FOCUS

Γιατί σκοτώνουν οι άνθρωποι τα παιδιά τους; Οι παιδοκτονίες μέσα από τις απολογίες των δραστών

Photo by Archive Photos/Getty Images

Σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι η Ρούλα Πισπιρίγκου πράγματι ευθύνεται για το θάνατο των τριών παιδιών της, η ίδια θα οδηγηθεί στη δικαιοσύνη και εμείς θα μείνουμε με το ερώτημα που δεν είναι εύκολο να απαντηθεί: Γιατί μπορεί ένας άνθρωπος να θέλει να σκοτώσει το ίδιο του το παιδί;

Οι περισσότεροι αντιμετωπίζουμε το γεγονός ως «αδιανόητο» και μάλλον ευτυχώς. Εάν μπορούσαμε να το αντιληφθούμε, αυτό σημαίνει ότι θα ήμασταν κι εμείς στη λογική του.

Λογική; Υπάρχει κάποια λογική πίσω από μια τέτοια ενέργεια; Φυσικά και υπάρχει. Δεν έχει σημασία αν είναι μια «παράλογη» λογική, εξωπραγματική, ή εντελώς εκτός των κοινωνικών ανθρώπινων δεδομένων, υπάρχει πάντως.

Η περίπτωση της Πισπιρίγκου (εάν το έκανε εκείνη) δεν είναι ούτε πρωτοφανής, ούτε καν ιδιαίτερα σπάνια. Προηγήθηκαν περιστατικά όπως του Μανώλη Δουρή ή του Βασίλη Λυμπέρη, του τελευταίου ανθρώπου που εκτελέστηκε στην Ελλάδα για τη δολοφονία της πεθεράς, της συζύγου και των δύο παιδιών του, τους οποίους έκαψε ζωντανούς. Και πολλές ακόμη.

Τι είπαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι όταν συνελήφθησαν και πέρασαν από ανάκριση και δίκη; Και, όλα αυτά που είπαν, απαντάνε τελικά στο ερώτημά μας;

Δημήτρης Δουλφής: Τρία παιδιά - Πυροβολισμός

Το συμβάν

Την Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 1930, η σύζυγος του Δημήτρη Δουλφή έφυγε για να επισκεφτεί τον φυματικό πρωτότοκο της οικογένειας στη «Σωτηρία». Ο 48χρονος Δουλφής, κουρέας στο επάγγελμα, πήρε τα τρία μικρότερα απο τα συνολικά 6 παιδιά τους για μια βόλτα στον Υμηττό.

Ήταν η 7χρονη Θεώνη, ο 4χρονος Γκίκας και το αβάπτιστο αγοράκι τους 11 μηνών. Ξεκίνησαν από το Μετς και το απόγευμα σταμάτησαν κοντά στο ναό της Ζωοδόχου Πηγής στο λόφο Αράπη, για να ξεκουραστούν. Μόλις τα παιδιά κοιμήθηκαν, ο Δουλφής έβγαλε το περίστροφο που είχε μαζί του και έριξε τη πρώτη σφαίρα στο μικρότερο, που πεθαίνει ακαριαία. Τη δεύτερη σφαίρα ρίχνει στον 4χρονο, τον βρίσκει στον κρόταφο και πεθαίνει κι εκείνος ακαριαία. Η τρίτη σφαίρα χτυπάει την 7χρονη Θεώνη αλλά δεν τη σκοτώνει. Ο Δουλφής τη σφίγγει στο λαιμό, στραγγαλίζοντάς την.

Η σύζυγος του Δουλφή πηγαίνει στο αστυνομικό τμήμα και εξηγεί ότι εκείνη έλειπε την ώρα που ο σύζυγός της είχε πάρει τα παιδιά· φοβόταν, όπως είπε ότι θα είχαν κακό τέλος. Ο άντρας της, παραπονιόταν τα τελευταία χρόνια για την αβάσταχτη φτώχια τους. Εχε πει στη γυναίκα του αρκετές φορές ότι θα σκότωνε κάποια στιγμή τα παιδιά για να τα γλιτώσει απο τη φτώχεια.

Η απολογία

Λίγο πριν παραδοθεί, ο Δουλφής έγραψε ένα γράμμα στο διοικητή της αστυνομίας:

«….Εντημώτατε και ευγενέστατε κύριε Νάσκε.
Αιτία της τραγωδίας μου είνε η άτιμη φθύσις, η φοβερή μου φτόχεια και η ελαφρά παραφροσήνη μου. Τα τρία πτόματα των τέκνων μου ευρίσκονται εις τον παρά τον συνηκισμόν νέας Ελβετίας ναόν της Ζωοδόχου Πηγής εις το έμπροσθεν μέρος του ναού»

Όταν συνελήφθη, ομολόγησε αμέσως. Δήλωσε ένοχος από την αρχή, και δήλωσε οτι ο λόγος της δολοφονίας των παιδιών του ήταν οτι ήθελε να τα απαλλάξει απο τα βάσανα της φτώχειας. Οι πληροφορίες που μάζεψε η αστυνομία έδειξαν ότι πράγματι η οικογένεια αντιμετώπιζε δυσκολίες, αλλά σε καμία περίπτωση στο σημείο που ανέφερε ο δράστης.

Ο Δουλφής παρουσιάστηκε ενώπιον του αντιεισαγγελέα Κόλλια και απολογήθηκε λέγοντας οτι λόγοι οικονομικοί και ασθένειας ήταν αυτοί που τον οδήγησαν να σκοτώσει τα παιδιά του, διότι τα οικονομικά του ολοένα χειροτέρευαν.

Δεν δέχεται ότι διέπραξε έγκλημα, θεωρώντας ως καλό αυτό που έκανε, μια πράξη που κάθε πατέρας που αγαπά τα παιδιά του και τα βλέπει να πεινάνε θα έπρεπε να κάνει. Έκανε το καθήκον του, όπως είπε.

Στην αδυναμία τους να κατανοήσυν το έγκλημα, εφημερίδες και αρχές κατέληξαν ήδη πριν τη δίκη ότι για να σκοτώσει κάποιος τα παιδιά του πρέπει να είναι τρελός. Και κατάφεραν να το «αποδείξουν» επιστρατεύοντας Ψιχιάτρους και Φρενολόγους, που έκαναν αυτοσχέδιες διαγνώσεις, χωρίς καν να τον εξετάσουν: «Προφανώς ο Δουλφής είναι φρενοβλαβής. Απο τα σημεία που έχει δείξει, απο τας πράξεις του και τας ενεργείας του, βλέπουμε οτι πρόκειται περί μορφής φρενοπάθειας, περί λογικευμένης παραφροσύνης με μεγάλη δόση μυστικοπάθειας, χρονολογουμένης απο μακρου και κακώς χαρακτηρισθείσης ως νευρασθένειας», έλεγε διάσημος Ψυχίατρος της εποχής στην εφημερίδα «Ακρόπολις».

Ο ιατροδικαστής Τρουπάκης που τον εξέτασε, έγραψε στο πόρισμα ότι «πάσχει απο την ύπαρξη νοσηρών ιδεών και κυρίως μίας, ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα στη ζωή. Η υπερβολή αυτών των νοσηρών ιδεών φτάνει στη σχιζοφρένεια. Ο Δουλφής δεν έχει μετανιώσει για τη πράξη του αφού θεωρεί οτι ήταν η μόνη λύση μπροστά στη φτώχεια τους, και γίνεται ευερέθιστος και εριστικός αν κανείς του αντιλέξει πάνω σε αυτή την αντίληψη. Σε άλλα θέματα είναι απολύτως λογικός και ψύχραιμος».

Η υπεράσπιση βασίστηκε στις καταθέσεις των Ψυχιάτρων και ο Δουφλής καταδικάστηκε σε μόλις 10 χρόνια φυλάκιση.

Νίτα Μπέικερ: Τρία παιδιά - Κορδόνι και μαχαίρι

Το συμβάν

Η Νίτα Μπέικερ, μια βαθειά θρησκευόμενη Αμερικανίδα, ακολούθησε το σύζυγό της, λοχία Τζόελ Μπέικερ στην Ελλάδα το 1960, όταν αυτός πήρε μετάθεση. Έμεναν στο Καλαμάκι και το βασικό τους πρόβλημα ήταν η πεποίθηση εκείνης ότι ο Μπέικερ είχε εξωσυζυγικές σχέσεις. «Η διασκέδαση της γυναίκας μου δεν ήταν άλλη από το να διαβάζει θρησκευτικά βιβλία. Μας χώριζε ένα μεγάλο και αγεφύρωτο ψυχικό χάσμα. Περνούσαμε μια ζωή ήσυχη και αδιάφορη, χωρίς να υπάρχει η απαιτούμενη ανταπόκριση εκ μέρους της γυναίκας μου. Αν δεν υπήρχαν τα παιδιά θα είχαμε χωρίσει. Εκείνη ήταν κλεισμένη στον εαυτό της και εγώ την αντιμετώπιζα με αδιαφορία. Οι συζυγικές μας υποχρεώσεις ήταν απόλυτα ομαλές, αλλά δεν συναντούσα ανταπόκριση εκ μέρους της. Πάντως, από αρκετά χρόνια κοιμόμασταν χωριστά», είχε πει εκείνος.

Οι υποψίες της Μπέικερ επιβεβαιώθηκαν όταν απεδείχθη ότι ο σύζυγός της είχε πράγματι εξωσυζυγικό δεσμό με μια Ελληνίδα.

Στις 27 Μαΐου, η Νίτα αφού έβαλε για ύπνο τα τρία της παιδιά, άνοιξε τη Βίβλο και διάβασε το «επί του όρους ομιλία». Αφού έγραψε κάποιες σκέψεις της, σε μορφή επιστολής, με ένα κορδόνι στραγγάλισε την κόρη της Κίτι. Μετά πήγε στο διπλανό δωμάτιο και μαχαίρωσε την άλλη κόρη της, τη Σουζάνα. Ο 8χρονος γιος της ήταν ο μόνος που αντιστάθηκε, καθώς ξύπνησε όταν η μητέρα του μπήκε στο δωμάτιο. Δεν κατάφερε να σωθεί.

Η απολογία

«Πριν έξι μήνες ήμουν η πιο ευτυχισμένη μητέρα του κόσμου. Μετά έμαθα ότι ο άντρας μου με απατούσε με μια άλλη γυναίκα. Δεν έπρεπε να ζήσουμε πια ούτε εγώ ούτε τα παιδιά μου», είπε η 28χρονη τότε Νίτα στην απολογία της. Όπως περιέγραψε, τους τελευταίους μήνες η ζωή της είχε αρχίσει να αλλάζει και «να γίνεται μια κόλαση». Ισχυρίστηκε ότι ο Τζόελ της φερόταν «σκληρά και ψυχρά» και όταν εκείνη παραπονιόταν, την απειλούσε πως θα ζητήσει μετάθεση για να επιστρέψουν στην Αμερική. «Τα βιβλία μου με έκαναν να ηρεμώ και να σκέφτομαι λογικά». Η αποκάλυψη της παράνομης σχέσης την έκανε να πιστέψει πως «δεν είχαμε θέση στον κόσμο ούτε εγώ ούτε τα παιδιά μου».

«Ελπίζω τώρα να είσαι ευχαριστημένος με αυτό που έγινε. Στα παιδιά μας εξασφάλισα ένα ήσυχο και χριστιανικό καταφύγιο, ώστε να μείνουν μακριά από το βούρκο μέσα στον οποίο είχε κυλιστεί ο πατέρας τους. Βαρέθηκα, φίλε, να ζω σε αυτό το σπίτι με τον εφιάλτη των καθημερινών οργίων του. Είναι βέβαια τρομερό αυτό που έκανα και μεγάλη ντροπή για μένα να αναγκάζομαι να αφαιρέσω τη ζωή από αυτά τα τόσο όμορφα και καλά παιδιά, για τα οποία ξέρεις πόσο υπέφερα και υποφέρω στον άλλο κόσμο, γιατί με έσπρωξες να τους κόψω το νήμα της ζωής τους για να μην τα αφήσω να μεγαλώσουν και μάθουν τι έκανες. Έκανα υπομονή χρόνια ολόκληρα.

Πίστευα στα λόγια σου πως δεν ήταν τίποτα και ότι εξακολουθούσες να μου είσαι πιστός. Με γελούσες με τα γλυκόλογα σου, τώρα όμως, πάνε τα ψέματα. Είναι καιρός που τα ξέρω όλα, δεν με γελάς. Ξέρω τι έκανες κάθε βράδυ με εκείνη ή εκείνες. Τώρα που δεν έχεις κανέναν να ασχοληθείς μπορείς χα! χα! να συνεχίσεις τα όργια σου. Γλέντα όσο θέλεις και όπως θέλεις. Εγώ και τα παιδιά θα είμαστε μακριά και δεν θα βλέπουμε το κατάντημα σου», ανέφερε στην επιστολή που άφησε στο τραπέζι της κουζίνας.

Το δικαστήριο δέχτηκε την άποψη των ψυχιάτρων ότι η γυναίκα διέπραξε το τριπλό φονικό σε πλήρη σύγχυση και διέταξε τον εγκλεισμό της σε ψυχιατρείο. Δεν έδειξε καμία μεταμέλεια πιστεύοντας ότι λύτρωσε τα παιδιά της. Η Μπέικερ, στην απολογία της, άλλαξε το αφήγημα της ισχυριζόμενη ότι ο σύζυγός της ήταν βίαιος μαζί της και ότι ήθελε να επιστρέψει στην Αμερική με τα παιδιά της, αλλά εκείνος δεν την άφηνε. «Σκότωσα τα παιδιά μου γιατί ήθελα να αναγκάσω τον άντρα μου να μην με χτυπά», είπε στο δικαστήριο.

Καταδικάστηκε σε 16 χρόνια κάθειρξη, αλλά πήρε χάρη το 1963 και επέστρεψε στην Αμερική.

Βασίλης Λυμπέρης: Δύο παιδιά - Τα έκαψε ζωντανά

Το συμβάν

Τα ξημερώματα της 5ης Ιανουαρίου 1972 ο Βασίλης Λυμπέρης πυρπόλησε το σπίτι της οικογένειάς του στο Χαλάνδρι με συνέπεια να καούν ζωντανοί η εν διαστάσει σύζυγός του Βασιλική Λυμπέρη, 24 ετών, η πεθερά του Αντιγόνη Μάρκου, 54 ετών, η κόρη του Παναγιώτα Λυμπέρη, 2,5 ετών και ο γιος του Γιώργος Λυμπέρης, ενός έτους.

Σκοπός του Λυμπέρη ήταν να σκοτώσει την οικογένεια του, να πάρει την οικογενειακή περιουσία και να ζήσει με την ερωμένη του. Στο έγκλημα είχε και τρεις συνεργούς.

Η σύζυγός του προσπάθησε να τον σταματήσει, αλλά εκείνος τη χτύπησε και την έσπρωξε στη φωτιά. Πριν πεθάνει, στο νοσοκομείο, είπε: «Ήρθε ο καταραμένος τη νύχτα, μας ράντισε με βενζίνη και μας έκαψε. Εμένα με έσπρωχνε στη φωτιά για να καώ και με πάταγε στην κοιλιά και στο στήθος». Λίγο πριν ξεψυχήσει είπε «μην του κάνετε κακό».

Η απολογία

Κατά την κατάθεση του ο Βασίλης Λυμπέρης ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να βγει από το μυαλό του η ιδέα της φωτιάς: «Ο σατανάς μου έλεγε: είναι μόνη η πεθερά σου. Πήγαινε. Δεν θα σε δει», είπε σε μια προσπάθεια να ελαφρύνει τη θέση του. Στο τέλος της απολογίας του είπε: «Ζητώ ενώπιον Θεού και ανθρώπων συγχώρεση για ό,τι έγινε. Σας το ξαναλέω: δεν πήγα να κάψω τα παιδιά μου. Δεν είμαι κακούργος».

Ο Λυμπέρης καταδικάστηκε σε θάνατο και ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που εκτελέστηκε στην Ελλάδα. Λίγο πριν την εκτέλεση της ποινής, έγραψε ένα γράμμα στους γονείς του.

«Αγαπημένη μου μητέρα, σε πίκρανα και σε γέμισα πόνο και θλίψη, καθώς και τον πατέρα, τα αδέλφια μου, τον Γιάννη, τη Σοφία, το Φλωράκι και τη νονά. Μητέρα, θα πρέπει να ξέρεις πως βρισκόμαστε στην κοιλιά της Κλαυθμώνος. Κλαυθμυρισμός είναι η πρώτη φωνή την οποία εκβάλλει ο άνθρωπος, όταν αφήνει τα μητρικά σπλάχνα και ως ύπαρξις ιδιαιτέρα καταλαμβάνει θέσιν εις τον κόσμον αυτόν. Η πείρα της καθημερινής ζωής και η ιστορία της ανθρωπότητος τι άλλο μαρτυρούν παρά το ότι ο πόνος και η θλίψις είναι ο αχώριστος σύντροφος του ανθρώπου επί της γης. Κουράγιο μητέρα και στήριξε την ελπίδα σου στον παρήγορον Ιησούν Χριστόν, όπως την στηρίζω και εγώ. Προσευχήσου όπως προσεύχομαι και εγώ και θυμήσου ότι η Παναγία διήλθε την ψυχικήν ρομφαία, όταν αντίκρισε εις τον Σταυρόν νεκρόν τον Μονογενή Υιόν της. Ευχαριστώ και αναγνωρίζω τον αγώνα που δώσατε όλοι για την δικαίωσίν μου. Μην τρομάζετε με τα λόγια των κριτών μου, γιατί και αυτοί θα κριθούν. Υπεράνω όλων βρίσκεται ο Θεός και Θεού θέλοντος τελείται κάθε απόφαση. Ευχαριστώ και τον υπέροχο κύριο Θεοδώρου (σ.σ.: το συνήγορό του) που έδωσε πραγματική μάχη για μένα και τον θεωρώ νικητή και όχι ηττημένο. Και μην ξεχνάς μητέρα, ότι ο Θεός επιτρέπει τον πόνο και την θλίψιν, χαρίζει όμως και υπόσχεται την ελπίδα και υπομονή. Υπομονή, λοιπόν, μητέρα και θα δοξάσουμε όλοι τον Θεό μια μέρα».

Γιώργος Μεταξάκης: Τρία παιδιά - Πνιγμός

Το συμβάν

Στις 20 Σεπτεμβρίου 1999 ο Γιώργος Μεταξάκης πήρε τα τέσσερα παιδιά του για να πάνε βόλτα με το αυτοκίνητο. Όταν έφτασαν κοντά στον Αλμυρό ποταμό στην Κρήτη, σταμάτησε, έδεσε τα χέρια της 12χρονης κόρης του στον λεβιέ των ταχυτήτων, ώστε να μην μπορέσει να αντιδράσει, πήρε τα αγόρια και τα πέταξε στα ορμητικά νερά του ποταμού. Στη συνέχεια έφυγε από το σημείο και άφησε την κόρη του σε άλλη περιοχή από εκείνη της τριπλής δολοφονίας.

Η κόρη του κατάφερε να φτάσει στην Αστυνομία και μίλησε στις αρχές για όλα όσα έχουν γίνει. Η ΕΛ.ΑΣ. τον εντόπισε και τον συνέλαβε.

Η απολογία

Κατά τη σύλληψή του απέφυγε να πει οτιδήποτε, απλά αρκέστηκε να απαντά ότι δεν το έκανε αυτός, ενώ ζήτησε να δει και τη γυναίκα του, η οποια λίγους μήνες νωρίτερα τον είχε εγκαταλείψει. Μετά την σύλληψή του είπε ότι ο πνιγμός των παιδιών του ήταν ατύχημα και θολωμένος ο ίδιος από το συμβάν προσπαθούσε να διαφύγει.

Ισχυρίστηκε ότι όταν τα πήγε βόλτα στο ποτάμι, έπεσε πρώτος ο 4χρονος Νίκος (το τρίτο από τα τέσσερα παιδιά) κατά λάθος μέσα και στη συνέχεια ο 10χρονος Γιάννης πήγε να βοηθήσει και πνίγηκε και αυτός. Το δε τρίτο, το αβάπτιστο, που το κρατούσε αυτός την ώρα που πήγε να βοηθήσει, έπεσε και αυτό.

«Το μόνο που δεν μας ζήτησε, είναι να πάει στην κηδεία των παιδιών», είπε αξιωματικός που συμμετείχε στην προανάκρισης.

Στις 24 Σεπτεμβρίου έγινε η αναπαράσταση του εγκλήματος. Ο Μεταξάκης δεν έδειξε ούτε μια στιγμή να μετανιώνει που πέταξε στο ποτάμι τα τρία αγόρια, ενώ επαναλάμβανε διαρκώς τις φράσεις: «Είμαι αθώος», «ήταν ατύχημα».

Όταν οι αστυνομικοί τον ρώτησαν γιατί δεν έπεσε κι αυτός στο νερό για να βοηθήσει τα παιδιά του, απάντησε ότι δεν ξέρει κολύμπι.

Παρά την εξαντλητική προανακριτική διαδικασία που έχει υποστεί, ο 40χρονος είχε πλήρη διαύγεια πνεύματος, σύμφωνα με τον ιατροδικαστή Στειακάκη, ενώ ήταν πολύ προσεκτικός στα όσα έλεγε. Η αναπαράσταση ολοκληρώθηκε χωρίς να καταφέρουν οι αστυνομικοί να αποσπάσουν την ομολογία του Μεταξάκη.

Στον εισαγγελέα ήταν ήρεμος, δεν ξέσπασε, δεν έκλαψε και έδειξε να συγκινείται μόνον όταν η γραμματέας άρχισε να κλαίει διαβάζοντας την απολογία του, πριν του τη δώσουν να την υπογράψει.

Ο Γιώργος Μεταξάκης κρίθηκε προφυλακιστέος, αλλά οι διευθυντές των φυλακών Χανίων και Νεαπόλεως δήλωσαν ότι δεν μπορούσαν να εγγυηθούν για τη σωματική του ακεραιότητα. Τελικώς οδηγήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού.

Κατά τη δίκη του, ο Μεταξάκης, αρνήθηκε να απολογηθεί και δεν άνοιξε ούτε μια φορά το στόμα του. Καταδικάστηκε ομόφωνα σε τρεις φορές ισόβια, χωρίς κανένα ελαφρυντικό. Αποφυλακίστηκε μετά από 19 χρόνια. Δεν παραδέχτηκε ποτέ ότι έκανε το τριπλό έγκλημα.

Καλλιόπη Αναγνωστίδου: Ένα παιδί - Μαχαίρι

Το συμβάν

Η 27χρονη Καλλιόπη Αναγνωστίδου από το Αιγάλεω έσφαξε με μαχαίρι τον τριών ετών γιο της το πρωί της 21η Νοεμβρίου 1995. Λίγο μετά το συμβάν, οι γείτονες είδαν την ίδια να βγαίνει τρέχοντας από το σπίτι της, κρατώντας στην αγκαλιά της το αιμόφυρτο παιδί.

Τα ρεπορτάζ της εποχής ανέφεραν ότι η Αναγνωστίδου ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Έπινε, έπαιρνε χάπια και είχε κάνει αρκετές απόπειρες αυτοκτονίας. Τα δύο από τα τέσσερα ανήλικα παιδιά της φιλοξενούνταν σε ίδρυμα.

Η 27χρονη γυναίκα έφτασε λίγο αργότερα στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Πειραιά και έξω από τα εξωτερικά ιατρεία άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Παρά τις προσπάθειες των γιατρών, το παιδί δεν μπόρεσε να σωθεί.

Η απολογία

Η Αναγνωστίδου προσπάθησε να καλύψει το έγκλημά της, λέγοντας ότι κάποιος αλλοδαπός μπήκε στο σπίτι και σκότωσε το νήπιο: «Ήμουν στο σπίτι, όταν κάποιος χτύπησε την πόρτα. Μόλις άνοιξα, ένας άγνωστος άνδρας όρμησε πάνω μου και μου ζήτησε χρήματα. Μιλούσε σπαστά ελληνικά και φαινόταν αλλοδαπός, ίσως Αλβανός. Άρχισα να φωνάζω και τότε πήρε ένα μαχαίρι και χτύπησε το παιδί. Το πήρα αμέσως και το έφερα στο νοσοκομείο», είχε πει στις αρχές.

Τα στοιχεία απέδειξαν ότι ο μικρός Δημήτρης έπαιζε ανυποψίαστος στο χολ του σπιτιού, όταν η μητέρα του άρπαξε ένα μαχαίρι από την κουζίνα και άρχισε να τον χτυπάει.

Δεν κατάφερε ποτέ να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους προχώρησε στο έγκλημα. Μετά την απολογία της προφυλακίστηκε και το Νοέμβριο του 1996 έγινε η δίκη της στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών. Η υπεράσπιση προσπάθησε να πείσει το δικαστήριο ότι τη στιγμή του εγκλήματος είχε το ακαταλόγιστο. Το δικαστήριο αποφάσισε τον εγκλεισμό της σε ψυχιατρείο.

Στανισλάβ Μπαγκάτζιεφ: Ένα παιδί - Το σκότωσε και το έβρασε

Το συμβάν

Στις 4 Μαΐου 2015, ο πατέρας της 4χρονης Άνυ, Στανισλάβ Μπαγκάτζιεφ, Βούλγαρος υπήκοος, σκότωσε την κορη του που είχε δηλωθεί ως αγνοούμενη από τις 21 Απριλίου του ίδιου έτους. Σύμφωνα με την ομολογία του, ξύπνησε και βρήκε δίπλα του το παιδί με τα χείλη του μελανιασμένα και το σώμα σε ακαμψία.

Όταν εκείνος και ο φίλος του ο Νικολάι διαπίστωσαν ότι το παιδί ήταν νεκρό, ο Νικολάι τού είπε ότι έπρεπε να εξαφανίσει το πτώμα, γιατί αν πήγαινε το κορίτσι στο νοσοκομείο θα θεωρούσαν τον ίδιο υπεύθυνο για τον θάνατό της, λόγω του γεγονότος ότι είναι τοξικομανής.

Τεμάχισε το πτώμα, το έβρασε και πέταξε τα υπολείματα για να θεωρηθούν αποφάγια. Μέσα στις επόμενες μέρες, οι δύο φίλοι καθάρισαν το σπίτι και μάλιστα ο Στανισλάβ προσπάθησε να αλλάξει τις σωληνώσεις του σπιτιού, ώστε να μη βρεθούν υπολείμματα που θα μπορούσαν να τον ενοχοποιήσουν.

Η απολογία

«Ακούστηκε ότι είμαι Χάνιμπαλ, ότι μαγείρεψα το παιδί και το έφαγα. Δεν έγινε ποτέ. Δεν είχα κίνητρο να σκοτώσω το παιδί μου», είπε στην απολογία του, επιμένοντας πως το μοιραίο πρωινό βρήκε την 4χρονη νεκρή. «Έπαθα πανικό. Τρελάθηκα. Δεν ξέρω τι έγινε. Δεν είμαι δολοφόνος…»

Ο πατέρας ισχυρίστηκε ότι παρέμεινε με το άψυχο σώμα της Άννυ στο διαμέρισμα για 20 ολόκληρες ώρες.

«Ήθελα να πάω να το θάψω αλλά δεν υπήρχε φτυάρι. Δεν ήθελα να τα κάνω όλα αυτά… Ήθελα να τη βάλω σε σακούλα, αλλά το παιδί ήταν πέτρα και έσπασε. Αναγκάστηκα να κόψω κάποια κομμάτια και τα πήγα στα σκουπίδια. Σε μια στιγμή όλα κατέρρευσαν και φταίω εγώ για αυτό»

«Το αγαπούσα το παιδί και ακόμη το αγαπώ παρότι δεν είναι εδώ. Δεν μπορώ να φανταστώ έναν πατέρα να σκοτώνει το παιδί του. Να σηκώνεται ένα πρωί και να σφάζει το παιδί του. Μόνο ένας τρελός θα το έκανε και εγώ δεν είμαι τρελός», είπε και συμπλήρωσε: «Δεν ζητάω συγνώμη από το Θεό. Ζητάω συγνώμη από την κόρη μου, ήξερε ότι εγώ την αγαπούσα. Μακάρι να με συγχωρέσει η κόρη μου. Δεν μπορώ να αποδείξω τι πατέρας θα ήμουν αν δεν ήμουν χρήστης».

Καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία, φυλάκιση δύο ετών για περιύβριση νεκρού, φυλάκιση δύο ετών για παράνομη οπλοχρησία και φυλάκιση ενός έτους για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία.

Γιάννης Εικοσιπεντάκης: Ένα παιδί - Στραγγαλισμός

Το συμβάν

Η 6χρονη Στέλλα Εικοσιπεντάκη βρήκε τραγικό θάνατο από τα χέρια του πατέρα της τον Απρίλιο του 2017. Ο 61χρονος συνταξιούχος αστυνομικός έκλεισε τη μύτη και τα χέρια του παιδιού και μετά πέταξε το πτώμα σε κάδο απορριμάτων κοντά στο σπίτι τους στην Αγία Βαρβάρα.

Ο πατέρας δήλωσε στο τοπικό Αστυνομικό Τμήμα ότι το παιδί του, το οποίο αντιμετώπιζε κινητικά προβλήματα εξαφανίστηκε από το σπίτι τους στην Αγία Βαρβάρα ενώ ο ίδιος κοιμόταν. Η μητέρα των δυο παιδιών και σύζυγος του 61χρονου βρισκόταν στο νοσοκομείο για να κάνει μια επέμβαση. Ο πατέρας ισχυρίστηκε στους αστυνομικούς ότι έχει προβλήματα υγείας και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή η οποία του προκαλεί λήθαργο και βαρύ ύπνο τις νυχτερινές ώρες.

Η απολογία

Στην απολογία του ο Εικοσπενταράκης είπε: «Έφυγα από νοσοκομείο, πήγα τα παιδιά στην κουμπάρα μου και μετά πήγα και ήπια ένα ποτήρι κρασί με έναν φίλο μου σε μια ταβέρνα. Στη συνέχεια, πήγα και πήρα τα παιδιά και γυρίσαμε σπίτι με το αυτοκίνητο. Έφτιαξα γάλα να πιουν και είχα τηλεφωνική επικοινωνία με τη σύζυγό μου. Μου είπε να κάνω τη μικρή μπάνιο. Ο Μάριος νύσταζε και πήγε για ύπνο. Της είπα να κάνουμε μπάνιο και είπε “δεν θέλω”. Αρχισε να κλαίει και να λέει “θέλω τη μαμά μου”. Της έκλεισα το στόμα για να μην κλαίει για να μην ξυπνήσει ο Μάριος και άθελα μου έγινε ό,τι έγινε. Δεν το κατάλαβα εκείνη τη στιγμή».

Επέμεινε ότι δεν κατάλαβε ότι την πίεζε και είχε φράξει την αναπνοή της, με την πρόεδρο να σχολιάζει: «Είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς ότι όταν κάποιος κλείνει στόμα και μύτη γίνεται άθελά του». Σχετικά με τις ενέργειές του μετά το έγκλημα, όταν σκηνοθέτησε ληστεία στο σπίτι και την απαγωγή της μικρής, υποστήριξε ότι «ήμουν θολωμένος γι’ αυτό είπα ό,τι είπα».

Ο πατέρας της 6χρονης καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 20 ετών και έξι μηνών. Το δικαστήριο του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, παρά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση, και τον καταδίκασε για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και της περιύβρισης νεκρού.

Η περίπλοκη υπόθεση Δουρή

«Με έπιαναν κρίσεις και δεν έβλεπα μπροστά μου. Ο καθένας στη θέση μου το ίδιο μπορεί να έκανε». «Θα είσαι ελεύθερη να ζήσεις τη ζωή σου, όπως εσύ το ζήτησες μαζί με τον εραστή σου με τον οποίο σκοτώσατε το Νίκο. Πληρώνω το γεγονός ότι δεν σε μαρτύρησα και βρίσκομαι στη φυλακή αν και είμαι αθώος». «Ο Μανώλης για μένα και για τα παιδιά μου είναι αθώος. Δύο αθώες ψυχές βρίσκονται στο χώμα και οι ένοχοι κυκλοφορούν ελεύθεροι». «Είμαι ένα μεγάλο κτήνος, αφού κατάφεραν τα χέρια μου με απάνθρωπο τρόπο να κάνουν αυτό που έκαναν. Για μένα δεν έπρεπε να υπάρχει ούτε σωτηρία ούτε λύπηση, μόνο βασανισμός μέχρι να πεθάνω».

Οι παραπάνω φράσεις είναι κάποιες από τις πολλές αντιφάσεις της υπόθεσης που ήρθε στο φως στις 31 Δεκεμβρίου 1993, στην Ερμιόνη, αυτή της δολοφονίας του μικρού Νίκου από τον πατέρα του Μανώλη Δουρή.

Ο μικρός Δουρής βρέθηκε στραγγαλισμένος και βιασμένος από τον πατέρα του, ο οποίος στην αρχή τον αναζητούσε, μετα ομολόγησε το έγκλημα και μετά είπε ότι είναι αθώος.

Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, το παιδί πέθανε από ασφυξία, αφού ο δράστης του έφραξε τις αεροφόρους οδούς, δηλαδή του έκλεισε τη μύτη και το στόμα.

Ο Δουρής μετά την ομολογία του, έκανε λόγο για μια αόριστη ασθένεια που τον κυριεύει και τον μεταμορφώνει: «Με έπιαναν κρίσεις και δεν έβλεπα μπροστά μου. Ο καθένας στη θέση μου το ίδιο μπορεί να έκανε».

«Είμαι ένα μεγάλο κτήνος, αφού κατάφεραν τα χέρια μου με απάνθρωπο τρόπο να κάνουν αυτό που έκαναν. Για μένα δεν έπρεπε να υπάρχει ούτε σωτηρία ούτε λύπηση, μόνο βασανισμός μέχρι να πεθάνω».

Η δίκη ξεκινάει στο Κακουργιοδικείο Κορίνθου. Τα φώτα της δημοσιότητας και τα βλέμματα του κοινού είναι στραμμένα στον πατέρα και κατηγορούμενο ως δολοφόνο. Ο κατηγορούμενος στο μεταξύ έχει αλλάξει στάση, έχει αναιρέσει την ομολογία του και υποστηρίζει ότι είναι αθώος. Κατονομάζε ως δράστες τη σύζυγό του και τον εραστή της, που σχεδίασαν τα έγκλημα για να ενοχοποιήσουν τον ίδιο και να απαλλαγούν από αυτόν: «Θα είσαι ελεύθερη να ζήσεις τη ζωή σου, όπως εσύ το ζήτησες μαζί με τον εραστή σου με τον οποίο σκοτώσατε το Νίκο», υποστηρίζει.

Ο καθηγητής Εγκληματολογίας Γιάννης Πανούσης δηλώνει εκείνες τις μέρες στην «Ελευθεροτυπία»: «Από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης των εγκληματολογικών εργαστηρίων μπορεί να τεθεί εν εμφιβόλω η ταυτότητα του δολοφόνου του παιδιού. Μπορεί άλλος να είναι ο βιαστής κι άλλος ο δολοφόνος».

Πράγματι, σχετικό πόρισμα των εργαστηρίων αναφέρει ότι στα ρούχα του παιδιού βρέθηκαν τρίχες γεννητικών οργάνων που δεν ανήκουν στον Μανώλη Δουρή. Ο συνήγορος υπεράσπισης, Βασίλης Καρύδης, αναφέρει ότι πριν καταδικαστεί ο Μανώλης Δουρής, για τον οποίο πιστεύει ακράδαντα ότι είναι αθώος, δεν έγινε ούτε ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη που είχε ζητήσει η υπεράσπιση του κατηγορούμενου, ούτε έλεγχος με DNA των τριχών που είχαν βρεθεί στο στόμα και στον πρωκτό του θύματος.

«Είναι μια μυστηριώδης υπόθεση», είπε ο δικηγόρος του Μανώλη Δουρή «και πιστεύω, ότι δεν εξετάστηκε όπως έπρεπε, πριν βγει η απόφαση».

Με ομοφωνία του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος κηρύσσεται ένοχος και απαγγέλλεται ποινή φυλάκισης 1 έτους για ασέλγεια, κάθειρξης 20 ετών για βιασμό και ισόβιας κάθειρξης για ανθρωποκτονία από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.

Με το καλώδιο της τηλεόρασης, το οποίο είχε κρύψει στα ρούχα του, ο Δουρής απαγχονίστηκε στις εξωτερικές τουαλέτες των φυλακών Τρίπολης κι έδωσε τέρμα συγχρόνως στην υπόθεση και στη ζωή του, όπως ακριβώς είχε προαναγγείλει ευθέως στη μητέρα του και έμμεσα στο μεγαλύτερο γιο του λίγες μέρες νωρίτερα. Ήταν 25 Φεβρουαρίου 1996.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

× Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης