ΑΠΟΨΕΙΣ

«Στο θρόισμα των αποχρώσεων»

Γιάννης Κοντός, Έκτωρ Κακναβάτος, Κ. Γ. Παπαγεωργίου αρχείο Κ. Γ. Παπαγεωργίου

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, «Εγώ το μαύρο θα κρατάω έως θανάτου», Αθήνα, Κέδρος, 2016.

Ο Κώστας Παπαγεωργίου εμφανίστηκε στα γράμματα το 1966, σε ηλικία μόλις 21 ετών, μετέχοντας σε μια ποιητική κίνηση που σε λίγο θα έπαιρνε το όνομα «Γενιά του ‘70» και την οποία θα χαρτογραφούσε ο ίδιος από τους πρώτους το 1989.

Σήμερα, πενήντα χρόνια μετά από την πρώτη του εμφάνιση στον χώρο της ποίησης, το βιβλίο του για τη γενιά του επανεκδίδεται (Κέδρος, 2016), μαζί με τη νέα του, δέκατη τέταρτη ποιητική του συλλογή, με τίτλο «Εγώ το μαύρο θα κρατάω έως θανάτου».

Μέσα στα πενήντα αυτά χρόνια, ο Παπαγεωργίου ασχολήθηκε και με την πεζογραφία, με τελευταίο έργο του το βραβευμένο αφήγημα «Νερό», το 2011 (το «Άννα τώρα κοιμήσου», του 1994, επανεκδόθηκε επίσης πέρσι, από τις εκδ. Γκοβόστη)· με το δοκίμιο και την κριτική, την έκδοση περιοδικών. Όλες του οι δραστηριότητες, όμως, πάντα γίνονται με τον τρόπο της ποίησης - όχι με την έννοια μιας ξεπερασμένης ποιητικότητας, μελοδραματικής και λυρικής, πασπαλισμένης με καλά αισθήματα. Αλλά με τη διαυγή, εναργή, αποδομητική και μαζί ανθρώπινη ματιά, και συνακόλουθα πρακτική, που επιτρέπει η ποίηση, η καλή ποίηση που πλουτίζει το γλωσσικό μετάλλευμα από το οποίο εκπορεύεται και ανοίγει δρόμους στη φαντασία, αναζωογονεί τη λέξη όσο και την ικανότητά μας αντίληψης του κόσμου – εξού και η ποίηση μπορεί να σώσει τον κόσμο, όπως έλεγε πέρσι στο σύντομο δοκίμιό του με τίτλο «Η ποίηση θα σώσει τον κόσμο» ο διευθυντής του δικτύου και του φεστιβάλ «Άνοιξη των Ποιητών» στη Γαλλία Jean-Pierre Siméon.

Σε κάθε κείμενο του, βέβαια, η ματιά, ο τρόπος αλλάζουν. Στη νέα συλλογή, κείμενο γίνεται ακόμη και η χλόη και οι πατημασιές επιτρέπουν την αιφνίδια και διάσπαρτη ανάδυση του νοήματος. Σ’ αυτή τη χλόη-κείμενο – ας σκεφτούμε μια στιγμή τα χρώματά της, πράσινο αχνό με υποψία καφέ του χώματος και πάνω λέξεις μαύρες; - οι άνθρωποι πάντως δεν πλαγιάζουν, σαν τον «κοιμάμενο» του Ρεμπώ (όπως τον μετάφραζε το 1925 ο Στέφανος Δάφνης στο περιοδικό «Μπουκέτο»), με ή χωρίς πληγές στο πλευρό τους. Γιατί τα κείμενα δεν αναδέχονται τον θάνατο, ακόμη κι όταν μιλάνε γι’ αυτόν, ή μάλλον τον αναδέχονται όπως το μαύρο χρώμα την προσπίπτουσα ακτινοβολία, τον απορροφούν χωρίς αντανακλάσεις. Το κείμενο, το ποίημα, στέκει στην άλλη όχθη του κόσμου, μέσα και έξω από αυτόν την ίδια στιγμή, μέρος του και εικόνα του, ενός κόσμου όπου η ύπαρξη μπορεί να είναι μετέωρη όσο και ασυνάρτητη, προσηλωμένη στον διανυμένο χρόνο που επιτρέπει την ανάδυση της πραγματικότητας ως μνήμης:

Όλων των ρολογιών ο διανυμένος χρόνος αν επέστρεφε κι εκεί που πρωί σημαίνοντας έκοβε τ’ όνειρο στα δυο και το ποδοπατούσε ή αργά με των βημάτων του εκκρεμούς τη σταθερότητα να ερχόταν λέει μ’ ένα φως έστω αμυδρό να δω τουλάχιστον κι εγώ λίγη πραγματικότητα.

Αν ο θάνατος, η απουσία του νοήματος, το ξεψύχισμά του σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο, η υπαρξιακή δυσφορία μέσα στον κόσμο βρίσκονται στην καρδιά και αυτής της συλλογής, το νέο στοιχείο είναι η οικοδόμηση του πένθους, της λύπης, της οδύνης ως υπαρκτού και παγιωμένου κόσμου. Ακρογωνιαίοι λίθοι, όπως πάντα, εικόνες και λέξεις του παρελθόντος, των άλλων συλλογών και των άλλων ποιητών, τα χρώματα και η λειτουργία τους, οι ήχοι και οι συγχορδίες τους, ο χρόνος και το μέτρημά του. Για πρώτη φορά το μαύρο δηλώνεται σαφώς και προεξαγγελτικά από τον τίτλο ήδη. Στο «Μαύρο κουμπί», ήταν επιθετικός προσδιορισμός συγκεκριμένου αντικειμένου. Μέσα στη συλλογή εντούτοις, το ίδιο το μαύρο συνηγορούσε υπέρ εαυτού:

"Εξομολόγηση"

Το μαύρο αν μίλαγε "μη με φοβάστε"

Θα έλεγε "χτενίστε με στο φως, στον ήλιο

Απλώστε το αίμα μου να δείτε

Πώς πονάω για σας όταν με ντύνεστε· δεν

Είμαι εγώ το σκοτεινό που σας τυφλώνει

Δεν είμαι εγώ το σκοτεινό μα το ένδυμά μου" (Κέδρος, 2006, 31).

Αρχείο Κ. Γ. Παπαγεωργίου

Τα υλικά με τα οποία χτίζεται το σύμπαν της οδύνης και του πόνου είναι τα χρώματα, οι ήχοι, συχνά σε σχήματα συναισθησίας, η γραφή με τους τελώνηδές της, η μνήμη πάντα – αλλά και η μυστική βοή πλησιαζόντων γεγονότων, μπρος στο κατώφλι της επόμενης μέρας· και μπόλικη λάσπη βέβαια, επίγεια, υπόγεια και ουράνια, συνδετικός ιστός ενός κόσμου όπου ο ενικός μοιραία κάποτε θα θριαμβεύσει – ο ενικός της μοναξιάς ως αναπόδραστης ανθρώπινης μοίρας.

Η συλλογή ξεκινά με το τραγούδι των άλλων και το μαύρο να στέκει ως ήχος ολοποιητικός απέναντί του:

Ας τραγουδάτε εσείς· εγώ
το μαύρο θα κρατάω έως θανάτου.

Ακολουθεί η χλόη-κείμενο, η αιώρηση στον ουρανό με το σωσίβιο χώμα να διατηρεί την επαφή με τα εν τω κόσμω, τα φύλλα της νύχτας με αραιωμένο το μελάνι τους και το φως να τρέμει καθώς θροΐζουν οι αποχρώσεις και οι ώρες, εξ ορισμού ανισόρροπες, να αγκομαχούν ανηφορίζοντας – το ύφος μιας μέρας, με άλλα λόγια. Δίχτυ η μουσική με κύματα βουρκωμένα, λευκό που γίνεται μαύρο κι έπειτα φως που ιππεύει αιφνίδια το τρεχούμενο νερό – δεν ξέρω γιατί μου φέρνει στον νου το γνωστό στίχο του «Κρητικού» του Σολωμού «σαν το νερό που το θωρεί το μάτι ν’ αναβρύζει / ξάφνου οχ τα βάθη του βουνού κι ο ήλιος το στολίζει» και μαζί ένωση ερωτική· ο καθένας όμως την ποίηση και τη μουσική τη διαβάζει όπως θέλει και μπορεί, αυτή είναι η δύναμή τους.

Θροΐζουν βεντάλιες, σπάζουν γυαλιά, χαμογελούν οι τεθνεώτες, το λευκό και το άσπρο συνεχίζουν να διαχωρίζονται, όπως στην προτελευταία συλλογή του, «Η λύπη των άλλων» (2009):

Με άσπρο δένει το άυλο του λευκού. Το ρω σαλπίζο-
ντας ηχεί αγνότητα ουρανού κι ας τη σπιλώνει.

Στην άσπιλη λευκότητα υποκλίνεται το ρω, αλλά τα
σπλάχνα του λευκού θρέφονται με άσπρο.

Με λάσπη του άσπρου πλάθουν το λευκό.

Τώρα: «σε ξεγελάει καμιά φορά το εφήμερο λευκό του χιονιού πριν το άσπρο γίνει καθεστώς», «η διαφάνεια υπερισχύει του χιονιού» και τον «τελευταίο λόγο η λάσπη θα έχει». Υπέρβαση και παραίτηση των χρωμάτων, ώρες που τιμωρούνται να επιστρέψουν στα ημερολόγια, χλόη ουρανού, θερισμός των χρωμάτων και ύφανση ενός μεσίστιου γιατί. Το μαύρο στην παρούσα συλλογή λειτουργεί, το είπαμε, όπως ακριβώς και στη φυσική: απορροφά όλη την προσπίπτουσα ακτινοβολία, όλες τις λάμψεις, τους ήχους, γίνεται ο χαλασμένος σφυγμός της λύπης, η διάτρητη αρμονία, η διάρκεια που δεν ανήκει κανενός. Υποστασιοποιείται και παύει να είναι ένδυμα, περίβλημα, επίφαση, με τον ίδιο τρόπο που όλα τα οικεία όντα και υλικά αναδιατάσσονται και μετασχηματίζονται σε έναν κόσμο που κατατρώγεται τόσο από λύκους όσο και από λευκή οδύνη και την εξίσου πάλλευκη ανία.

Όπως πάντα, στην ποίηση του Παπαγεωργίου κυριαρχεί η ροή, για το καλό και για το κακό, η μείξη, η κατάργηση όλων των ορίων του φυσικού κόσμου, οι διαστάσεις συμφύρονται, το πάνω και το κάτω, το μέσα και το έξω, οι άγγελοι γίνονται γυμνές επιμελήτριες ή περιφέρουν ψηλοτάκουνα οράματα που τρικλίζουν. Βουβό μονόπρακτο, με το ποιητικό υποκείμενο να μετακινείται επί σκηνής σε θέσεις και στάσεις πόνου, λύπης, απόγνωσης, κι απόστασης ωστόσο πάντα· χαρτόνια φέρνουν μέσα στην ιστορία λύκους και αμνούς, θανατηφόρα λουτρά βασιλέων και τσουρουφλισμένα φτερά νεαρών ιπτάμενων, θηρευτές και θηράματα, χιόνια αλλοτινά και λάσπες προαιώνιες. Όλα αναπλάθονται ξανά και ξανά, σε κάθε στίχο, σε κάθε ποίημα, σε κάθε γύρισμα του ποιήματος που συναντά αυτά που έπονται και όσα προηγήθηκαν, μέσα και έξω από αυτό, επαναληπτικά, εμμονικά, καρτερικά. Οι αστερίσκοι, ένα άλλο ποίημα μέσα στο εξ ορισμού πολλαπλό ποίημα. Ό,τι διαιρείται χάνεται όπως η αγάπη; Σίγουρα όχι στην ποίηση.

*Η Τιτίκα Δημητρούλια είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια ΑΠΘ, κριτικός λογοτεχνίας.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

× Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης