ΚΟΣΜΟΣ

Καζακστάν: Γιατί «ανεφλέγη» η μεγαλύτερη οικονομία της κεντρικής Ασίας και πώς εμπλέκεται η Ρωσία

Η Διεθνής Αμνηστία αναφέρει ότι οι διαδηλώσεις αποτελούν «άμεση συνέπεια της εκτεταμένης καταστολής των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις Αρχές» AP Photo/Vladimir Tretyakov

Διαστάσεις γενικευμένης εξέγερσης προσέλαβαν οι διαδηλώσεις για την εκρηκτική άνοδο στις τιμές των καυσίμων στο Καζακστάν, με τον αυταρχικό πρόεδρο της μεγαλύτερης οικονομίας της κεντρικής Ασίας να κηρύσσει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και να στρέφεται στη Ρωσία για στρατιωτική συνδρομή προς ανάκτηση του ελέγχου.

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη πρόκληση με την οποία έχει έλθει αντιμέτωπη η προεδρία του Κασίμ-Γιομάρτ Τοκάγεφ, με την αρχική οργή των πολιτών για την άνοδο των τιμών των καυσίμων να «επεκτείνεται» σε ευρύτερη δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση για τη διαφθορά, τη φτώχεια και την ανεργία στην πλούσια σε πετρέλαιο πρώην σοβιετική δημοκρατία.

Με τις τηλεφωνικές επικοινωνίες και το Διαδίκτυο εκτός λειτουργίας στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας είναι δύσκολη η ανεξάρτηση επαλήθευση στοιχείων για νεκρούς και τραυματίες στις διαδηλώσεις που έχουν σαρώσει τη χώρα.

Ο Καζάκος πρόεδρος διακήρυξε σε διάγγελμα την 7η Ιανουαρίου ότι η κατάσταση «έχει σταθεροποιηθεί» στο Αλμάτι, επίκεντρο των βιαιότερων ταραχών, αλλά η αποκαλούμενη «αντιτρομοκρατική επιχείρηση» συνεχίζεται ανά τη χώρα και οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν εντολή «να πυροβολούν χωρίς προειδοποίηση».

Έως την 7η Ιανουαρίου, συνολικά 18 μέλη των δυνάμεων ασφαλείας έχουν σκοτωθεί και 748 αριθμούν οι τραυματίες, σύμφωνα με την κρατική τηλεόραση που επικαλείται στοιχεία του υπουργείου Εσωτερικών. Κατά την ίδια πηγή, «26 ένοπλοι εγκληματίες» έχουν σκοτωθεί και άνω των 3.800 διαδηλωτών έχουν τεθεί υπό κράτηση.

Γιατί ξέσπασαν οι διαδηλώσεις;

Διαδηλώσεις ξέσπασαν αρχικά στην πλούσια σε πετρέλαιο δυτική περιοχή Μανγκουστάου όταν η κυβέρνηση προχώρησε στην κατάργηση του πλαφόν στην τιμή του υγραερίου στις αρχές του έτους. Πολλοί Καζάκοι έχουν μετατρέψει τα αυτοκίνητά τους για να λειτουργούν με υγραέριο λόγω του χαμηλού κόστους του.

Το Καζακστάν, πετρελαιοπαραγωγός χώρα και η ένατη μεγαλύτερη παγκοσμίως σε έκταση, έχει προσελκύσει δισεκατομμύρια σε ξένες επενδύσεις και έχει διατηρήσει μία ισχυρή οικονομία μετά την 30ετίας ανεξαρτησία.

Ωστόσο, οι επιδοτήσεις υγραερίου είχαν δημιουργήσει μία κατάσταση κατά την οποία το Καζακστάν αντιμετώπιζε τακτικά ελλείψεις πετρελαίου, κατά το πρακτορείο Reuters. Η άρση του πλαφόν ήταν ένα μέσο από την κυβέρνηση για να μειώσει τις ελλείψεις και να διασφαλίσει ότι οι προμήθειες διοχετεύονταν στην εγχώρια αγορά.

Ωστόσο, το σχέδιο απέτυχε και οι τιμές του υγραερίου υπερδιπλασιάστηκαν. Και οι διαδηλώσεις στη συνέχεια εξαπλώθηκαν γρήγορα σε όλη τη χώρα.

Υπάρχουν επίσης μακροχρόνια ζητήματα που «οδηγούν» τις διαμαρτυρίες: Οργή για την ενδημική διαφθορά στην κυβέρνηση, εισοδηματική ανισότητα και οικονομική δυσπραγία, που έχουν επιδεινωθεί κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού, σύμφωνα με την οργάνωση προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Human Rights Watch.

Ενώ οι φυσικοί πόροι της χώρας έχουν κάνει μια μικρή ελίτ εξαιρετικά πλούσια, οι πολίτες του Καζακστάν αισθάνονται ότι έχουν μείνει πίσω.

Η Διεθνής Αμνηστία αναφέρει ότι οι διαδηλώσεις αποτελούν «άμεση συνέπεια της εκτεταμένης καταστολής των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις Αρχές».

«Επί χρόνια, η κυβέρνηση διώκει ανελέητα την ειρηνική διαφωνία, αφήνοντας τον λαό του Καζακστάν σε κατάσταση αναταραχής και απόγνωσης» δηλώνει η Μαρί Στρούδερς, διευθύντρια της Διεθνούς Αμνηστίας για την Ανατολική Ευρώπη και την Κεντρική Ασία.

Τι ζητούν οι διαδηλωτές

Οι διαδηλωτές στρέφονται κατά του Κασίμ-Γιομάρτ Τοκάγεφ και του Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγεφ. Ο τελευταίος κυβέρνησε το Καζακστάν από την ανεξαρτησία του το 1991 έως το 2019, και έκτοτε δεν έχει πάψει να κινεί παρασκηνιακά τα νήματα.

Οι διαδηλωτές ζητούν μεταρρυθμίσεις και καλύτερη ποιότητα ζωής.

Ωστόσο το κίνημα διαμαρτυρίας δεν είναι συντονισμένο και δεν έχουν ηγεσία. Στη χώρα δεν υφίστανται ισχυροί πολιτικοί της αντιπολίτευσης και δεν υπάρχει καμία προφανής εναλλακτική κυβέρνηση εν αναμονή, κυρίως γιατί δεν «επιτρέπεται» να υπάρχει αντιπολίτευση, όπως σημειώνει ο Guardian.

Πού βρίσκεται σήμερα ο Ναζαρμπάγεφ

Ο 81χρονος σήμερα Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγιεφ, μόνος κυρίαρχος στη χώρα επί τρεις δεκαετίες, δεν έχει μιλήσει δημόσια από τη στιγμή που ξεκίνησαν οι διαδηλώσεις και υπάρχει φημολογία ότι μπορεί να έχει εγκαταλείψει τη χώρα.

Διαδηλωτές σε μια πόλη έχουν αποκαθηλώσει το άγαλμά του, ενώ η εικόνα του ως «ηγέτη του έθνους», λατρεία προσωπικότητας που χτίστηκε με την πάροδο των ετών, έχει αποδομηθεί δραματικά μέσα σε λίγες μέρες.

Πώς αντέδρασε η κυβέρνηση

Οι Αρχές κήρυξαν κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε όλη τη χώρα με απαγόρευση κυκλοφορίας και περιορισμούς μετακίνησης έως τις 19 Ιανουαρίου. Διακόπηκε η λειτουργία του Διαδικτύου και ο στρατός αναπτύχθηκε στους δρόμους.

Επιχειρώντας να περιορίσει την αναταραχή, ο Τοκάγεφ διέταξε την κυβέρνηση να μειώσει την τιμή του υγραερίου στα 50 τένγκε (0,11 δολάρια) ανά λίτρο «για να διασφαλίσει τη σταθερότητα στη χώρα».

Ανέφερε ότι σειρά μέτρων με στόχο τη «σταθεροποίηση της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης» έχουν επίσης τεθεί σε εφαρμογή, συμπεριλαμβανομένης της κυβερνητικής ρύθμισης των τιμών των καυσίμων για περίοδο 180 ημερών, ενός μορατόριουμ για την αύξηση των τιμολογίων κοινής ωφέλειας για τον πληθυσμό για την ίδια περίοδο. και το ενδεχόμενο επιδοτήσεων ενοικίου για «ευάλωτα τμήματα του πληθυσμού».

Ο πρωθυπουργός Ασκάρ Μαμίν και η κυβέρνηση του Καζακστάν παραιτήθηκαν και ο Τοκάγεφ ανέλαβε τον έλεγχο του Συμβουλίου Ασφαλείας της χώρας, αντικαθιστώντας τον πρώην πρόεδρο Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγεφ.

Αυτές οι παραχωρήσεις, ωστόσο, δεν ήταν αρκετές για να σταματήσουν τις διαδηλώσεις.

Τι είναι το Σύμφωνο CSTO

Στις 5 Ιανουαρίου ο Τοκάγεφ προειδοποίησε με σκληρή καταστολή· αποκάλεσε όσους φέρεται να είχαν εισβάλει στο αεροδρόμιο του Αλμάτι «τρομοκράτες» και κατηγόρησε τους διαδηλωτές ότι υπονόμευσαν το «κρατικό σύστημα», υποστηρίζοντας ότι «πολλοί από αυτούς έχουν λάβει στρατιωτική εκπαίδευση στο εξωτερικό».

Στρατιωτική συμμαχία πρώην σοβιετικών κρατών υπό την ηγεσία της Ρωσίας «απάντησε» στο κάλεσμά του για συνδρομή στην καταστολή των διαδηλώσεων και ρωσικές δυνάμεις έφθασαν στο Καζακστάν με στρατωτικά αεροσκάφη.

Ο Οργανισμός του Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας (CSTO) -που περιλαμβάνει τη Ρωσία, τη Λευκορωσία, την Αρμενία, το Καζακστάν, το Κιργιστάν και το Τατζικιστάν- έστειλε «ειρηνευτικές δυνάμεις», κατά την επίσημη διατύπωση, «για να σταθεροποιήσουν και να ομαλοποιήσουν την κατάσταση».

Το CSTO αποτελεί σύμφωνο αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής, αλλά δεν «ενεργοποιείται» σε εγχώριας φύσης ζητήματα. Και αυτός είναι πιθανώς ο λόγος που ο Τοκάγεφ παρουσίασε τους διαδηλωτές ως «τρομοκράτες» που εκπαιδεύτηκαν στο εξωτερικό χωρίς να δίνει οποιαδήποτε εξήγηση.

Ο ίδιος επέμεινε και σήμερα, Παρασκευή 7 Ιανουαρίου, ότι «οι τρομοκράτες συνεχίζουν να βλάπτουν την κρατική και ιδιωτική περιουσία και να χρησιμοποιούν όπλα εναντίον πολιτών». Είπε ότι οι δυνάμεις του CSTO θα βρίσκονται στη χώρα «για σύντομο χρονικό διάστημα» για να εκτελέσουν τις λειτουργίες άμυνας και υποστήριξης.

Πώς εμπλέκεται η Ρωσία

Το Καζακστάν μοιράζεται κοινά σύνορα με τη Ρωσία και διαθέτει σημαντικό ρωσικό πληθυσμό. Για τον Ρώσο πρόεδρο, Βλαντιμίρ Πούτιν, τα γεγονότα που εκτυλίσσονται στα νότια σύνορα της Ρωσίας είναι ανησυχητικά.

Η Ρωσία διατηρεί στενές σχέσεις με το Καζακστάν και εξαρτάται από το κοσμοδρόμιο του Μπαϊκονούρ ως βάση εκτόξευσης για όλες τις ρωσικά επανδρωμένες διαστημικές αποστολές. Η χώρα της Κεντρικής Ασίας έχει επίσης μία σημαντική εθνική ρωσική μειονότητα: Περίπου το 20% του πληθυσμού του Καζακστάν είναι Ρώσοι.

Ο αυταρχικός πρώην πρόεδρος του Καζακστάν Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγεφ παραιτήθηκε μεν το 2019, αλλά παρέμεινε ισχυρή προσωπικότητα στα παρασκήνιο (μέχρι να απαλλαχθεί από τη θέση του στο Συμβούλιο Ασφαλείας την Τετάρτη). Ένα τέτοιο μεταβατικό μοντέλο μπορεί να ήταν ελκυστικό στον Πούτιν εκείνη την εποχή, αλλά φαίνεται λιγότερο ελπιδοφόρο σήμερα.

Η απόφαση για την επέμβαση του CSTO ήρθε, δε, ακριβώς τη στιγμή που η Ρωσία ετοιμάζεται να εισέλθει σε κρίσιμη διαπραγμάτευση τόσο σε διμερές επίπεδο με τις Ηνωμένες Πολιτείες, όσο και στους κόλπους του ΝΑΤΟ, επί των εγγυήσεων ασφαλείας που επιδιώκει ενόσω συντηρεί την απειλή εισβολής στην Ουκρανία.

Συνεπώς η παρούσα αναταραχή είναι δυνητικά μία ιδιαίτερα ανεπιθύμητη απόσπαση της προσοχής για το Κρεμλίνο, όπως αναφέρει το CNNi.

Ειδικοί εκτιμούν ότι ο Πούτιν θα χρησιμοποιήσει ισχυρές προσωπικές διασυνδέσεις με την ελίτ του Καζακστάν, ταυτόχρονα με τους πιο επίσημους διαύλους των περιφερειακών οικονομικών και οργανισμών ασφαλείας, για να παροτρύνει την καταστολή των διαδηλώσεων.

Με πληροφορίες από CNNi, Τhe Guardian, Reuters

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

× Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης