FOCUS

Γιατί απεχθανόταν ο Χατζηδάκις το Όσκαρ; Η εσωτερική αντίφαση που χαρακτήρισε τη ζωή και το έργο του

Με την Κατίνα Παξινού που του «δάνεισε» το Όσκαρ της προκειμένου να φωτογραφηθεί

Απ' όλα τα Όσκαρ που έχουν απονεμειθεί στην ιστορία του θεσμού, κανέναν δεν πρέπει να πέρασε τόσο άσχημα όσο εκείνο του Μάνου Χατζηδάκι. Ακόμη και σήμερα στέκεται «τιμωρία», κοιτώντας τον τοίχο, με βασικό του παράπτωμα ότι βρέθηκε στα χέρια του συνθέτη.

Υπάρχουν πολλοί μύθοι γύρω από το Όσκαρ του Μάνου Χατζηδάκι, αλλά και πολλές αλήθειες. Τους μύθους καλλιέργησε συστηματικά και επίμονα ο ίδιος, όπως και το μεγάλο μύθο, το δικό του, κάνοντας ό,τι μπορούσε για να «απαλλαγεί» από το Όσκαρ του, αλλά και από το «στίγμα», όπως το αντιλαμβανόταν ο ίδιος, μιας τέτοιας αναγνώρισης.

Είναι αλήθεια, όμως, ότι ο Μάνος Χατζηδάκις δεν ήθελε το Όσκαρ, το οποίο στα χέρια του κακοπέρασε όσο κανένα άλλο στην ιστορία;

«Είδε κανείς τον κύριο Χατζηδάκι;»

Τα Όσκαρ του 1961 απενεμείθησαν στις 17 Απριλίου. Ήταν μια πολύ ατυχής παγκόσμια στιγμή, πολλαπλά ατυχής για τους Αμερικάνους οι οποίοι μόλις είχαν διαπράξει τη μεγαλύτερη γκάφα ever της εξωτερικής τους πολιτικής, ίσως και την κορυφαία όλων των εποχών και όλων των εθνών, προσπαθώντας να εισβάλουν με τον πλέον άτσαλο τρόπο στον Κόλπο των Χοίρων στην Κούβα.

Η εισβολή απέτυχε παταγωδώς και θορυβωδώς, φέρνοντας αργότερα σε τρομερά δύσκολη θεση τον Πρόεδρο Κένεντι και τις ΗΠΑ γενικότερα, αλλά εκείνο το βράδυ βρισκόταν σε εξέλιξη και φυσικά κανείς δεν ασχολιόταν με τα Όσκαρ, κάτι πολύ λογικό όταν λίγο παραδίπλα παίζεται ένα έργο που μπορεί να φέρει τον Γ' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οικοδεσπότης της γενικώς άβολης βραδιάς είναι ο κωμικός ηθοποιός Μπομπ Χόουπ. Το τραγούδι του Μάνου «Τα Παιδια του Πειραιά» από την ταινία του Ντασέν με τη Μελίνα Μερκούρη «Ποτέ την Κυριακή» είναι φαβορί και ο Μάνος το ξέρει. Όλοι το ξέρουν. Κατά τη διάρκεια της τελετής το τραγουδάει ζωντανά επί σκηνής η Κόνι Φράνσις.

Και έρχεται η ώρα της βράβευσης. Ανεβαίνουν στη σκηνή η Τζέιν Μέντοους και ο Στιβ Άλεν για να δώσουν το βραβείο, ανακοινώνουν το νικητή και περιμένουν. Και περιμένουν και τίποτα. Δεν είναι μόνο ότι δεν πήγε ο ίδιος ο Χατζηδάκις, είναι ότι δεν πήγε κανένας να το πάρει.

«Μάλλον δεν θα είναι εδώ μέχρι την Κυριακή», λέει ο Άλεν, παύση, «είναι ο κύριος Μάνος Χατζιδάκις στην αίθουσα;» ρωτάει η Μέντοους, η οποία δυσκολεύεται να προφέρει το ονομά του.

Ο Χόουπ, διάσημος ατακαδόρος, κάνει ένα άτεχνο αστείο για να καλύψει το κενό: «Έρχεται με λεωφορείο από τη Γιουγκοσλαβία…». Η ώρα περνάει, δεν εμφανίζεται κανείς και ο ηθοποιός παίρνει τελικά ο ίδιος το Όσκαρ, λέγοντας «περίμενα πάντα αυτή τη στιγμή…».

«Το Όσκαρ είναι μια μεγάλη και βαριά υποχρέωση»

Για να μην τα πολυλογούμε, καθώς όλα αυτά είναι και εν πολλοίς γνωστά, η Ακαδημία στέλνει με το Ταχυδρομείο το Όσκαρ στον Χατζηδάκι, αυτό χάνεται στο δρόμο, εκείνος δανείζεται το Όσκαρ της Παξινού για να φωτογραφηθεί, αργότερα του στέλνουν και ένα αντίγραφο του δικού του.

Η αρχική στάση του Χατζηδάκι απέναντι στη βράβευση δεν ήταν καθόλου απαξιωτική. Ακριβώς το αντίθετο. Φάνηκε σχεδόν σα να μην ήξερε τι να κάνει με το βάρος μιας τέτοιας τιμής.

Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Εμπρός», είπε λίγες μέρες μετά: «Η καριέρα μου αρχίζει τώρα. Το Όσκαρ είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό αγαλματάκι, είναι μια μεγάλη και βαριά υποχρέωση».

Δέκα χρόνια αργότερα το πέταξε κυριολεκτικά στα σκουπίδια και το περιμάζεψε η οικιακή βοηθός του, η οποία το έδωσε στην αδελφή του συνθέτη, Μιράντα. Εκείνη το κράτησε στο σπίτι της και το έδωσε στον υιοθετημένο γιο του, Γιώργο, ένα χρόνο μετά το θάνατο του Μάνου. Μέρος του μύθου αυτού του Όσκαρ, αλλά και του ίδιου του Μάνου αποτελεί η πληροφορία ότι εκείνος το τοποθέτησε στο σπίτι-μουσείο του συνθέτη με τρόπο ώστε ο δύσμοιρος Όσκαρ να κοιτάει τον τοίχο...

Τι είχε αλλάξει;

Γιατί κάθομαι και γράφω αυτές τις βλακείες;

Η μπάλα της αποστροφής του Χατζηδάκι, μαζί με το Όσκαρ πήρε και τα «Παιδιά του Πειραιά». Άλλο ένα μυθικό επεισόδιο, τον θέλει να τρώει το 1963 στο Παρίσι με την Κάλλας. Τους πλησίασαν τέσσερις μουσικοί, λέει η ιστορία, και έπαιξαν «Παιδιά του Πειραιά». Η Κάλλας άρχισε να τραγουδάει. Όταν τελείωσε το τραγούδι, ο Μάνος υποτίθεται ότι της είπε: «Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι η μεγαλύτερη τραγουδίστρια του κόσμου θα τραγουδούσε τόσο μέτρια, αυτό το μέτριο τραγούδι».

Φυσικά τα «Παιδιά του Πειραιά» δεν είναι καθόλου μέτριο τραγούδι και είναι τουλάχιστον παράξενο να το ακούει αυτό κανείς από έναν άνθρωπο που έγραψε τραγούδια για τις ταινίες της Βουγιουκλάκη. Που κι αυτά τα απαξίωνε με φρίκη.

Γενικώς ο Μάνος απαξίωσε μεγάλο μέρος του έργου του κι αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε μια δική του εσωτερική αντίφαση, την οποία δεν κατάφερε να επιλύσει μέχρι τέλους: Ο Χατζηδάκις έβλεπε τον κόσμο με βασικό κριτήριο την αισθητική. Την οποία αισθανόταν συχνά και λανθασμένα ότι πρόδιδε.

Είχε πάντα την αγωνία της επιτυχίας σε επίπεδο «ανώτερης» καλλιτεχνικής δημιουργίας. Κάτι που έλεγε συχνά και στο φίλο του, Μίκη Θεοδωράκη, όταν οι δύο τους αλληλοκατηγορούνταν ότι ενέδωσαν στα «εύκολα».

Τα «εύκολα», τα οποία όμως τους έκαναν γνωστούς στις μάζες, τους έδωσαν την ευχέρεια να γράφουν και τα «δύσκολα», τους έδωσαν χρήματα -στα οποία ο Χατζηδάκις δεν ήταν καθόλου αρνητικός- και παγκόσμια φήμη. Δεν είναι τυχαίο ότι πούλησε τα δικαιώματα από τα «Παιδιά του Πειραιά» για να φτιάξει τα δόντια του. Εάν τα είχε κρατήσει, βέβαια, θα είχε βγάλει εκατομμύρια, αλλά στο μυαλό του το τραγουδι δεν ήταν άξιο επιτυχίας, δεν πίστευε ότι οι άνθρωποι θα το αγαπούσαν τόσο πολύ. Διότι ταύτιζε τα δικά του γούστα με αυτά που θα έπρεπε να έχει το κοινό.

Ο Χατζηδάκις δεν συγχώρεσε ποτέ τον εαυτό του γι αυτήν του την αδυναμία. Είχε, όπως πολλοί άνθρωποι, το σύνδρομο της τελειότητας: Εάν μπορώ να γράψω συμφωνική μουσική, γιατί κάθομαι και γράφω αυτές τις αηδίες;

Του ήταν δύσκολο να αποδεχθεί το γεγονός ότι «αυτές οι αηδίες» τον έβαλαν σε κάθε σπίτι, ίσως διότι στο βάθος του (ή και σε όχι τόσο μεγάλο βάθος) απαξίωνε και το κοινό που είχε ταπεινά γούστα. Ο Χατζηδάκις είχε έπαρση και ελιτισμό σε βαθμό που μόνο σε ταλέντα του βεληνικούς του μπορεί να συγχωρήσει κάποιος.

Ο ίδιος χρόνια αργότερα σε ένα κείμενό του με τίτλο «Η Ρωμαϊκή Αγορά έτσι όπως γέννησε τα τραγούδια μου», μεταξύ άλλων είχε γράψει: «Και το επίσημο κράτος με γιόρτασε για το Όσκαρ που πήρα ερήμην μου και έξω απ’ τα δικά μου σχέδια. Πάλεψα χρόνια για ν’ αφαιρέσω αυτό τον “τίτλο τιμής” από την πλάτη μου».

Ο Μάνος, η Μελίνα και ο Ντασέν, το Νοέμβριο του 1960 @AP Photo

Πάλεψε πράγματι, αλλά όχι για να αφαιρέσει το Όσκαρ από πάνω του.

Το Όσκαρ ήταν ο συμβολισμός: Ήταν η βράβευση που του υπενθύμιζε πάντα τους συμβιβασμούς που έκανε. Και τους έκανε χαρούμενα και πρόθυμα, μετανοιώνοντας αμέσως μετά. Έδινε στο κοινό εύπεπτη μουσική, ενώ στο βάθος του πίστευε ότι όφειλε να το εκπαιδεύσει. Και μισούσε ταυτόχρονα το κοινό αυτό και τον εαυτό του, που αντί να αποθεώνουν τη συμφωνική μουσική (το μεγάλο του απωθημένο) και τη τζαζ (που τόσο αγαπούσε), αλληλοτροφοδοτούνταν με τις μελωδίες των τραγουδιών και την άτεχνη φωνή της Μερκούρη και της Βουγιουκλάκη.

Η περίπτωση του Χατζηδάκι δεν είναι μοναδική σε αυτήν την αντίφαση. Πολλοί άνθρωποι ζουν με τη βεβαιότητα ότι θα έπρεπε να αφιερώνονται μόνο στην κορυφή των δυνατοτήτων τους, αγνοώντας ότι οι δυνατότητες αυτές μπορούν θαυμάσια να ξεδιπλωθούν και στα «μικρά» και όχι κοσμοϊστορικά δημιουργήματά τους.

Για τον κόσμο είναι ευτύχημα που ο Χατζηδάκις ενέδωσε στις μικρές του αδυναμίες. Τα «Παιδιά του Πειραιά», ανεξάρτητα από το Όσκαρ, μεγάλωσαν και θα μεγαλώσουν γενιές ανθρώπων.

Για τον ίδιον είναι κρίμα που πέθανε χωρίς να το καταλάβει. Χωρίς να καταλάβει πόσο ταλέντο χάρισε στον απλό κόσμο, που τον είχε πολύ μεγαλύτερη ανάγκη από την υψηλή διανόηση.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

× Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης