτερότητας και ιδιαίτερων στοιχείων του ελαιώνα της, όπως η παλαιότητα και η ανομοιογένεια στην ποικιλία, έχει μεγάλο κόστος παραγωγής.

Τα προβλήματα της παραγωγής

Οι παραγωγοί μιλούν συχνά για το αυξημένο κόστος, προκαλώντας την απορία όσων δεν γνωρίζουν την αγορά. Τα λιπάσματα, η ενέργεια και τα φυτοπροστατευτικά έχουν εκτοξευθεί σε επίπεδα που δεν θυμίζουν σε τίποτα το παρελθόν. «Όλα ακριβαίνουν και η τιμή που παίρνουμε δεν επαρκεί», σημειώνει ο κ. Δημήτρης Γιαννακόπουλος, ελαιοπαραγωγός στην Κυπαρίσσια. «Στην Ελλάδα το κόστος είναι 30-40% πάνω από Ισπανία και Ιταλία» επισημαίνει ο γενικός διευθυντής του ΣΕΒΙΤΕΛ κ. Γιώργος Μητράκος.

Την ίδια στιγμή, η έλλειψη εργατικών χεριών έχει γίνει ίσως το πιο πιεστικό πρόβλημα. Η συγκομιδή παραμένει μια εργασία κοπιαστική, συχνά οικογενειακή, με πολλούς παραγωγούς να παλεύουν να βρουν εργάτες. Το πρόβλημα με τα εργατικά χέρια -ακόμη και όταν αυτά υπάρχουν, είναι ότι πρόκειται για μετανάστες, που εισέρχονται παράνομα στη χώρα και δεν μπορούν να εργαστούν νόμιμα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για τα κρατικά έσοδα.

Podcast
Αντώνης Μπαρτζελιώτης
Ελαιοπαραγωγός, ιδιοκτήτης
ελαιοτριβείου, Κυπαρισσία

Η γραφειοκρατία, οι περιορισμοί στην απασχόληση αλλοδαπών εργατών και το υψηλό κόστος ημερομισθίου δημιουργούν ένα μίγμα παραγόντων, που οδηγεί πολλούς παραγωγούς σε απόγνωση ή στην εγκατάλειψη της καλλιέργειας ή στην ενοικίαση των ελαιώνων τους σε παραγωγούς με μεγαλύτερες εκτάσεις, οι οποίοι προσπαθούν με οικονομίες κλίμακας να μειώσουν το κόστος και να γίνουν βιώσιμοι. Ή -συναντάται κι αυτό, δίνουν τα κτήματά τους «μισακά» όπως έχει επικρατήσει να λέγεται η συγκεκριμένη πρακτική, κατά την οποία οι ιδιοκτήτες γης παραχωρούν τα κτήματά τους σε αγρότες για να τα καλλιεργήσουν. Οι ιδιοκτήτες αναλαμβάνουν το κόστος παραγωγής (λιπάσματα, νερό κτλ) και οι αγρότες την εργασία. Στο τέλος μοιράζονται την παραγωγή. Αυτή η μέθοδος μπορεί να είναι αποδοτική για τον ιδιοκτήτη που απλώς κάθεται και εισπράττει, αλλά δεν είναι για τον αγρότη, καθώς χάνει τη μισή παραγωγή του.

«Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι ο μικρός κλήρος και το γεγονός ότι η γη δεν ανήκει στους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες» λέει στο CNN Greece ο κ. Μανώλης Μελαμπιανάκης ελαιοπαραγωγός από την Κρήτη και συμπληρώνει: «Ο παραγωγός χρειάζεται γη. Δεν μπορείς να επενδύσεις πολλά σε ένα μικρό κλήρο».

Με χιλιάδες πολύ μικρές εκμεταλλεύσεις, συχνά διάσπαρτες, με περιορισμένη πρόσβαση σε επαγγελματικό εξοπλισμό, ο κλάδος λειτουργεί με μονάδες που δύσκολα μπορούν να επενδύσουν σε τεχνολογία, άρδευση ή οργανωμένη διαχείριση.

Ο κ. Μελαμπιανάκης το περιγράφει ως «συνέπεια μιας οικονομικής και πολιτισμικής παράδοσης που δεν αλλάζει». Η κατοχή λίγων δεκάδων ή εκατοντάδων δέντρων από κάθε οικογένεια είναι μια κοινωνική πραγματικότητα που, ενώ διατήρησε ζωντανές ορεινές και ημιορεινές περιοχές, σήμερα επιβαρύνει την παραγωγικότητα και την οργάνωση της αλυσίδας αξίας.

Podcast
Μανώλης Μελαμπιανάκης
Ελαιοπαραγωγός, τυποποιητής,
«Ευριπίδης ΑΕ»

17 ελαιοκόμοι φεύγουν – ένας έρχεται:
Οι νέοι εγκαταλείπουν την ύπαιθρο

Ο κατακερματισμός επιτείνει ένα ακόμη πρόβλημα: Την έλλειψη επαγγελματοποίησης. Πολλοί παραγωγοί που συμμετέχουν μόνο εποχικά στην καλλιέργεια, χωρίς τη γνώση ή το κίνητρο να εφαρμόσουν σύγχρονες τεχνικές, δυσχεραίνουν τη συνολική εικόνα της παραγωγής στη χώρα. «Έχουμε καλό προϊόν, αλλά δεν έχουμε επαγγελματική καλλιέργεια σε όλη την έκταση της χώρας. Κι αυτό φαίνεται στο αποτέλεσμα» καταλήγει ο κ. Μελαμπιανάκης.

Σε αυτό συμφωνεί και ο κ. Γιώργος Κόκκινος πρόεδρος της ομάδας παραγωγών ελαιόλαδου Νηλέας, που ιδρύθηκε το 2002 και έχει έδρα την Χώρα Μεσσηνίας. Προσθέτει επίσης ότι πέρα από τον μικρό κλήρο, ένα ακόμη πρόβλημα είναι ότι οι νέοι εγκαταλείπουν την ύπαιθρο. «Αυτή τη στιγμή η μέση ηλικία του Έλληνα ελαιοκόμου είναι κοντά στα 60 έτη. Και στους 17 που φεύγουν από το επάγγελμα εισέρχεται μόνο ένας».

Podcast
Γιώργος Κόκκινος
Πρόεδρος της ομάδας
παραγωγών ελαιόλαδου Νηλέας

Το πρόβλημα της χύμα διάθεσης

Από εκεί και πέρα, όταν το ελαιόλαδο βγει από το ελαιοτριβείο, υπάρχει ένα ακόμη μεγάλο πρόβλημα. Η χύμα διάθεση. Και δεν μιλάμε για τη χύμα διάθεση στο εξωτερικό νόμιμα και με κάθε έλεγχο. Αλλά το χύμα στη λιανική αγορά, πολλές φορές χωρίς να είναι σαφής η προέλευση, η ποιότητα και η ασφάλεια του προϊόντος. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί «χρόνια πληγή» για τον κλάδο. «Το χύμα λάδι στερεί μεγάλο μερίδιο από τις πωλήσεις του τυποποιημένου και θέτει σε κίνδυνο την υγεία των καταναλωτών», τονίζει ο κ. Μητράκος. Παρά τις νομοθεσίες που απαγορεύουν τη χρήση χύμα ελαιολάδου στη μαζική εστίαση, οι έλεγχοι συχνά δεν επαρκούν. Η νοοτροπία παραμένει βαθιά ριζωμένη, παρότι το τυποποιημένο προϊόν είναι το μοναδικό που παρέχει πραγματική ασφάλεια και ιχνηλασιμότητα.

Κλιματική αλλαγή: Ο δάκος, η ανομβρία
και η αύξηση θερμοκρασίας

Η αδυναμία του ελληνικού ελαιοκομικού τομέα να δημιουργήσει το brand «Ελλάδα» ώστε να μπορεί να εξάγει τυποποιημένο ελαιόλαδο και όχι χύμα σε άλλες χώρες και να μην χάνει αυτή την προστιθέμενη αξία, είναι ένα μόνο από τα μεγάλα προβλήματα του κλάδου. Περισσότερο από το μισό προϊόν εξάγεται -όπως προαναφέραμε- χύμα, με αποτέλεσμα μια μόνιμη απώλεια υπεραξίας που ξεπερνά τα 250 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Σε αυτό το πρόβλημα έρχεται να προστεθεί τα τελευταία χρόνια ένα ακόμη που μπορεί να έχει πολύ σοβαρές συνέπειες για την ελληνική ελαιοκομία και ελαιοπαραγωγή: Η κλιματική αλλαγή. Η οποία δεν επηρεάζει μόνο την ποσότητα του ελαιόλαδου που παράγεται, αλλά και την ποιότητα.

Για παράδειγμα, φέτος στο βόρειο κομμάτι της Κρήτης η παραγωγή μπορεί να είναι και 50% μειωμένη λόγω εμφάνισης δάκου, ως αποτέλεσμα παρατεταμένης ανομβρίας και υψηλών θερμοκρασιών συνοδεία υψηλών επιπέδων υγρασίας. Σε ορισμένες ζώνες, όπως στο Μυλοπόταμο, παρατηρείται τα τελευταία χρόνια πτώση στις αποδόσεις ανά στρέμμα, με κάποιες χρονιές να προσφέρουν λιγότερο από το μισό της αναμενόμενης παραγωγής. «Η ξηρασία του καλοκαιριού επηρεάζει καίρια το δέντρο πριν καν φτάσει η συγκομιδή», σημειώνει ο κ. Μελαμπιανάκης και προσθέτει: «Η έλλειψη υδατικών πόρων, σε συνδυασμό με την αύξηση της θερμοκρασίας, δημιουργεί ένα εντελώς νέο περιβάλλον για μια καλλιέργεια που ιστορικά άντεχε τα πάντα».

Ορισμένοι παράγοντες της αγοράς μιλούν ωστόσο

για «επιστροφή στη σχετική κανονικότητα»,

ενώ διεθνώς η παραγωγή αναμένεται να αυξηθεί

πάνω από 30% σε σχέση με πέρυσι,

φτάνοντας τα 3,38 εκατ. τόνους - μια εξέλιξη

που λειτουργεί ως μοχλός πίεσης στις τιμές.

Βέβαια θα πρέπει να τονιστεί,

ότι η παραγωγή αυξάνει, διότι αυξάνουν

παράλληλα και ο καλλιεργήσιμες εκτάσεις.

Προβλήματα που θα μπορούσαν να γίνουν πλεονεκτήματα

Είπαμε παραπάνω για τον μικρό και κατακερματισμένο κλήρο. Επιπλέον υπάρχει μια ανομοιομορφία στη σύνθεση των ελαιώνων. Υπάρχουν ελαιώνες που έχουν περισσότερες από μία ποικιλίες ή έχουν παλιά και νεότερα δέντρα, γεγονός που καθιστά δυσκολότερη την παραγωγή. Η έλλειψη μιας κεντρικής στρατηγικής και μιας κρατικής πολιτικής για τον ελαιοκομικό τομέα είναι ένα πρόβλημα που όλοι οι παράγοντες της αγοράς ενστερνίζονται. Η Ελλάδα δεν μπορεί να γίνει Ισπανία ή - όπως εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια- η Τυνησία. «Για παράδειγμα, στην Ισπανία υπάρχει μεγάλη εταιρία η οποία εκμεταλλεύεται περισσότερα από ένα εκατομμύριο στρέμματα ελιάς και απασχολεί περίπου 1.300 εργαζόμενους» λέει ο κ. Κόκκινος. «Οι ελαιώνες της είναι σε πεδιάδα που σημαίνει μηχανική καλλιέργεια και μηχανική συγκομιδή. Για αυτό και τόσος μικρός αριθμός εργαζομένων για τέτοιο μέγεθος. Είναι προφανές ότι αυτή την αγορά δεν μπορείς να την ανταγωνισθείς, αν σκεφτεί κανείς ότι στη Μεσσηνία για τη συγκομιδή μόνο χρειάζονται στρατιές εργατών» προσθέτει ο ίδιος.

Την ανταγωνιζόμαστε ωστόσο ακόμη κι αυτό διότι το ελληνικό ελαιόλαδο είναι κορυφαίας ποιότητας, με ξεχωριστά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά. Επίσης ο πλανήτης καταναλώνει ολοένα και περισσότερο ελαιόλαδο, με λίγα λόγια η ζήτηση αυξάνεται και υπάρχει πάντα μια αγορά που πρέπει να καλυφθεί. Για πόσο καιρό όμως ακόμη τη στιγμή που και άλλες χώρες μπαίνουν στο παιχνίδι της καλλιέργειας ελιάς; Μέχρι και η Κίνα πλέον φυτεύει ελαιώνες.

Πρέπει η Ελλάδα να μπει στη λογική να ξεριζώσει τους παλιούς ελαιώνες και να φυτέψει νέους, μεγαλύτερης πυκνότητας σε δέντρα και με πιο παραγωγικές ποικιλίες; Καθαρή απάντηση δεν υπάρχει γιατί ακόμη και αν γίνει αυτό, το ανάγλυφο του εδάφους δεν υποστηρίζει τη μηχανική συγκομιδή. Επιπλέον με τους μικρούς κλήρους τι θα γίνει;

«Γιατί να μην εκμεταλλευτούμε αυτή την ιδιαιτερότητα που έχει ο ελληνικός ελαιώνας;» λέει στο CNN Greece η κ. Χριστίνα Στριμπάκου, παραγωγός και τυποποιήτρια με έδρα τα Φιλιατρά Μεσσηνίας. «Υπάρχουν πάρα πολύ ξένοι επισκέπτες που θα ήθελαν να περπατήσουν ή και να κάνουν ένα πικ νικ σε έναν ελαιώνα 300 ετών ενώ παράλληλα να κάνουν γευσιγνωσία ελαιόλαδου. Δεν πρέπει να σκεφτόμαστε το ελαιόλαδο μονοσήμαντα, αλλά να δούμε τι άλλο μπορούμε να κερδίσουμε από αυτό και πώς να εκμεταλλευτούμε τη μοναδικότητα της ελληνικής φύσης και του ελληνικού ελαιώνα», καταλήγει.

Podcast
Χριστίνα Στριμπάκου
Ελαιοπαραγωγός, τυποποιήτρια,
Γαργαλιάνοι

Τι κάνει το ελληνικό ελαιόλαδο να ξεχωρίζει

Στο «μέτωπο» της ποιότητας, η Ελλάδα διατηρεί ένα από τα δυνατότερα χαρτιά της. Οι παραγωγοί, μιλώντας στο CNN Greece, περιγράφουν με ακρίβεια τις πρακτικές που επιτρέπουν στο ελληνικό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο να ξεχωρίζει: Συγκομιδή με προσοχή, μεταφορά στο ελαιοτριβείο σε λίγες ώρες, παραγωγή σε χαμηλές θερμοκρασίες, καθαρά μηχανήματα και φυσικά οργανοληπτικός έλεγχος.

Οι οργανοληπτικές αναλύσεις έχουν γίνει πλέον απαραίτητες, καθώς ένα ελαιόλαδο δεν θεωρείται εξαιρετικά παρθένο μόνο με βάση την οξύτητα, αλλά και με βάση το άρωμα, την πικράδα, το φρουτώδες και όλες τις γεύσεις που σχετίζονται με την ποικιλία και τον τρόπο παραγωγής. Η Ελλάδα έχει όλα τα συστατικά της επιτυχίας: Εξαιρετική πρώτη ύλη, παραδοσιακές ποικιλίες, μικροκλίματα που προσφέρουν μοναδικά γευστικά προφίλ και μια πολιτισμική κληρονομιά που θα ζήλευαν πολλές χώρες.

Τι λείπει από το ελληνικό ελαιόλαδο;

Αυτό που λείπει είναι η οργάνωση και η συνολική στρατηγική. Μια εθνική καμπάνια για το ελληνικό ελαιόλαδο, ένα πρόγραμμα που θα στηρίζει τη μετάβαση σε τυποποίηση, κίνητρα για επενδύσεις σε αποθήκευση, συσκευασία, πρότυπα ποιότητας και εξωστρέφεια.

Οι παραγωγοί έχουν, επιπλέον, καταλάβει πως η ποιότητα από μόνη της δεν αρκεί και χρειάζεται συνεργασία, συλλογικότητα και ξεκάθαρο όραμα. Η περίπτωση του Νηλέα στη Μεσσηνία είναι ένα παράδειγμα προς μίμηση, λέει ο κ. Κόκκινος, καθώς παράλληλα με τη συνεργασία στο εμπορικό κομμάτι γίνεται και έρευνα για προγράμματα βελτίωσης της παραγωγής. Ο Νηλέας πήρε πιστοποίηση περιβαλλοντικής διαχείρισης με ISO 14.000 που ήταν η πρώτη σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και συμμετέχει σε προγράμματα για την προσαρμογή των ελαιώνων στην κλιματική αλλαγή. Γιατί να μην ακολουθήσουν και άλλοι το παράδειγμά του;

Podcast
Αναστάσιος Καραμπότσος
Ιδιοκτήτης ελαιοτριβείου, τυποποιητής,
Διαχειριστής Αγροτικής Σύμπραξης
Μεσσηνίας

Το ελληνικό ελαιόλαδο σε κομβικό σημείο

Χωρίς μεταρρυθμίσεις, ο κλάδος κινδυνεύει να παραμείνει εγκλωβισμένος σε μια παραγωγική λογική περασμένων εποχών, με μικρή υπεραξία και ευάλωτος σε διεθνείς πιέσεις, καθώς η διεθνής αγορά αλλάζει ραγδαία.

Ο εκσυγχρονισμός και η επαγγελματοποίηση της καλλιέργειας είναι μονόδρομος, αλλά θα πρέπει να υπάρξουν παρεμβάσεις, όσον αφορά στην αναδιάρθρωση του κλήρου, την ενίσχυση των συνεταιριστικών σχημάτων, την εκπαίδευση των παραγωγών και τις επενδύσεις σε έργα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Κι όλα αυτά κάτω από την ομπρέλα μιας εθνικής στρατηγικής για την τυποποίηση και το branding της χώρας και του ελαιόλαδου.

Αυτά όλα -ακόμη και με μικρή κλίμακα, θα μπορούσαν να αλλάξουν τον χάρτη του κλάδου μέσα στα επόμενα χρόνια.

Podcast
Νίκος Μπουνάκης
Γεωπόνος, σύμβουλος ελαιοπαραγωγών
και ελαιοκομικών επχειρήσεων