ΑΠΟΨΕΙΣ

Σε αχαρτογράφητα νερά η Γαλλία (και η Ευρώπη)

Aurelien Meunier/Getty Images

Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν θα βρεθεί για δεύτερη φορά στην πολιτική του διαδρομή αντιμέτωπος με τη Μαρίν Λεπέν στον β’ γύρο προεδρικών εκλογών στη Γαλλία, όπως είχε συμβεί και στις εκλογές του 2017.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι για πρώτη φορά στην πρόσφατη ιστορία των εκλογικών αναμετρήσεων στη Γαλλία οι ψήφοι που έλαβε η Άκρα Δεξιά, αθροιστικά δηλαδή οι ψηφοφόροι της Μαρίν Λεπέν και του Ερίκ Ζεμούρ, ξεπερνούν σε ποσοστό τις ψήφους της Αριστεράς συγκεντρωτικά, συμπεριλαμβανομένου και του Σοσιαλιστικού Κόμματος, το οποίο στη Γαλλία τοποθετείται παραδοσιακά στον ευρύτερο αριστερό χώρο.

Σύμφωνα με τα τελικά αποτελέσματα από το υπουργείο Εσωτερικών, ο κεντρώος Μακρόν λαμβάνει το 27,8% των ψήφων, έναντι του 23,2% της Λεπέν, οποία εισπράττει σε ψήφους την εκτεταμένη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια, το έλλειμα ασφαλείας και τη μετανάστευση. Ο Ερίκ Ζεμούρ λαμβάνει αντίστοιχα το 7,1% και ο αριστερός Ζαν Λυκ Μελανσον το 22%. Τα υπόλοιπα κόμματα μένουν κάτω από το όριο του 5%.

Το εκλογικό αποτέλεσμα αποτύπωσε στην ουσία το γεγονός ότι ο πολιτικός άξονας της Γαλλίας ολισθαίνει σταθερά τα τελευταία χρόνια προς τα δεξιά και άρα συνολικά η γαλλική κοινωνία, σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό, προσεγγίζει στο σύνολό της ιδεολογικά τη Λεπέν και τον ακόμη πιο ακραίο Ζεμούρ. Εξάλλου, για ένα μεγάλο μέρος των Γάλλων πολιτών η Λεπέν θεωρείται πλέον μέρος του πολιτικού συστήματος, κάτι που δεν ίσχυε πριν από λίγα χρόνια. Προς αυτή την κατεύθυνση συνέβαλαν εξάλλου και οι -αδιανόητα για τα γαλλικά πολιτικά ήθη- φασιστίζουσες θέσεις του Ζεμούρ, οι οποίες έκαναν την Λεπέν να φαντάζει μετριοπαθής και ενταγμένη στην καθεστηκυία τάξη της γαλλικής πολιτικής ζωής.

Απόρροια (ή πιθανώς και αιτία) της μετατόπισης τους πολιτικού άξονα της Γαλλίας προς τα δεξιά είναι και το γεγονός ότι δεν υφίσταται πλέον η σύγκρουση Γκωλικών και Σοσιαλιστών. Οι βασικοί πολιτικοί πυλώνες της μεταπολεμικής Γαλλίας, που στήριξαν και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, έχουν καταρρεύσει. Μένει στον ιστορικό του μέλλοντος να ερμηνεύσει τα αίτια της κατάρρευσης αυτής, ωστόσο γεγονός είναι ότι οι άλλοτε κραταιοί Σοσιαλιστές σχεδόν εξαφανίστηκαν από τον πολιτικό χάρτη, με την υποψήφιά τους και δήμαρχο του Παρισιού, Αν Ινταλγκό, να περιορίζεται σε ένα πενιχρό 1,8%, ενώ το στρατόπεδο των Γκωλικών «λεηλατήθηκε» κυρίως από τον Εμανουέλ Μακρόν, με την κατ’ εξοχήν γκωλική υποψήφια Βαλερί Πεκρές να λαμβάνει μόνο το 4,8% των ψήφων.

Παρ’ όλο που προεξοφλείται από τώρα η νίκη του Εμανουέλ Μακρόν στον β’ γύρο των εκλογών, αυτή προβλέπεται ότι θα απέχει αρκετά από το συντριπτικό 66% που έλαβε το 2017. Δημοσκόπηση που έγινε πριν από τις εκλογές της Κυριακής προβλέπει νίκη του Μακρόν στο δεύτερο γύρο με μόλις 52% έναντι 48% της Λεπέν. Οποιοδήποτε ποσοστό πάνω από αυτό συγκαταλέγεται στα αισιόδοξα σενάρια και βέβαια μέχρι τις 24 Απριλίου έχουμε ακόμη δύο εβδομάδες, πολιτικός χρόνος επαρκής για να αλλάξουν πολλά.

Ο υποψήφιος της ριζοσπαστικής Αριστεράς, Ζαν Λυκ Μελανσόν, ρυθμιστής του εκλογικού αποτελέσματος, ζήτησε μεν να μην πάει «καμία ψήφος» στη Λεπέν, απέφυγε όμως να ζητήσει από τους ψηφοφόρους του να ψηφίσουν Μακρόν. Τα υπόλοιπα κόμματα του λεγόμενου «δημοκρατικού τόξου» -Οικολόγοι, Κομμουνιστές, Σοσιαλιστές, γκωλική Δεξιά- ανακοίνωσαν ότι θα στηρίξουν τον Μακρόν. Το ποσοστό συνολικά τους φτάνει μόλις στο 13,5%, που μαζί με το ποσοστό της πρώτης Κυριακής εξασφαλίζουν στον Μακρόν κάτι λίγο παραπάνω από το 41%, μακράν από το απαιτούμενο 50%+1.

AP Photo/Daniel Cole

Στο στρατόπεδο της Λεπέν, από την άλλη, είναι δεδομένη η μαζική υποστήριξη των ψηφοφόρων του Ζεμούρ. Εξάλλου η Μαρίν Λεπέν μπορεί ευνοηθεί στον δεύτερο γύρο και από την αποχή των ψηφοφόρων, που θα εφησυχάσουν επειδή θεωρούν δεδομένη την νίκη Μακρόν ή από την ψήφο διαμαρτυρίας, ακόμη και ψηφοφόρων της Αριστεράς, που διαφωνούν με τις ευρωπαϊκές επιλογές ή και από τη μερίδα των ψηφοφόρων που διαφωνεί με την αντιπαράθεση με τη Ρωσία, με δεδομένες μάλιστα τις καλές σχέσεις της Λεπέν με τον Βλαντίμιρ Πούτιν.

Πέραν από τα απόνερα του εκλογικού αποτελέσματος στην εσωτερική πολιτική της Γαλλίας, σημαντικές είναι οι επιπτώσεις του και για την υπόλοιπη Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας:

Πρώτον, οι πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία αποτελούσαν ανέκαθεν «βαρόμετρο» πολιτικών εξελίξεων στο σύνολο της Ευρώπης. Όσα συμβαίνουν σήμερα στη Γαλλία μπορεί να αποτελέσουν για άλλη μια φορά την απαρχή ανάλογων ανακατατάξεων στην Ευρώπη.

Δεύτερον, από το εκλογικό αποτέλεσμα συνάγεται ότι πάνω από τους μισούς Γάλλους πολίτες προκρίνουν πολιτικές που είναι αντιΝΑΤΟϊκές, αντιαμερικανικές και εχθρικές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, είτε μέσα από το πρίσμα της Άκρας Δεξιάς, είτε μέσω της αντικαπιταλιστικής αριστερής προσέγγισης του Μελανσόν. Η αποδυνάμωση της μίας πλευράς του άξονα που στηρίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση και η εμφάνιση ρωγμών στο μέτωπο της Δύσης έναντι της Ρωσίας σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία -ανεξαρτήτως αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με τις όποιες πολιτικές επιλογές- αποτελούν παράγοντες που δημιουργούν νέα δεδομένα για το σύνολο της Ευρώπης.

Η Γαλλία και μαζί της η Ευρώπη πλέουν σε αχαρτογράφητα νερά.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

× Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης