FOCUS

Η οδυνηρή κληρονομιά των Μνημονίων στην υγεία: Πόσο σοφοί γίναμε, ή τι κερδίσαμε;

Shutterstock

Στην διαπίστωση του ομότιμου καθηγητή Οικονομικών της Υγείας της ΕΣΔΥ Γιάννη Κυριόπουλου πριν λίγο καιρό στο CNN Greece, «Πληρώσαμε πολλά για το φροντιστήριο χωρίς να περάσουμε τις εξετάσεις» αποτυπώνεται ξεκάθαρα θα λέγαμε, ο προβληματισμός και η ανησυχία των περισσοτέρων Ελλήνων, για την επόμενη «Μνημονιακή περίοδο».

Κάτι που μπορεί να ψιθυρίζουμε μεταξύ μας, χαμηλόφωνα, ή πιο βροντερά δεν έχει σημασία, αλλά υπάρχει κάτι που μας καίει, ή δεν έχουμε ακόμη χωνέψει…

Ναι πράγματι, το Μνημόνιο τελείωσε, αλλά ζήτω η επιτήρηση η οποία συνοδεύεται από σκληρή δημοσιονομική πολιτική! Άρα μήπως το Μνημόνιο είναι ακόμη εδώ με άλλη μορφή, ή μήπως τελικά πρέπει ο καθένας μας να μάθει να λειτουργεί σαν να υπάρχει πάντα η δαμόκλειος σπάθη των Μνημονίων, ο ατομικός έλεγχος αλλά και η απόκτηση κάποτε φορολογικής συνείδησης (Και αναφέρομαι εδώ και στην Κυβέρνηση, την εκάστοτε κυβέρνηση, η οποία πρέπει να εξετάσει de profundis τη φοροεισπρακτική της πολιτική).

Αν υποθέσουμε ότι το Μνημόνιο τελείωσε και ότι η οδυνηρή εκείνη εποχή δίνει τη σκυτάλη της σε μία νέα αναπτυξιακή και αισιόδοξη εποχή, με δουλειές, αύξηση των οικονομικών δεικτών, ανάγκη για ένα νέο μοντέλο βιομηχανικής παραγωγής και επαναπατρισμό των Ελλήνων επιστημόνων, θα πρέπει να δούμε κατάματα τα διδάγματα που μας άφησε. Καμία αλλαγή δεν έρχεται χωρίς πόνο και απώλεια!

Σοβαρές μεταρρυθμίσεις τώρα

Και στην περίπτωση αυτή, ένα από τα διδάγματα είναι οι σοβαρές και βαθιές μεταρρυθμίσεις, που πρέπει να ολοκληρωθούν όχι μόνο στον τομέα της υγείας (όπως Αξιολόγηση Ιατρικής Τεχνολογίας, Θεραπευτικά Πρωτόκολλα, πραγματική μεταρρύθμιση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας με κύριο άξονα την πρόληψη σε όλες τις ηλικίες, αύξηση των γενοσήμων μέσω οικονομικών κινήτρων για τον πολίτη, βιώσιμο σύστημα υγείας, Προμήθειες στο ΕΣΥ, DRG’s κλπ) αλλά συνολικά σε όλα τα πεδία της οικονομίας και της κοινωνίας.

Μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να έχουν γίνει ήδη από χθες…

Ας ακούσουμε και πάλι τον καθηγητή Κυριόπουλο:

«Είναι γεγονός ότι όλα αυτά τα χρόνια είχαμε την ευκαιρία να υλοποιήσουμε σοβαρές μεταρρυθμίσεις, τις οποίες δεν ολοκληρώσαμε. Δείτε για παράδειγμα την καρικατούρα της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, η οποία θέτει ένα ακόμη πρόσθετο εμπόδιο στους ασθενείς: τον οικογενειακό γιατρό, ενώ και οι ιδιωτικές πληρωμές και παραπληρωμές (φακελάκι και μαύρα εισοδήματα) παραμένουν ψηλά.

Επίσης, δεν υπάρχουν οριζόντιες πολιτικές για μεγάλα νοσήματα όπως υπέρταση (δεν υπάρχουν πολιτικές για μείωση του αλατιού για παράδειγμα) διαβήτης, παχυσαρκία, κλπ.

Τελικά το Μνημόνιο, μετέφερε πόρους από την ολιστική φροντίδα υγείας, στην μονοτεχνική ιατρική περίθαλψη».

Αναφερόμενος στην κληρονομιά των Μνημονίων όσον αφορά στην υγεία, ο καθηγητής Γιάννης Κυριόπουλος, επισημαίνει ότι «είναι αρνητική, όχι τόσο σε θέματα υπηρεσιών υγείας, όσο σε βασικούς δείκτες που σχετίζονται με αύξηση της βρεφικής θνησιμότητας, αύξηση του καρκίνου, αύξηση της ισχαιμικής καρδιοπάθειας, καθώς και μεγάλης νοσηρότητας σε κατάθλιψη. Η οποία κατάθλιψη, είναι περισσότερο αποτέλεσμα της ανεργίας, της επαπειλούμενης μειωμένης απασχόλησης, των χρεών, του δανεισμού και λιγότερο της μείωσης των εισοδημάτων».

Και ακόμη θα λέγαμε εμείς: το γεγονός της γήρανσης του ελληνικού πληθυσμού δεν αποτελεί μήπως έναν σοβαρό προβληματισμό για τη χάραξη μιας εθνικής στρατηγικής που θα καλύπτει το ασφαλιστικό, αλλά και την πρόληψη και προαγωγή υγείας; Εκτός εάν αποφασίσουμε να μείνουμε μόνο στη μεταρρύθμιση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας για θέματα πρόληψης!

Μιλώντας πάντως για το Μνημόνιο και τα διδάγματά του, ο αυθόρμητος συνειρμός που μας έρχεται είναι η φαρμακοβιομηχανία, η οποία επλήγη βαριά στα χρόνια της ύφεσης. Όχι μόνο σε επίπεδο οικονομικό αλλά και επιχειρηματικό και ατομικό.

Οι φαρμακοβιομηχανίες μάτωσαν στην κυριολεξία τόσο με τις διαρκείς μειώσεις των τιμών, με τα απίστευτα ποσά επιστροφών clawback & rebate που καλούνται να πληρώσουν (ποσά που ισοδυναμούν με το 40% περίπου του τζίρου τους), με τη στήριξη των ανασφάλιστων αλλά και με το brain drain.

Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα του BBC, την οκταετία 2008-2016, το 4% των Ελλήνων- περισσότεροι από 400.000 άνθρωποι- έγιναν μετανάστες με αποτέλεσμα ενώ το 2008 οι Έλληνες ηλικίας 20-39 ετών ήταν το 29% του πληθυσμού, μέσα σε μόλις 4 χρόνια μειώθηκαν στο 24% του πληθυσμού.

Μεγάλος χαμένος, ή μεγάλος σοφός η φαρμακοβιομηχανία;

Κάποιος που δικαιούται όχι μόνο να ομιλεί αλλά και να επαναστατεί επομένως, είναι ο κλάδος της φαρμακοβιομηχανίας ελληνικής και πολυεθνικής, ο οποίος προσπάθησε να κρατήσει με νύχια και δόντια τα κεκτημένα του. Είναι χαρακτηριστικό, ότι πολλές ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες, δεν απέλυσαν προσωπικό και δεν προχώρησαν σε μειώσεις μισθών στη διάρκεια των ετών της ύφεσης. Τα μεγάλα τους οχυρά στα δύσκολα αυτά χρόνια, ήταν οι εξαγωγές, αλλά και η στροφή σε καινοτόμα και υψηλής τεχνολογίας σκευάσματα.

Αυτό που προσδοκούν όμως, αργεί ακόμη και είναι το πιο προφανές: Δηλαδή, μία εθνική στρατηγική με βασικούς άξονες την ανάπτυξη, την εξωστρέφεια και την παραγωγική δυνατότητα.

Όπως τόνισε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας Θεόδωρος Τρύφων μιλώντας στο πρόσφατο συνέδριο της Ναυτεμπορικής στις 20 Σεπτεμβρίου:

«Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία μέσω της ΠΕΦ, έχει εγκαίρως καταθέσει- και θα το πράξει και στην συνεδρίαση της «Διακομματικής Επιτροπής για τη χάραξη εθνικής πολιτικής για το φάρμακο»- τις τεκμηριωμένες και κοστολογημένες προτάσεις της για μία συνολική φαρμακευτική πολιτική που έχει σαν στόχο να διασφαλίζεται η πρόσβαση των πολιτών στις απαραίτητες θεραπείες ενώ, επιτέλους, θα αναδεικνύεται η αναπτυξιακή διάσταση της ελληνικής παραγωγής φαρμάκου».

Σκληρή κριτική όμως ασκεί και ο πρόεδρος του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος Ολύμπιος Παπαδημητρίου αναφορικά με τις πολιτικές των Μνημονίων που στοχοποίησαν ιδιαίτερα τον κλάδο της φαρμακοβιομηχανίας, επιβάλλοντας τα μέτρα του clawback & του rebate. Αναφέρει στο CNN Greece:

«Η κυβέρνηση, νομοθέτησε και συνεπώς αποφάσισε να διατηρήσει μέχρι και το 2022 τη βαριά υπερφορολόγηση των φαρμακευτικών επιχειρήσεων, μέσω των υποχρεωτικών εκπτώσεων και επιστροφών.

Και ενώ παραδέχεται πως τα χρήματα που διαθέτει για τη φαρμακευτική δαπάνη δεν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες των ασθενών, απομυζά τα επιπλέον χρήματα που απαιτούνται (επιπλέον 49% μόνο για πέρυσι ή αλλιώς 1,2 δις) από τις φαρμακευτικές εταιρείες χωρίς να θέτει κανένα απολύτως όριο για το μέγιστο επίπεδο που μπορεί να φτάσει αυτό το ποσό.

Βολεύεται να μετακινεί ανεξέλεγκτα τις δαπάνες στις επιχειρήσεις, αφού με τον τρόπο αυτό δεν πιέζεται ούτε κατ’ ελάχιστον να εφαρμόσει συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις. Διαπράττει ένα μοιραίο λάθος όμως, καθώς δεν κατανοεί πως χωρίς βιώσιμο φαρμακευτικό κλάδο, δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμο Δημόσιο Σύστημα Υγείας και άρα σωστά υποστηριζόμενοι ασθενείς». Και συνεχίζει:

«Θεωρώ πως πλανάται πλάνην οικτράν όποιος θεωρεί ότι η επόμενη μέρα δεν περιλαμβάνει δημοσιονομικό πρόγραμμα. Οι οικονομικοί πόροι θα συνεχίσουν να είναι συγκεκριμένοι, θα υπάρχουν συγκεκριμένοι στόχοι που θα πρέπει να επιτευχθούν. Αυτό που πιθανώς αλλάζει είναι οι βαθμοί ελευθερίας που θα έχουν οι κυβερνώντες για να αποφασίσουν με ποιες ενέργειες θα επιτευχθούν οι στόχοι και θα διατεθούν οι πόροι».

Τα μεγάλα διδάγματα

Τέλος, αναφορικά με τα διδάγματα του Μνημονίου, ο πρόεδρος του ΣΦΕΕ τονίζει:

«Κατ’ αρχήν ότι έχει καθοριστική σημασία να οργανώνεται κάτι, οτιδήποτε κι αν είναι αυτό, με τον ορθότερο δυνατό τρόπο από τη στιγμή που ξεκινά. Αν ξεκινήσει στραβά και αναπτύσσεται σε λανθασμένη κατεύθυνση, η διόρθωσή του είναι ίσως και ανέφικτη. Αφήσαμε το σύστημα υγείας να αναπτυχθεί με πολλές στρεβλώσεις και πολλή χαλαρότητα με αποτέλεσμα οι απαιτούμενες αλλαγές να επιφέρουν τον πόνο που έχει ένα χειρουργείο χωρίς νάρκωση.

Από εκεί και πέρα ελπίζω να μην ξεχάσουμε πόσο απαξιωτικό είναι να μας επιβάλλουν άλλοι τις πράξεις μας και τις πολιτικές μας, αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να επιτρέψουμε να ξανασυμβεί. Αρκεί να λειτουργούμε ως πολίτες και όχι ως πελάτες…»

Από την πλευρά του, ο Αναπληρωτής Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ) κ. Κωνσταντίνος Παναγούλιας σχολιάζει χαρακτηριστικά:

«Τα μνημόνια μας υπενθύμισαν με τον πιο οδυνηρό τρόπο, τη ρήση του πατέρα της Ιατρικής Ιπποκράτη, πως το δε προνοείν και προλαμβάνειν κρείττον εστί του θεραπεύειν…

Ο τομέας της Υγείας αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα των πιέσεων που έχουν υποστεί οι κοινωνικές δομές, από τη βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή, τις περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες του κράτους και τη μη αντιμετώπιση χρόνιων παθογενειών.

Για να έχουμε μια αίσθηση των δυσκολιών, αρκεί να σημειώσουμε ότι η φαρμακευτική δαπάνη έχει μειωθεί κατά 60% σε σχέση με το 2009 - όταν ο αριθμός των νοσηλευόμενων ασθενών έχει αυξηθεί κατά 31% - με αποτέλεσμα σήμερα να βρίσκεται περίπου στο 50% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Με ένα ανεπαρκέστατο κλειστό προϋπολογισμό φαρμακευτικής δαπάνης στο 1,945 δισ. ευρώ, την υπέρβαση και ανεξέλεγκτη αύξηση της δαπάνης την καλύπτουν οι φαρμακευτικές εταιρείες, μέσω υποχρεωτικών και εξοντωτικών εκπτώσεων και επιστροφών, που πέρυσι ξεπέρασαν το 1,2 δισ. ευρώ! Αυτό δεν είναι δυνατόν να συνεχιστεί.

Ο εξορθολογισμός της φαρμακευτικής δαπάνης και η σταδιακή φορολογική εκλογίκευση και αποσυμπίεση, σε περιβάλλον σταθερότητας, αποτελούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις της επόμενης μέρας, έτσι ώστε να διασφαλιστεί αυτό που χάρη στις προσπάθειες των φαρμακευτικών εταιρειών δεν χάθηκε ακόμη δηλ. η απρόσκοπτη πρόσβαση των ασθενών στις αναγκαίες για εκείνους θεραπείες».

Στόχος μας είναι όχι μόνο να συνεχίσουμε να επενδύουμε, αλλά και να αυξήσουμε τις επενδύσεις σε R&D με επίκεντρο τον ασθενή, σε κλινικές μελέτες, στις συνεργασίες διεθνών και ελληνικών εταιρειών, αλλά και να αυξήσουμε τις θέσεις εργασίας στις εταιρείες μας. Αυτό προϋποθέτει, όμως, τη διαμόρφωση ενός σταθερού περιβάλλοντος φαρμακευτικής πολιτικής, με προβλεψιμότητα και συνυπευθυνότητα, που να εξασφαλίζει προοπτικές βιωσιμότητας και ανάπτυξης.

Αναφερόμενος στην επόμενη ημέρα της Ελλάδας, απαλλαγμένη από Μνημονιακές πολιτικές, ο κ. Παναγούλιας επισημαίνει:

«Χρειάζεται πρώτον να σχεδιαστεί ένα πλαίσιο φορολογικών και επενδυτικών κίνητρων για την περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ ελληνικών και διεθνών εταιρειών, που θα παραγάγουν καινοτομία και θα υποστηρίξουν το ερευνητικό δυναμικό της χώρας. Δεύτερον πρέπει να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις και τα κίνητρα που υπάρχουν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ώστε να προχωρήσουν σημαντικές επενδύσεις στην κλινική έρευνα στη χώρα μας και τρίτον πρέπει να σταματήσει η αφαίμαξη των εταιρειών μέσω του συστήματος των υποχρεωτικών επιστροφών».

ΣΕΒ: Προς ένα νέο μοντέλο βιομηχανικής παραγωγής

Τέλος, ας αφουγκραστούμε και το κορυφαίο θεσμικό όργανο της βιομηχανίας, τον Σύνδεσμο Ελληνικών Βιομηχανιών για τη νέα εποχή που είναι ante portas:

«Η χώρα βγαίνει από τα Μνημόνια χωρίς να διαθέτει την παραγωγική βάση και την εξωστρέφεια που απαιτείται για να απογειωθεί η οικονομία της. Χρειάζεται λοιπόν, συνέχιση και εμβάθυνση των μεταρρυθμίσεων, ώστε να αυξηθούν τα μερίδια των επενδύσεων έναντι της κατανάλωσης και των εξαγωγών έναντι των εισαγωγών στο ΑΕΠ.

  • Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις για να επανέλθει η Ελλάδα σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, χωρίς να γίνουν μαζικά επενδύσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα. Οι εμβληματικές ξένες κι εγχώριες επενδύσεις πρέπει να προχωρήσουν άμεσα, χωρίς άλλα προβλήματα, ώστε να αλλάξει η διεθνής αντιμετώπιση και η εμπιστοσύνη επενδυτών και αγορών προς τη χώρα.
  • Οι επενδύσεις δεν έρχονται απλώς και μόνο επειδή βγαίνουμε από τα Μνημόνια. Προϋποθέτει να ισχύσει στην Ελλάδα το σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας μιας ελεύθερης και διεθνώς ανταγωνιστικής οικονομίας της αγοράς, όπως συμβαίνει σε όλο τον κόσμο».

- Το ασφαλιστικό σύστημα δεν συνδέει τις εισφορές των εργαζομένων με τις συντάξεις που θα πάρουν στο μέλλον. Οι εργαζόμενοι δεν μπορεί να δουλεύουν στα τυφλά. Με τις εισφορές μάλιστα να μπαίνουν στα γενικά φορολογικά έσοδα χωρίς να επενδύονται για να πολλαπλασιασθούν, δεν προωθείται ούτε η εργασία ούτε η αποταμίευση. Επιπλέον οι υψηλές εισφορές, δυσκολεύουν τις επιχειρήσεις να κάνουν προσλήψεις αλλά και να δώσουν αυξήσεις στο προσωπικό τους.

- Χρειάζεται ένα φορολογικό σύστημα που να επιβραβεύει και όχι να τιμωρεί όσους δουλεύουν περισσότερο και κερδίζουν περισσότερα χρήματα, και όχι να ωθεί τα καλύτερα στελέχη μας στο εξωτερικό, και τις επιχειρήσεις σε αδυναμία στελέχωσης με άτομα που διαθέτουν υψηλές δεξιότητες.

- Οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές, που οδηγούν τις μικρές ιδίως επιχειρήσεις σε παράνομες πρακτικές φοροδιαφυγής, αδήλωτης εργασίας, κ.λ.π., πρέπει να μειωθούν, διότι δεν αφήνουν τις επιχειρήσεις να μεγαλώσουν, να προσλάβουν κόσμο και να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους.

- Το κράτος πρέπει να εκσυγχρονισθεί και να νοικοκυρέψει τα έξοδά του. Δεν αρκούν οι καλές προθέσεις. Απαιτούνται ιδιωτικοποιήσεις πολλών Δημοσίων Επιχειρήσεων, στοχευμένα δημόσια έργα με τη μορφή των ΣΔΙΤ και των παραχωρήσεων στον ιδιωτικό τομέα, που θα φέρνουν συγκεκριμένο και λειτουργικό αποτέλεσμα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το κράτος επιβάλλεται να γίνει μέρος της λύσης και όχι να είναι μέρος του προβλήματος, βάζοντας εμπόδια στη λειτουργία των επιχειρήσεων.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

× Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης