ΚΟΣΜΟΣ

Λύθηκε το μυστήριο: Τι είναι αυτό που φοβάται ο άνδρας στην θρυλική «Κραυγή»; (pic)

EPA/ANDY RAIN

Νορβηγοί επιστήμονες παρουσίασαν μια νέα θεωρία για να εξηγήσουν τι ήταν αυτό που ενέπνευσε τον Edvard Munch για να ζωγραφίσει το 1892 την «Κραυγή».

Για το εξπρεσιονιστικό αριστούργημα, το οποίο παρουσιάζει έναν άνδρα να κρατά γεμάτος αγωνία το πρόσωπό του, έχουν γραφτεί δεκάδες θεωρίες οι οποίες προσπαθούν να εξηγήσουν την ιδιαίτερη σαγήνη και το δέος που προκαλεί.

Η μετεωρολόγος Helene Muri του Πανεπιστημίου του Όσλο και η ομάδα της παρουσίασαν τη θεωρία τους σε ένα συνέδριο της Ευρωπαϊκής Γεωεπιστημονικής Ένωσης στη Βιέννη, "κατηγορώντας" για τη φρίκη που νιώθει ο άντρας του Munch τα... σύννεφα.

Ο Munch είχε γράψει στο ημερολόγιό του τη μέρα που συνέλαβε το έργο του για ένα «φλεγόμενο ουρανό» που «ξαφνικά έγινε κατακόκκινος» και «κρεμόταν σαν αίμα και ξίφος πάνω από την πόλη» .

Σύμφωνα με την Muri, η οποία ζει στο Όσλο εδώ και 25 χρόνια, υπάρχουν ορισμένα σπάνια σύννεφα -που η ίδια έχει δει μόλις μια φορά με τα μάτια της- τα οποία είναι όπως ακριβώς περιγράφει στο ημερολόγιό του ο ζωγράφος.

«Η Μόνα Λίζα» της σύγχρονης εποχής

(Πηγή φωτογραφίας: PA/JASON SZENES)

Ορισμένοι ιστορικοί τέχνης υποστηρίζουν ότι «Η Κραυγή», συμβολίζει το ανθρώπινο είδος κάτω από τη συντριβή του υπαρξιακού τρόμου. Το τοπίο στο υπόβαθρο είναι μια περιοχή στο Όσλο, όπως αυτό φαίνεται από το λόφο του Ekeberg.

Ο ζωγράφος δημιούργησε διάφορες εκδοχές της «Κραυγής» με διάφορα μέσα. Το Μουσείο Munch έχει μια από τις δύο εκδοχές (1910) και ένα παστέλ. Το Εθνικό Μουσείο της Νορβηγίας έχει την άλλη εκδοχή (1893). Μια τέταρτη εκδοχή, σε παστέλ, είναι στην ιδιοκτησία του Νορβηγού δισεκατομμυριούχου Petter Olsen. Ο Munch δημιούργησε επίσης μια λιθογραφία (1895) της εικόνας.

Ο αρχικός Γερμανικός τίτλος που δόθηκε στον πίνακα από τον Munch ήταν Der Schrei der Natur (Ο Λυγμός της Φύσης).

Σε μια σελίδα στο ημερολόγιό του με την ένδειξη Νίκαια 22.01.1892, ο Munch περιγράφει την έμπνευσή του για τον αρχικό πίνακα:

Περπατούσα σ' ένα μονοπάτι με δυο φίλους, ο ήλιος έπεφτε, και ξαφνικά ο ουρανός έγινε κόκκινος σαν αίμα. Σταμάτησα, νιώθοντας εξαντλημένος, και στηρίχτηκα στο φράχτη. Αίμα και γλώσσες φωτιάς πάνω από το μαύρο-μπλε φιόρδ και την πόλη. Οι φίλοι μου προχώρησαν, κι εγώ έμεινα εκεί τρέμοντας από την αγωνία. Κι ένιωσα ένα ατέλειωτο ουρλιαχτό να διαπερνά τη φύση.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

× Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης