ΚΟΣΜΟΣ

Αν και αθώος, πέρασε 46 χρόνια στη φυλακή - Καταφύγιό του η ζωγραφική και η δίψα για εκδίκηση

O Ρίτσαρντ Φίλιπς αποφυλακίστηκε έχοντας περάσει περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες στη φυλακή. CNNi

Ο Ρίτσαρντ Φίλιπς εξέτισε την πιο μακροχρόνια λανθασμένη ποινή φυλάκισης στην αμερικανική ιστορία γράφοντας ποίηση και ζωγραφίζοντας με νερομπογιές. Μία κρύα μέρα στη φυλακή όμως, πήρε ένα μαχαίρι και σκέφτηκε την εκδίκηση

Ο Ρίτσαρντ Φίλιπς είναι ένας ψηλός άνδρας με μεγάλους ώμους και τη συνήθεια να σιγοτραγουδάει, συνήθως χωρίς λέξεις, έναν βαθύ και χαρωπό ρυθμό που μοιάζει να αναδύεται από την ψυχή του. Ξεκίνησε να τραγουδάει από όταν ήταν παιδί, συνέχισε στη φυλακή και τώρα τραγουδάει στο αυτοκίνητο, στο βραδινό φαγητό, συγκρατώντας τις νότες στα χείλη του, σαν τίποτα στον κόσμο να μπορεί να σταματήσει τη μουσική.

Δύο ημέρες μετά την ισόβια καταδίκη του το 1972, ο Φίλιπς έγραψε ένα ποίημα. Ήταν το πρώτο στη ζωή του. Ήταν 26 ετών, είχε παρατήσει το σχολείο στο γυμνάσιο και τώρα, έχοντας άπλετο χρόνο για σκέψεις, πήρε ένα μολύβι και άρχισε να γράφει τις σκέψεις του στο χαρτί. Έγραψε για τα χρώματα των σταγόνων της βροχής, για τα χρώματα του ουρανού, της καρδιά του, για το χρώμα των λέξεων όταν τραγουδούσε δυνατά, για το χρώμα της ανάγκης του να κρατήσει κάποιον στην αγκαλιά του. Του έλειπαν τα παιδιά του, να τα αγκαλιάζει, να τους δένει τα παπούτσια και να σκουπίζει τα δάκρυά τους, και ήξερε ότι ο μόνος τρόπος για να επιστρέψει σε αυτά μια μέρα ήταν αποδεικνύοντας με κάποιο τρόπο την αθωότητά του.

Η πρώτη έφεση απορρίφθηκε το 1974, η δεύτερη το 1975. Ο Φίλιπς σκέφτηκε ότι ίσως κέρδιζε με έναν καλύτερο δικηγόρο, έτσι έπιασε δουλειά στο εργοστάσιο πινακίδων κυκλοφορίας, στο τμήμα μελάνης. Οι απολαβές ήταν χαμηλές με τα δεδομένα της ελεύθερης αγοράς, αλλά με τα δεδομένα της φυλακής καλές, και ο Φίλιπς, κερδίζοντας περίπου 100 δολάρια τον μήνα εκτός των μπόνους, άνοιξε έναν τραπεζικό λογαριασμό και έβλεπε τα χρήματά του να αυξάνουν.

Τέσσερα χρόνια αργότερα είχε αρκετά χρήματα για να προσλάβει τους καλύτερους δικηγόρους υπεράσπισης του Μίσιγκαν, έτσι έστειλε τα χρήματα και περίμενε τη δικαίωσή του. Στο μεσοδιάστημα σκεφτόταν τα παιδιά του, ανακαλούσε τη γεύση του σπιτικού παγωτού και έγραφε ερωτικά ποιήματα σε γυναίκες, πραγματικές και της φαντασίας του, που περιλάμβαναν κρεβάτια στρωμένα με βιολέτες και ζεστά αφρόλουτρα από δάκρυα.

Περίμενε. Και περίμενε. Την 1η Ιανουαρίου του 1979, μία ημέρα που έχει σημειώσει στο ημερολόγιό του, ο Φίλιπς ήταν στο κελί του όταν ένας συγκρατούμενός του έφερε τα νέα. Είχε μόλις δει τον Φρεντ Μίτσελ στο εστιατόριο. Ήταν μια κρύα Δευτέρα στη φυλακή Τζάκσον και ο Φίλιπς είχε να δει τα παιδιά του 2.677 ημέρες.

Ο Φρεντ Μίτσελ; Ο Φίλιπς ήξερε τι να κάνει.

Στο δρόμο σταμάτησε σε έναν φίλο.

Έρχομαι μαζί σου, είπε ο φίλος.

Στη φυλακή στεγάζονταν αρκετά εργοστάσια. Αυτό σήμαινε εύκολη πρόσβαση σε πρώτες ύλες, μεταξύ των οποίων παλιοσίδερα, γεγονός που σήμαινε αφθονία αυτοσχέδιων μαχαιριών. Ο Φίλιπς και ο φίλος του έβαλαν από ένα κάτω από το μανίκι και στάθηκαν έξω από το εστιατόριο περιμένοντας τον Μιτσέλ να εμφανιστεί. Πράγματι, κάποια στιγμή βγήκε στην αυλή, ανίδεος για τους δύο άνδρες που περπατούσαν πίσω του.

Ο Φίλιπς τα είχε σχεδιάσει όλα στο μυαλό του. Θα περίμενε τον Μίτσελ μέχρι να φτάσει στο Τυφλό Σημείο, εκείνο το κομμάτι της αυλής που ήταν γνωστό ότι οι φρουροί δεν μπορούσαν να τους δουν. Εκεί θα βύθιζε το μαχαίρι στο λαιμό του Μίτσελ. Και ίσως τη γλίτωνε.

Έμοιαζε με δικαιοσύνη.

Το ρολόι

Ο Φίλιπς ήταν περίπου 12 ετών όταν το ρολόι του πατριού του εξαφανίστηκε. Ήταν μια Παρασκευή βράδυ στο Ντιτρόιτ του 1958. Ο πατριός του είχε μια παχιά δερμάτινη ζώνη. Έβαλε ένα ποτήρι Johnnie Walker και ρώτησε τον Φίλιπς αν είχε πάρει εκείνος το ρολόι. Ο Φίλιπς το αρνήθηκε. Ο πατριός του τον έδερνε με τη ζώνη για πολύ ώρα. Τότε τον ξαναρώτησε: Έκλεψες το ρολόι; Ο Φίλιπς αρνήθηκε. Το ξύλο συνεχίστηκε. Έκλεψες το ρολόι; Όχι. Η ζώνη έσκισε στο δέρμα του παιδιού. Η μητέρα του παρακολουθούσε, πολύ φοβισμένη για να παρέμβει. Ο πατριός συνέχιζε να ζητάει ομολογία. Ο Φίλιπς αντιστεκόταν. Η ζώνη χτυπούσε ξανά και ξανά και ξανά μέχρι που κάποια στιγμή κατέρριψε ένα εσωτερικό όριο. Έκλεψες το ρολόι μου; Ναι, είπε το αγόρι μόνο και μόνο για να σταματήσει η κακοποίηση, και ο νεαρός άνδρας που προέκυψε από αυτήν είπε στον εαυτό του ότι εκείνη ήταν η τελευταία ψευδής ομολογία που θα έκανε ποτέ στη ζωή του.


O Ρίτσαρντ Φίλιπς περιπλανιέται στους δρόμους του Ντιτρόιτ κάνοντας μια στάση σε μερικά καζίνο. (Πηγή: CNNi)

Κάποια ψέματα απαιτούν περισσότερα ψέματα. Ο Φίλιπς έπρεπε κάπως να απολογηθεί για το ρολόι και έτσι είπε ότι το είχε δώσει σε έναν συμμαθητή του. Ο πατριός του του είπε να πάει τη Δευτέρα στο σχολείο και να το φέρει πίσω. Ο Φίλιπς πήγε για ύπνο στη γεμάτη κατσαρίδες σοφίτα, όπως έκανε κάθε βράδυ, αναζητώντας μια χαραμάδα καθαρού αέρα. Το επόμενο πρωί έφυγε. Πήρε μια κονσέρβα με χοιρινό και φασόλια, ένα ανοιχτήρι, μερικές φέτες ψωμιού και ένα αναψυκτικό και άνοιξε την πόρτα προς τη νέα του ζωή. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε στο πλατύσκαλο ενός άδειου σπιτιού, γνωρίζοντας ότι δεν είχε κανέναν άλλο στον κόσμο, παρά τον εαυτό του.

Η αστυνομία τον έπιασε την επόμενη ημέρα. Ο πατριός του τον έδειρε ξανά. Και μόνος στη σοφίτα ή στους δρόμους του Ντιτρόιτ, ο Φίλιπς έμαθε πώς να επιβιώνει. Πώς να κλέψει κεράσια από τα δέντρα. Πώς να καταλαβαίνει γιορτές πηγαίνοντας το πρωί των Χριστουγέννων στο σπίτι του γείτονα και βλέποντας τα άλλα παιδιά να ανοίγουν τα δώρα τους. Πώς να αποδρά ζωγραφίζοντας: ένα αεροπλάνο, τον Superman, ακόμη και τη Μόνα Λίζα, με ένα μολύβι πάνω σε ένα κομμάτι από χαρτόνι.

Σε εκείνους τους δρόμους, έκανε έναν φίλο που θα τον πρόδιδε.

Ο «φίλος» Φρεντ

Λίγα πράγματα είναι γνωστά για τη ζωή του Φρεντ Μίτσελ εκτός από κάποιες αναμνήσεις παλιών γνώριμών του και τις επίσημες περιστασιακές καταγραφές. Όταν ο υπογράφων προσέγγισε το 2019 την αδελφή του για να μιλήσουν για τον Μίτσελ, εκείνη απάντησε: «Ξεκουμπίσου από την αυλή μου».

Τέλος πάντων, παλιά ήταν καλός παίχτης μπέιζμπολ, την εποχή που όλα τα παιδιά ήθελαν να μοιάσουν στον Γουίλι Μέις. Όταν δεν έπαιζαν μπέιζμπολ, ο Φίλιπς και ο Μίτσελ έκαναν κοπάνα από το σχολείο για να περιεργαστούν τα όπλα τους, να πιουν μπίρες στις πίσω αυλές και να παίξουν κρυφτό με τους αστυνομικούς. Ήταν νεαροί μικροεγκληματίες, ήταν στο όριο του να γίνουν σκληροί εγκληματίες σε μία πόλη όπου το έγκλημα ήταν παντού.

Ένα μόνο φύλλο της εφημερίδας Detroit Daily Dispatch δίνει μία αίσθηση για το χάος και την απόγνωση. Ένας άνδρας είπε στην αστυνομία: «Πυροβόλησα τέσσερις σήμερα». Δύο γυναίκες πάλευαν με μαχαίρια. Μία μαχαιρώθηκε θανάσιμα. Απαγωγείς λήστεψαν και βίασαν τη γυναίκα ενός γιατρού. Ήταν 13 Δεκεμβρίου 1967. Στο τέλος της δεύτερης σελίδας υπήρχε μια σύντομη αναφορά σε έναν 19χρονο άνδρα ο οποίος δήλωσε αθώος για ανθρωποκτονία. Ήταν ο Φρεντ Μίτσελ, ο οποίος είχε τσακωθεί με έναν άλλο νεαρό και τον είχε πυροβολήσει θανάσιμα.

Εκείνη την εποχή ο Φίλιπς έπαιρνε έναν καλύτερο δρόμο. Έχοντας εκτίσει μία σύντομη ποινή στις φυλακές, παρακολούθησε μαθήματα γραφομηχανής και έμαθε να πληκτρολογεί 72 λέξεις το λεπτό. Καθώς ήταν έξω με περιοριστικούς όρους βρήκε μια δουλειά στον τομέα της νέας του τέχνης και έβγαζε 33 (σημερινά) δολάρια την ώρα. Το πρωί έβαζε το κοστούμι του και πήγαινε με το λεωφορείο στη δουλειά, περνώντας λιγότερο χρόνο με την παλιοπαρέα.

Ο Φίλιπς είχε σθένος και καλούς τρόπους. Γοήτευε τα νεαρά κορίτσια. Μία μέρα η κοπέλα του, η Τερέζα, του είπε ότι ήταν έγκυος, και ότι το μωρό ήταν δικό του. Ο Φίλιπς έμεινε μαζί της, η κόρη τους γεννήθηκε, παντρεύτηκαν και απέκτησαν και έναν γιο. Η Τερέζα εργαζόταν σε τράπεζα. Νοίκιασαν ένα όμορφο διαμέρισμα στο Γκλάντστοουν και ο Φίλιπς αγόρασε μία Buick Electra 225. Έδωσε στα παιδιά του πράγματα που ο ίδιος δεν είχε ποτέ: άφθονη αγάπη, όμορφα καινούρια ρούχα, πολλά παιχνίδια κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο.


O Φίλιπς κρατά μία από τις τελευταίες φωτογραφίες που έβγαλε ποτέ με την κόρη του, Ρίτα. Η φωτογραφία τραβήχτηκε το 1970. (Πηγή: CNNi)

Το 1971, τη χρονιά που ο Φίλιπς έγινε 25 ετών, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Ενώ αστειεύονταν με συναδέλφους στη δουλειά, μία πλάκα παρατράβηξε. Κάποιος πέταξε ένα αναμμένο τσιγάρο στην πίσω τσέπη κάποιου άλλου, και ο θύτης είπε ότι το έκανε ο Φίλιπς. Εκείνος το αρνήθηκε αλλά έχασε έτσι κι αλλιώς τη δουλειά του.

Εκείνη την εποχή ο Φρεντ Μίτσελ έβγαινε από τη φυλακή. Άνεργος και αδρανής, με τον γάμο του να καταρρέει, ο Φίλιπς επέστρεψε στον παλιό του φίλο. Εκείνη την εποχή ο Μιτσέλ έκανε παρέα με έναν ογκώδη λευκό άνδρα με το όνομα Ντάγκο. Οι τρεις άνδρες έκαναν νυχτερινές εξόδους και σνίφαραν ηρωίνη σε δωμάτια μοτέλ.

Ο Φίλιπς ζούσε διπλή ζωή, επικίνδυνος και ασυγκράτητος, τοξικοεξαρτημένος το βράδυ και πατέρας το πρωί. Μία μέρα του Σεπτεμβρίου πήρε τα παιδιά του σε ένα πανηγύρι στο Μίσιγκαν. Η κόρη του Ρίτα ήταν 4 ετών και ο γιος του ο Ρίτσαρντ ήταν 2. Ανέβηκαν στη ρόδα, οδήγησαν συγκρουόμενα και πόζαραν όλοι μαζί για μια φωτογραφία στιγμής. Εκείνο το βράδυ ο Φίλιπς βγήκε έξω και ποτέ δεν γύρισε σπίτι.

Σαρανταέξι χρόνια αργότερα, οι νομικοί παρατηρητές θα έλεγαν ότι ο Ρίτσαρντ Φίλιπς έχει υπηρετήσει την μακροβιότερη λανθασμένη ποινή φυλάκισης στην αμερικανική ιστορία. Η λίστα του Εθνικού Μητρώου Απαλλαγών έχει καταγράψει περισσότερους από 2.500 ανθρώπους που καταδικάστηκαν για εγκλήματα για τα οποία αργότερα αθωώθηκαν, και ο Φίλιπς έχει εκτίσει περισσότερα χρόνια από όλους σε αυτή τη λίστα. Η αστυνομία απέτυχε. Η εισαγγελία απέτυχε. Ο δικηγόρος υπεράσπισης απέτυχε. Ο δικαστής απέτυχε. Οι ένορκοι απέτυχαν. Οι δικαστές απαλλαγών απέτυχαν. Εκείνη, όμως, την κρύα ημέρα στο προαύλιο της φυλακής, καθώς περπατούσε προς το Τυφλό Σημείο με το αυτοσχέδιο μαχαίρι του κάτω από το μανίκι, ο Ρίτσαρντ Φίλιπς δεν σκεφτόταν κάποιο ανώνυμο, απρόσωπο σύστημα. Σκεφτόταν τον άνδρα που τον είχε φέρει εκεί: τον παλιό του φίλο Φρεντ Μίτσελ.

Η ληστεία

Να πώς ξεκίνησαν όλα: Στις 6 Σεπτεμβρίου του 1971, δύο άνδρες μπήκαν σε ένα παντοπωλείο έξω από το Ντιτρόιτ. Ο μαύρος άνδρας στάθηκε κοντά στην πόρτα. Ο άσπρος έβγαλε ένα όπλο και απαίτησε χρήματα. Έφυγαν με λιγότερα από 10 κλεμμένα δολάρια. Ένας πολίτης παρατήρησε το αυτοκίνητο που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και ειδοποίησε την αστυνομία. Τα ίχνη του αυτοκινήτου οδήγησαν στον Ρίτσαρντ Παλόμπο, γνωστός ως Ντάγκο, ο οποίος το προηγούμενο βράδυ είχε μείνει με τον Μίτσελ και τον Φίλιπς στο μοτέλ Twenty Grand στο Ντιτρόιτ.

Ο Παλόμπο συνελήφθη και δήλωσε ένοχος για ένοπλη ληστεία. Ποιος ήταν όμως ο συνεργός του; Ο Φίλιπς και ο Μιτσέλ προσήχθησαν λίγο μετά τον Παλόμπο. Οι δύο άντρες έμοιαζαν. Σε μια εξέταση στο αστυνομικό τμήμα, δύο μάρτυρες τους παρατήρησαν. Συμφώνησαν ότι ο δεύτερος ληστής ήταν ο Ρίτσαρντ Φίλιπς.

Στη δίκη του Φίλιπς τον Νοέμβριο, ο Παλόμπο κατέθεσε ως μάρτυρας εξηγώντας στους ενόρκους πώς έγινε η ληστεία. Τότε ο ανακριτής τον ρώτησε ποιος άλλος ήταν μαζί του.

«Δεν θέλω να πω όνομα», απάντησε.

Ο δικαστής ρώτησε τον Παλόμπο: «Φοβάσαι κάποιον;».

«Όχι», είπε ο Παλόμπο, «δεν φοβάμαι κανέναν».

«Σιωπάς γιατί δεν θέλεις να ενοχοποιήσεις κάποιον άλλον», ρώτησε ο δικηγόρος του Φίλιπς.

«Ναι, απάντησε ο Παλόμπο.

Η τότε σιωπή του για το έγκλημα του 1971, 39 χρόνια αργότερα θα είχε καταστροφικές συνέπειες. Αν και ένας μάρτυρας δεν επιβεβαίωσε ότι ο Ρίτσαρντ Φίλιπς ήταν ο δεύτερος ληστής, το ακροατήριο βρήκε τον Φίλιπς ένοχο για ένοπλη ληστεία. Καταδικάστηκε σε τουλάχιστον επτά χρόνια στη φυλακή. Και βρισκόταν ακόμη στη φυλακή τον επόμενο χειμώνα, όταν βρέθηκε το πτώμα του Γκρέγκορι Χάρις.

Ο Χάρις ήταν ένας 21χρονος άνδρας που εξαφανίστηκε τον Ιούνιο του 1971 όταν είχε βγει να αγοράσει τσιγάρα. Το επόμενο βράδυ η γυναίκα του βρήκε το πράσινο αυτοκίνητό του. Στα καθίσματα υπήρχε αίμα. Αργότερα την ίδια χρονιά, σύμφωνα με τα αρχεία της αστυνομίας του Ντιτρόιτ, η μητέρα του είπε σε έναν αστυνομικό για ένα περίεργο τηλεφώνημα. Μία άγνωστη γυναίκα της είπε: «Δεν μπορώ να το κρατήσω άλλο. Ένας Φρεντ Μίτσελ και ένας άνδρας με το όνομα ‘Ντάγκο’ έβγαλαν τον γιο σου από ένα αυτοκίνητο στην οδό LaSalle. Τον πυροβόλησαν στο κεφάλι και τον σκότωσαν».

Δεν είναι ξεκάθαρο τι έκανε η αστυνομία με αυτήν την πληροφορία.

Στις 3 Μαρτίου του 1972, όταν ένας εργάτης οδοποιίας στο Τρόι του Μίσιγκαν μπήκε σε ένα άλσος για να κάνει την ανάγκη του, είδε το φως του ήλιου να αντανακλά σε μια φωτεινή επιφάνεια. Ήταν ο σκελετός του Χάρι, παγωμένος στο έδαφος. Η αυτοψία έδειξε την αιτία θανάτου: πολλαπλά τραύματα από πυροβολισμούς στο κεφάλι του.

Στις 15 Μαρτίου ο Μίτσελ συνελήφθη και πάλι – αυτή τη φορά με τις κατηγορίες της ένοπλης ληστείας και της κατοχής όπλου. Την επόμενη μέρα είπε στην αστυνομία ότι είχε πληροφορίες για το θάνατο του Γκρέγκορι Χάρις. Είπε ότι οι δολοφόνοι ήταν ο Ρίτσαρντ Παλόμπο και ο Ρίτσαρντ Φίλιπς.

Οι αρχές δεν είχαν καμία έμμεση ή άμεση απόδειξη που να συνδέει τους υπόπτους με το έγκλημα. Αλλά με την ένορκη κατάθεση ενός άνδρα η αστυνομία θα μπορούσε να πει ότι είχε διαλευκάνει έναν φόνο.
Όταν ο Μίτσελ κατέθεσε με όρκο στις 2 Οκτωβρίου 1972 κατά του Παλόμπο και του Φίλιπς, ο δικηγόρος του Παλόμπο ζήτησε από τον δικαστή να ενημερώσει τον μάρτυρα για το δικαίωμά του κατά της αυτοενοχής.

«Κατά τη γνώμη μου αυτή η κατάθεση τον εμπλέκει σε ένα σημαντικό έγκλημα», είπε ο δικηγόρος στον δικαστή.

Από την ίδια την κατάθεση του Μίτσελ ήξερε την πλοκή του εγκλήματος. Ο ίδιος έπαιξε έναν ρόλο στον φόνο καλώντας τον Γκρέγκορι Χάρις και παγιδεύοντάς τον. Είχε συλληφθεί για κατοχή ενός όπλου που θα μπορούσε να είναι το φονικό όπλο. Και κατά τη διάρκεια της διασταυρούμενης εξέτασης, παραδέχτηκε ένα πιθανό κίνητρο. Ενώ ο Μίτσελ ήταν στη φυλακή, ο Γκρέγκορι Χάρις είχε κλέψει από την τσάντα της μητέρας του μία επιταγή 500 δολαρίων.

Αλλά για λόγους που ίσως δεν αποκαλυφθούν ποτέ, η πολιτεία του Μίσιγκαν προέκρινε μία άλλη θεωρία στην υπόθεση. Βασιζόμενος στην κατάθεση του Μίτσελ και σε ελάχιστα ακόμη στοιχεία, ο εισαγγελέας προσπάθησε να πείσει το ακροατήριο ότι ο Μίτσελ είχε ακούσει τον Παλόμπο και τον Φίλιπς να συνωμοτούν για να σκοτώσουν τον Χάρις, προφανώς επειδή ένα από τα αδέλφια του Χάρις είχε ληστέψει έναν έμπορο ναρκωτικών, ξάδελφο του Παλόμπο.


O Φίλιπς κρατά μία από τις τελευταίες φωτογραφίες που έβγαλε ποτέ με την κόρη του, Ρίτα. Η φωτογραφία τραβήχτηκε το 1970 (Πηγή: CNNi)

Ούτε ο Μίτσελ ούτε ο κατήγορος προσπάθησαν ποτέ να εξηγήσουν για ποιο λόγο ο Ρίτσαρντ Φίλιπς να έπαιρνε μέρος σε μια δολοφονία εκδίκησης για τον ξάδελφο ενός άνδρα που ελάχιστα γνώριζε. Αργότερα, ο Παλόμπο κατέθεσε ότι ο ξάδελφος δεν υπήρξε ποτέ.

Αν οι ερευνητές είχαν ψάξει ποτέ το αυτοκίνητο του Χάρις για αποτυπώματα, δεν τα παρουσίασαν στη δίκη. Ούτε υπάρχει καμία καταγραφή για την ανάλυση αίματος που βρέθηκε στο αυτοκίνητο του Χάρις. Παρόλα αυτά, ο διορισμένος από το δικαστήριο συνήγορος του Φίλιπς, Θίοντορ Σάλεν, ήταν ύποπτα σιωπηλός.

Δεν έκανε ποτέ εναρκτήρια ομιλία. Άφησε τον δικηγόρο του Παλόμπο να κάνει σχεδόν όλη τη διασταυρούμενη εξέταση. Ποτέ δεν προκάλεσε τον Μίτσελ. Δεν κάλεσε ούτε έναν μάρτυρα ούτε παρέθεσε κάποιο στοιχείο. Δεν έβαλε τον Φίλιπς να καταθέσει γιατί δεν ήθελε να ερωτηθεί για την ένοπλη ληστεία και την καταδίκη του. Όταν ήρθε η στιγμή για την τελική του ομιλία, ο Σάλεν είπε: «Ξέρετε, λένε ότι ο Γκρέγκορι Χάρις είναι νεκρός. Δεν ξέρω αν ο Γκρέγκορι Χάρις είναι νεκρός».

Το σώμα των ενόρκων συνεδρίασε επί τέσσερις ώρες μέχρι να βρουν τον Παλόμπο και τον Φίλιπς ένοχους για συνωμοσία σε φόνο και δολοφονία πρώτου βαθμού. Πριν ανακοινώσει την καταδίκη του σε ισόβια κάθειρξη, ο δικαστής ρώτησε τον Φίλιπς αν έχε να πει κάτι.

«Όχι απαραίτητα, εντιμότατε», «εκτός από το γεγονός ότι δεν είμαι ένοχος, ξέρετε, παρόλο που κρίθηκα ένοχος. Και μιας και δεν μπορούν, αυτή τη στιγμή, να γίνουν πολλά για να διορθώσω αυτήν την αδικία, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι, ξέρετε, να περιμένω μέχρι να υπάρξει κάποια εξέλιξη προς όφελός μου».

Και έτσι περίμενε, προσπαθώντας να μην σκοτώσει κάποιον αλλά και να μην σκοτωθεί. Ήξερε έναν άνδρα που φοβόταν τόσο τους βιαστές που ήπιε ένα ολόκληρο μπουκάλι κόλλα παπουτσιών και γλίτωσε από αυτούς για πάντα. Ήξερε και έναν άλλο που τον στοίχειωναν τόσο τα εγκλήματά του που πήδηξε κάτι κάγκελα και έπεσε στο κενό συναντώντας τον θάνατό του. Ο Ρίτσαρντ Φίλιπς περίμενε στο κελί του πίνοντας καφέ, νερουλό χυμό πορτοκαλιού και διαβάζοντας.

Έβλεπε παιδιά να επισκέπτονται άλλους κρατούμενους, έβλεπε τους φρουρούς να ψάχνουν μέσα σε πάνες για λαθραία και αποφάσισε να σώσει τα παιδιά του από αυτήν την εμπειρία. Έγραψε στη γυναίκα του να μην έρθει, να μην φέρει τα παιδιά, να μετακομίσουν και να βρει κάποιον άλλο. Στο τέλος, βρήκε.

Στις 17 Ιανουαρίου 1977, σε ένα ποίημα με τίτλο «Χωρίς αμφιβολία», έγραψε:

Δεν είναι έγκλημα
Όταν δεν έχεις μια δεκάρα
Να αγοράσεις πίσω την ελευθερία που έχασες;

Δεν είναι αμαρτία
Όταν ο πιο κοντινός σου φίλος
Δεν σου τείνε μια χείρα βοηθείας;

Δεν είναι κανόνας
Που διδάσκεται στο σχολείο
Που λέει «να είσαι καλός στον πλησίον σου»;

Δεν είναι περίεργο
Που όταν προσεύχεσαι στον Θεό
Οι προσευχές σου δεν φαίνεται να εισακούγονται;

Δεν είναι λυπηρό
Που δεν είχες ποτέ
Την ελευθερία ενός πετούμενου πουλιού;

Μέρες εγκλεισμού

Όλοι μας έχουμε χίλιες πιθανές ζωές, ή κι ένα εκατομμύριο, και το περιβάλλον μας μας αλλάζει, προς το καλύτερο ή το χειρότερο. Ο Φίλιπς σιχαινόταν το κάπνισμα, μισούσε τα Camel του πατριού του, πετούσε στα σκουπίδια τα τσιγάρα της γυναίκας του όταν είχε την ευκαιρία, και μετά πήγε στη φυλακή. Η φυλακή τον έκανε να είναι πάντα σε επιφυλακή, να παρακολουθεί και να ακούσει, συντονισμένος τέλεια με τον κίνδυνο γύρω του. Καμιά φορά χρειαζόταν ένα τσιγάρο μόνο για να κατευνάσει τα νεύρα του. Στην φυλακή δεν πετάς ένα μισοκαπνισμένο τσιγάρο. Το καπνίζεις ακόμη και μετά το φίλτρο.


Ο Φίλιπς καταδικάστηκε σε ισόβια φυλάκιση το 1972 (Πηγή: CNNi)

Τον Δεκέμβριο, ένας ξένος έδωσε στον Φίλιπς δύο πακέτα τσιγάρα και είπε «Καλά Χριστούγεννα». Μετά από αυτό, ο Φίλιπς άρχισε να μοιράζει δώρα στους συγκρατούμενούς του: ένα βιβλίο σε έναν, ένα κουτί μπισκότα σε έναν άλλο. Ένοιωσε όμορφα. Μέσω ενός προγράμματος που λεγόταν Angel Tree, διάλεξε δώρα για τα παιδιά του και τους τα έστειλε. Δεν ήξερε αν τα έλαβαν. Το 1989 σε φυλακή Hiawatha στην Άπερ Πενίνσουλα, η διοίκηση οργάνωσε έναν διαγωνισμό για το καλύτερο χριστουγεννιάτικο τραγούδι. Ο Φίλιπς κέρδισε το έπαθλο των 10 δολαρίων χάρη σε αυτούς τους στίχους:

Δως μου λοιπόν την αγάπη σου για τα Χριστούγεννα
Γιατί η αγάπη είναι ό,τι χρειάζομαι
Και αν μου δώσεις την αγάπη σου τα Χριστούγεννα
Τα Χριστούγεννά μου θα είναι πράγματι ευτυχισμένα

Εκείνη τη χρονιά υπήρξε κι ένας άλλος διαγωνισμός, για το κελί με τα καλύτερα γλυπτά χιονιού και πάγου. Στην αυλή της φυλακής, ο Φίλιπς και οι γείτονές του έχτισαν μια φάτνη και άλλες διακοσμήσεις, συμπεριλαμβανομένης μιας φώκιας που ισορροπούσε μια μπάλα στη μύτη της. Τότε, ένας άντρας από άλλο μπλοκ κλώτσησε το κεφάλι του αρνιού και έσπασε την μπάλα από τη μύτη της φώκιας. Ο Φίλιπς ήταν έξαλλος. Προχώρησε στον άντρα, ο οποίος ζύγιζε περίπου 300 κιλά και είπε: «Ασεβείς απέναντι στον Ιησού Χριστό». Κανείς δεν υποχώρησε. Συγκεντρώθηκε πλήθος. Ακολούθησε χάος.

Σε αυτό το χάος, σύμφωνα με έναν φρουρό, ο Φίλιπς άρπαξε τον ώμο του φύλακα και τον γύρισε. Ο Φίλιπς το αρνήθηκε και η έκθεση ανέφερε ότι προσκόμισε τα ονόματα 56 μαρτύρων υπεράσπισης, αλλά ο ανακριτής της φυλακής επικοινώνησε μόνο με τέσσερις από αυτούς. Δεν υπάρχει καταγραφή για το τι είπαν. Ούτε κάποια ένδειξη στην αναφορά ότι κάποιος επιβεβαίωσε την ιστορία του φύλακα. Ωστόσο, οι αρχές πίστεψαν τον φύλακα. Ο Φίλιπς κρίθηκε ένοχος για επίθεση και βιαιοπραγία στο προσωπικό. Πέρασε τα Χριστούγεννα σε μοναχικό εγκλεισμό, σε ένα κρεβάτι χωρίς σεντόνια, με το φαγητό να μπαίνει μέσα από μια υποδοχή στην πόρτα.

Καταφύγιο στην ποίηση

Την επόμενη χρονιά έγινε 44 ετών και είχε μια δημιουργική αφύπνιση. Ο Φίλιπς έγραψε τουλάχιστον 31 ποιήματα το 1990. Έγραψε για το τραγούδι των γρύλων, για τις γαλιάντρες που εξορμούν τη νύχτα. Ανακάλεσε μια συκομουριά στην Αλαμπάμα, από τις πρώτες μέρες της ζωής του, όταν έμενε σε μια καλοσύνη θεία και έναν θείο, και έναν μεγαλύτερο ξάδελφο που τον κουβαλούσε στον γοφό του. Φαντάστηκε τον εαυτό του να πεθαίνει, να φεύγει με ένα τρένο στο σκοτάδι, συνοδευόμενος από μια ορχήστρα και μια μπλουζ μπάντα την ίδια στιγμή, με επευφημίες και χειροκροτήματα. Κάηκε από επιθυμία, φανταζόμενος μια γυναίκα με ρόδινο φόρεμα και μια άλλη τόσο φωτεινή που έκαψε τα μαλλιά του με το φως της. Είδε τις τουλίπες να ανοίγουν στον κήπο, κοπάδια πουλιών να έρχονται από το νότο. Είδε τα μαλλιά του να γίνονται άσπρα.

«Τι δεν θα έδινα - για να είμαι ο νέος εαυτός μου-άλλη μια φορά», έγραψε. «Ο δείκτης του ρολογιού περιστρέφεται σαν υδροτροχός στην αυλή μιας παλιάς καλύβας. Όλα έγιναν για έναν λόγο. Τίποτα δεν μπορεί να γυρίσει πίσω. Ειδικά ο χρόνος».

Αυτή ήταν η πιο παραγωγική χρονιά του ως ποιητής. Ήταν επίσης η χρονιά που σταμάτησε να γράφει ποίηση, γιατί βρήκε κάτι που του άρεσε ακόμη περισσότερο.

Η ζωγραφική

Από τα μέσα της δεκαετίας του 80 σχεδίαζε περιστασιακά με το μολύβι του, και αφότου πήρε το πτυχίο του στις επιχειρήσεις, το 1990 αποφάσισε να προσθέσει λίγο χρώμα. Παρήγγειλε ένα σετ ακρυλικών χρωμάτων, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Αυτό που έλαβε ήταν ένα σετ ακουαρέλας, ένα ατύχημα που του άλλαξε τη ζωή.

Άνοιξε το κουτί, έβγαλε τα χρώματα και άρχισε να πειραματίζεται. Ο Φίλιπς ήταν αυτοδίδακτος στο σχέδιο, τη ζωή, και τώρα και στη ζωγραφική. Στην αρχή τα έκανε όλα λάθος αλλά γρήγορα άρχισε να βελτιώνεται στο ανακάτεμα του νερού με τα χρώματα, στη συντήρηση των πινέλων και στο γέμισμα της σελίδας με χρώματα.

Μέσω της βιβλιοθήκη της φυλακής διάβαζε βιβλία τέχνης αντλώντας τεχνικές και έμπνευση. Θαύμαζε τον Πικάσο, τον Ντα Βίντσι και ειδική τον Βαν Γκονγκ, άλλον έναν άνδρα που υπέφερε, κλείστηκε σε ίδρυα και πάλευε να κρατηθεί πνευματικά υγιής. Ο Βαν Γκονγκ και ο Φίλιπς τον έκαναν να συνεχίσει να ζωγραφίζει.


Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του ολοκλήρωσε περίπου 400 πίνακες (Πηγή: CNNi)

Ο καλλιτέχνης χρειάζεται πρώτη ύλη για το έργο του: το ηλιοβασίλεμα, τον κήπο, τα κρίνα στη λίμνη. Ο Φίλιπς δεν είχε τέτοια, οπότε χρησιμοποίησε φωτογραφίες από βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά, συνδυάζοντάς τα με τη ζωηρή φαντασία του. Έτσι, μέσα από τη φυλακή Ryan Road στο Ντιτρόιτ, ζωγράφισε μια σκηνή τριών αλόγων που κλωτσούσαν βρωμιά σε μια πίστα αγώνων. Όσο βελτιωνόταν, τόσο περισσότερο του άρεσε. Η ζωγραφική έγινε εθισμός. Ξυπνούσε και δεν μπορούσε να περιμένει μέχρι το πρωινό, να πιει τον νερουλό χυμό πορτοκαλιού του και να επιστρέψει στην τέχνη του. Μέχρι τότε ο συγκάτοικος του θα είχε φύγει για την αυλή ή τη δουλειά, και έτσι ο Φίλιπς θα μπορούσε να βάλει τη μουσική του. Έξω, οι κρατούμενοι φώναξαν, οι φρουροί αλυχτούσαν, τα μπαλάκια του πινγκ πονγκ άλλαζαν κατεύθυνση, οι τηλεοράσεις μετέδιδαν, αλλά ο Φίλιπς έβαζε τα ακουστικά του και δραπέτευε από όλα. Το μόνο που μπορούσε να ακούσει ήταν ο Τζον Κολτρέιν ή ο Μάιλς Ντέιβις, οι οποίοι καθοδηγούσαν την επόμενη πινελιά του.

Ζωγράφισε έναν τρομπετίστα της τζαζ, ένα ποτήρι κρασί με ένα κεράσι επάνω, ένα βάζο με κίτρινα λουλούδια σε ένα τραπέζι δίπλα σε μια εικόνα ενός πλοίου στην ανοικτή θάλασσα. Έχασε τον εαυτό του τόσο πολύ που κατά καιρούς ξεχνούσε την υπόθεσή του, τις ατελείωτες εφέσεις του, την εικοσαετή αναζήτησή του για έναν δικαστή που μπορούσε να τον πιστέψει.

H πρώτη αμφιβολία

Ήξερε ότι οι άνδρες λένε ψέματα αν τους πιάσεις. Ακόμη και όταν εργαζόταν ως συνήγορος υπεράσπισης η δικαστής Χέλεν Ε. Μπράουν δεν πίστευε τους μισούς από τους ίδιους τους πελάτες της. Αν κάποιος της έλεγε μία παραποιημένη ιστορία, εκείνη θα εξέταζε τα στοιχεία και μετά θα επέστρεφε για να τον ρωτήσει τι πραγματικά συνέβη. Τώρα, στο δικαστήριο του Wayne County Recorder, όπου απέδιδε δικαιοσύνη σε δολοφόνους, βιαστές και κακοποιούς παιδιών, διαισθανόταν ότι οι περισσότεροι κατηγορούμενοι που την κοιτούσαν ήταν ένοχοι για κάτι, ανεξάρτητα από το αν το έγκλημα ήταν αυτό για το οποίο βρίσκονταν στο κατηγορητήριο.

Και τότε, το 1991 και το 1992, όταν εξέτασε τις εφέσεις δύο ακόμη ανδρών σε περιορισμό οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι είναι αθώοι έμεινε έκπληκτη. Της φάνηκε ότι ο Ρίτσαρντ Παλόμπο και ο Ρίτσαρντ Φίλιπς είχαν καταδικαστεί για φόνο με βάση με μια ασυνεχή μαρτυρία ενός μόνο μάρτυρα. Αν όλες οι υποθέσεις ήταν τόσο αδύναμες, ο καθένας θα μπορούσε να κατηγορήσει τον οποιοδήποτε, οδηγώντας τον στη φυλακή.

Αργότερα θα έλεγε: «Όλα τα στοιχεία έμοιαζαν να είναι κατά του μάρτυρα».



Αφού εξέτασε την υπόθεση του Φίλιπς, η δικαστής Έλεν Ε. Μπράουν διέταξε να γίνει νέα δίκη. Η εντολή της απορρίφθηκε από το Εφετείο του Μίσιγκαν (Πηγή: CNNi)


Η δικαστής ήταν περίεργη. Διάβασε το αρχείο του δικαστηρίου σχετικά με την υπόθεση ληστείας του Φρεντ Μίτσελ από το 1972, το οποίο εκκρεμούσε κατά τη στιγμή της δίκης για τη δολοφονία, και βρήκε αυτό το απόσπασμα από έναν δικαστή: «Κύριε Μίτσελ, όταν πήρα το φάκελό σου, θα σου επιδίκαζα ισόβια. Στη συνέχεια, καθώς συνέχισα να διαβάζω, συνειδητοποίησα ποια ήταν η υπόθεση και συνειδητοποίησα ότι βοήθησες σε μια υπόθεση δολοφονίας πρώτου βαθμού και ότι αξίζεις κάποια περαιτέρω εξέταση».

Φαινόταν ότι όσο πιο πολύ συνεργάστηκε ο Μίτσελ, τόσο ελαφρύτερη ήταν η ποινή του. Ο δικαστής μείωσε μια πιθανή ποινή ισόβιας κάθειρξης σε 10 έως 20 χρόνια. Αργότερα, αφού ο Μίτσελ κατέθεσε στη δίκη δολοφονίας, ο δικηγόρος του επεξεργάστηκε εκ νέου τη συμφωνία, οπότε πήρε μόνο 4 έως 10 χρόνια.

«Εκτός από όλες τις άλλες προφανείς εκτιμήσεις», έγραψε η δικαστής Έλεν Μπράουν μετά από επανεξέταση του φακέλου χρόνια αργότερα, «πρέπει επίσης να υπήρξε μια συμφωνία ότι ο Μίτσελ δεν θα κατηγορηθεί ποτέ για τη δολοφονία, παρά το γεγονός ότι ομολόγησε ενόρκως, στο εδώλιο, σε ανοιχτή δίκη, ότι ήταν το πρόσωπο που παγίδευσε στον δολοφονηθέντα για θα σκοτωθεί».

Ο Μπράουν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εισαγγελία είχε συνάψει συμφωνία με τον Μίτσελ και την κράτησε μυστική τόσο από τους συνηγόρους όσο και από το σώμα των ενόρκων. Κατά την άποψή της, «αυτό αποτελούσε εισαγγελικό παράπτωμα», πράγμα που σήμαινε ότι ούτε ο Παλόμπο ούτε ο Φίλιπς έλαβαν δίκαιη δίκη. Το 1991 και το 1992, διέταξε νέες δίκες και για τους δύο.

Η Εισαγγελία της κομητείας του Γουέιν αρνήθηκε τον ισχυρισμό περί παραβίασης καθηκόντων και άσκησε έφεση στο Εφετείο του Μίσιγκαν, θέτοντας τις υποθέσεις των ανδρών στα χέρια τριών δικαστών προσφυγών. Δεν είναι σαφές εάν αυτοί οι δικαστές διάβασαν τα πρακτικά της δίκης. Δύο από αυτούς, ο Μάιρον Γουόλς και η Ελίζαμπεθ Γουίβερ, έχουν πεθάνει από τότε. Η τρίτη, η Μάουρα Κόριγκαν, είναι τώρα σε ιδιωτική πρακτική στο Ντιτρόιτ. Αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις του CNNi. Ανεξάρτητα, οι δικαστές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να αποδειχθεί παράβαση καθήκοντος από τους εισαγγελείς. Απέρριψαν την εντολή για δίκη της Μπράουν και επανέφεραν την καταδίκη του Φίλιπς.

Γιος δολοφόνου

Ο Φίλιπς συνέχισε να ζωγραφίζει. Ζωγράφισε τόσο πολύ που τα έργα τέχνης του σχημάτιζαν στοίβες στο κελί του. Αυτό το έκανε «υπερβολικό περιουσιακό στοιχείο», με κίνδυνο δήμευσης. Ο Φίλιπς έφτιαξε κουτιά από χαρτόνια και έστειλε τα έργα ζωγραφικής σε μία φίλη δια αλληλογραφίας στη Νέα Υόρκη. Το όνομά της ήταν Ντορίν Κρομάρτι. Αυτή κράτησε τα έργα του ασφαλή στο πατάρι, ελπίζοντας ότι εκείνος θα τα πήγαινε να τα πάρει κάποια μέρα.

Το 1994, ζωγράφισε ένα χωράφι με ηλιοτρόπια κάτω από έναν ουρανό στο χρώμα της λεβάντας. Ζωγράφισε ένα παλιό δέντρο στη μέση του χωραφιού. Ζωγράφισε τα χαμηλά κλαδιά που φυτρώνουν στον κορμό του, ακριβώς κάτω από τα πράσινα φύλλα. Και για λίγο δεν ήταν στη φυλακή. Σκαρφάλωσε στο δέντρο, αναπνέοντας καθαρό αέρα, κοιτώντας έξω από τα ηλιοτρόπια προς τον ανοιχτό ορίζοντα.

Το αγόρι ήταν πολύ μικρό για να καταλάβει γιατί. Ήξερε μόνο ότι ο μπαμπάς είχε φύγει, και τώρα ήταν φτωχοί, ζούσαν πάνω από ένα κουρείο, η μπογιά είχε ξεφτίσει στους τοίχους. Πέρασαν χρόνια και η μητέρα του βρήκε μια καλύτερη δουλειά, έναν νέο σύζυγο, αλλά ο Ρίτσαρντ Φίλιπς ο νεώτερος δεν βρήκε νέο μπαμπά. Κράτησε αυτό το παλιό μεταλλικό κουμπί, με την εικόνα του εαυτού του και του μπαμπά του εκείνη την ημέρα σε εκείνη τη γιορτή το 1972, και μερικές φορές, όταν άνοιγε το συρτάρι του για να πάρει το πορτοφόλι του, κοίταξε ξανά την εικόνα. Ποιος ήταν ο άντρας που τον κοιτούσε; Ένας καλός μπαμπάς, σκέφτηκε, προσπαθώντας να θυμηθεί, αλλά όχι, συνέχεια άκουγε άλλα. Ο μπαμπάς σου είναι απατεώνας. Ο μπαμπάς σου είναι σκουπίδι. Ο μπαμπάς σου είναι δολοφόνος.


Η ταφόπλακα στον τάφο της μητέρας του Φίλιπς, Άνιε, βρίσκεται στο κοιμητήριο της Λιβόνια στο Μίσιγκαν. Πέθανε 12 χρόνια πριν την αποφυλάκισή του (Πηγή: CNNi)


Μετά από λίγο, το πίστεψε.

Τα σωστά πράγματα

Στις 20 Οκτωβρίου 2009, η Επιτροπή Αποφυλακίσεων και Επικοινωνίας του Μίσιγκαν έκανε δεκτή μια δημόσια ακρόαση του Φίλιπς. Αν έλεγε τα σωστά πράγματα, ο κυβερνήτης ίσως τον απάλλασσε από την ισόβια κάθειρξη και ίσως αφηνόταν ελεύθερος.

«Το σημαντικό για εμάς σε αυτό το σημείο», του είπε ο Ντέιβιντ Φάουντεν, μέλος του συμβουλίου «είναι ότι όταν μιλάμε, ακούμε την αλήθεια, όποια κι αν είναι αυτή».

«Εντάξει», είπε ο Φίλιπς.

Ήταν 63 ετών και είχε περάσει είχε περάσει 38 από αυτά στην επιμέλεια του Τμήματος Επανορθώσεων του Μίσιγκαν, όπου είχε συνειδητοποιήσει ότι οι άνθρωποι γενικά δεν ήθελαν να ακούσουν την αλήθεια, όποια κι αν ήταν αυτή, καθώς το 1972 ένας άνδρας είχε πει ψέματα και αυτό το ψέμα είχε προφανώς γίνει πιστευτό από την αστυνομία και τους εισαγγελείς, ή τουλάχιστον από τους ενόρκους, και αυτό το ψέμα είχε αποκτήσει τη λάμψη της αλήθειας, το βάρος της εξουσίας, τη δύναμη της δικαιοσύνης, την ισχύ του κράτους και έτσι το να αμφισβητήσει κανείς αυτό το ψέμα ήταν σαν να κάνει τον εαυτό του ψεύτη στα μάτια εκείνων που έλεγχαν τη μοίρα του. Να πει την αλήθεια όποια κι αν ήταν αυτή; Ήταν ένα αγόρι, που στεκόταν μπροστά στον πατριό του, παίρνοντας όρκο ότι δεν είχε πάρει ποτέ το ρολόι του, και τότε έπεσε η ζώνη, σκίζοντας το δέρμα του και η ποινή θα άλλαζε μόνο αν ομολογούσε.

«Επομένως η σημερινή σου κατάθεση», είπε η βοηθός γενικού εισαγγελέα Κόρι Μπάρκμαν, «είναι ότι δεν είχες καμία σχέση με…»

«Απολύτως καμία», είπε ο Φίλιπς.

«… τον θάνατο του Χάρις;»

«Καμία», είπε ο Φίλιπς και επέστρεψε στο κελί του περιμένοντας μια επικοινωνία που ποτέ δεν ήρθε.

Ενοχές

Ο Ρίτσαρντ Παλόμπο είχε λόγο να σιωπά τόσα χρόνια. Είχε ανέβει στο εδώλιο του μάρτυρα το 1971 και είχε αρνηθεί να κατονομάσει τον συνεργό του στη ληστεία, και ο δικαστής τον ρώτησε αν φοβόταν κάποιον και ο Παλόμπο απάντησε, «Δεν φοβάμαι κανένα». Αυτό όμως δεν ήταν αλήθεια. Σε μια τηλεφωνική συνέντευξη στο CNNi το 2019, o Παλόμπο είπε ότι όντως φοβόταν, φοβόταν τον Φρεντ Μίτσελ, φοβόταν να πει τι είχαν κάνει μαζί το 1971.

«Απλώς κράτησα κλειστό το στόμα μου κάτω από την απειλή για τη ζωή μου και τη ζωή της οικογένειάς μου», είπε. «Μου είπε να μείνω ήσυχος, κι έτσι έκανα».

Καθώς ο χρόνος περνούσε και η υγεία του επιβαρυνόταν, ο φόβος του Παλόμπο αναμείχθηκε με ενοχή. Έκλεισε τα μάτια του και είχε το πρόσωπο ενός νεκρού άνδρα, του Γκρέγκορι Χάρις, και ανησύχησε ότι ο Χάρις τον περίμενε στην άλλη πλευρά. Ο Παλόμπο είχε εφιάλτες. Προσευχόταν για συγχώρεση. Στο μεσοδιάστημα, δεν σταματούσε να υποβάλει αιτήσεις για έφεση και όταν κάτι πήγε καλά έγραψε στον Ρίτσαρντ Φίλιπς παροτρύνοντάς τον να δοκιμάσει το ίδιο.

Ήταν μαζί χαμένοι στο σύστημα. Μία πρωτοβουλία τους αρχειοθετήθηκε το 1997 και δεν εισακούστηκε παρά μόνο το 2008, όταν η δικαστής Έλεν Ε. Μπράουν διέταξε και πάλι νέες δίκες. Αλλά το Γραφείο του Εισαγγελέα της κομητείας Γουέιν τις πολέμησε αδηφάγα, κερδίζοντας πάντα στο Εφετείο ή αλλού, και μέχρι το 2010 ο Παλόμπο ήταν έτοιμος να δοκιμάσει κάτι καινούριο. Δεν φοβόταν πια τον Φρεντ Μίτσελ, γιατί είχε ακούσει ότι ο Φρεντ Μίτσελ ήταν νεκρός.

Στις 24 Αυγούστου 2010, ο Παλόμπο είχε μια δημόσια ακρόαση ενώπιον του Συμβουλίου Αποφυλακίσεων και Επικοινωνίας του Μίσιγκαν. Αν έλεγε τα σωστά πράγματα, ο κυβερνήτης ίσως τον απάλλασσε από την ισόβια κάθειρξη και ίσως τον άφηνε ελεύθερο.


Η Κιμ Γουόρθι είναι η πρώτη γυναίκα και πρώτη αμερικανο-αφρικανή ανώτατη εισαγγελέας στην κομητεία Γουέιν του Μίσιγκαν (Πηγή: CNNi)

Δεν είπε τα σωστά πράγματα.

«Κύριε Παλόμπο, καταδικαστήκατε για ανθρωποκτονία πρώτου βαθμού και λάβατε γι’ αυτήν ισόβια κάθειρξη», του είπε ο βοηθός γενικός εισαγγελέας Τσαρλς Σέλτερ. «Θέλω να μου πείτε τις λεπτομέρειες αυτούς του εγκλήματος από την αρχή: πότε σχεδιάστηκε, πώς ξεκίνησε, τα πάντα».

«Εντάξει», είπε ο Παλόμπο. Στις αρχικές καταθέσεις του για το έγκλημα, είχε συμπλεύσει με την ιστορία του Μίτσελ –την επίσημη ιστορία- για το έγκλημα: ότι ο Χάρις σκοτώθηκε αφότου λήστεψε ένα στέκι εμπορίας ναρκωτικών του οποίου επικεφαλής ήταν ένας ξάδελφος του Παλόμπο. Τώρα είπε μία άλλη ιστορία, η οποία ποτέ στο παρελθόν δεν είχε βγει στο φως.

Το 1970 ενώ εξέτιε χρόνο στο Σωφρονιστήριο του Μίσιγκαν, ο Παλόμπο εργαζόταν στην κουζίνα μαζί με τον Φρεντ Μίτσελ. Εκεί έγιναν φίλοι. Μία μέρα ο Μίτσελ είχε έναν επισκέπτη και όταν είδε ξανά τον Παλόμπο του είπε ότι δύο άνδρες είχαν πάει στο σπίτι της μητέρας του και της έκλεψαν ένα τσεκ 500 δολαρίων από το πορτοφόλι της. Ο Μίτσελ είπε στον Παλόμπο ότι θα κανόνιζε αυτούς τους δύο άνδρες όταν θα έβγαινε από τη φυλακή.

Πρώτα αποφυλακίστηκε ο Μίτσελ, μετά ο Παλόμπο. Συναντήθηκαν και άρχισαν να σχεδιάζουν μια ληστεία σε παντοπωλείο. Ο Παλόμπο είχε ένα πιστόλι. Αλλά του Παλόμπο δεν του άρεσε ο σχέδιο του Μίτσελ. Ήταν μέρα μεσημέρι και δεν είχαν όχημα διαφυγής, έτσι ο Παλόμπο είπε ότι θα έπαιρνε το λεωφορείο για το σπίτι του. Στη στάση του λεωφορείου, άκουσε τον Μίτσελ να τον φωνάζει. Τώρα είχαν αυτοκίνητο. Ο Γκρέγκορι Χάρις ήταν ο οδηγός.

«Μπες μέσα», είπε ο Μίτσελ. «Μας βρήκα όχημα».

Ο Παλόμπο κάθισε στο πίσω κάθισμα, έτοιμος για τη ληστεία. Ο Χάρις σταμάτησε το αυτοκίνητο και πήγε σε ένα κατάστημα για να αγοράσει τσιγάρα. Ο Μίτσελ ζήτησε από τον Παλόμπο το όπλο και ο Παλόμπο του το έδωσε. Ο Μίτσελ έβαλε το όπλο στη μέση του.

«Αυτός είναι ο τύπος», είπε ο Μίτσελ – ο ένας από τους δύο άνδρες που είχαν κλέψει την επιταγή από την μητέρα του. «Θα το πληρώσει».

Ο Χάρις επέστρεψε και έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο. Από το κάθισμα του συνοδηγού, ο Μίτσελ του είπε να οδηγήσει μέχρι το δρομάκι, όπου θα μπορούσαν να βγουν και να ληστέψουν το μαγαζί. Ο Χάρις σταμάτησε στο δρομάκι. Ο Μίτσελ έβγαλε το όπλο και πυροβόλησε θανάσιμα τον Χάρις.

Ο χρόνος έμοιαζε να επιβραδύνει για τον Παλόμπο. Ο Μίτσελ πυροβόλησε ξανά. Το όπλο ήχησε μακρινό καθώς ο καπνός στροβιλιζόταν στον αέρα. Ο Χάρις άνοιξε την πόρτα του και γλίστρησε έξω από το αυτοκίνητο. Ο Μίτσελ τον ακολούθησε από τη θέση του οδηγού, στάθηκε από πάνω του και τον πυροβόλησε ξανά.

«Έλα, βοήθησε με να τον βάλουμε στο αυτοκίνητο», είπε ο Μίτσελ.

Ο Παλόμπο συνέργησε. Έβαλαν το πτώμα στα πόδια των πίσω καθισμάτων. Ο Μίτσελ οδήγησε μέχρι τα προάστια μέχρι που βρήκαν ένα απομονωμένο χωράφι. Ο Μίτσελ και ο Παλόμπο μετέφεραν το πτώμα στο χωράφι. Το άφησαν κι έφυγαν.

Τριάντα εννέα χρόνια αργότερα, καθώς ο Παλόμπο έλεγε αυτήν την ιστορία στην ακροαματική διαδικασία, ο γενικός βοηθός εισαγγελέα παρατήρησε ότι κάποιος έλλειπε: ο δεύτερος άνθρωπος που είχε καταδικαστεί για τον φόνο του Χάρις.

«Μιλήστε μου για τον κ. Φίλιπς», είπε ο Σέτλερ.


Ο Ντέιβιντ Μόραν είναι ο διευθυντής της Κλινικής Αθωότητας του Μίσιγκαν στο Πανεπιστήμιο του Μίσισγκαν στο Αν Άρμπορ (Πηγή: CNNi)

«Δεν συνάντησα τον κ. Φίλιπς πριν την 4η Ιουλίου 1971», είπε ο Παλόμπο «σε ένα μπάρμπεκιου στο σπίτι του κ. Μίτσελ, το οποίο έγινε περίπου οχτώ μέρες μετά τον φόνο».

«Και ο κ. Φίλιπς ήταν εντελώς αθώος;», ρώτησε ο Σέτλερ. «Δεν ήταν καν εκεί;».

«Σωστά», είπε ο Παλόμπο.

Ο Παλόμπο δεν αποφυλακίστηκε ποτέ. Οι παρακλήσεις του για αποφυλάκιση δεν είχαν αποτέλεσμα. Όταν η πανδημία έφτασε στις ΗΠΑ την άνοιξη του 2020, ήταν ανάμεσα στα επιβεβαιωμένα κρούσματα του Covid-19. Πέθανε στις 19 Απριλίου σε ηλικία 71 ετών, με μία ακόμη έφεσή του στο Ανώτερο Δικαστήριο του Μίσιγκαν να εκκρεμεί. Αλλά πριν πεθάνει, έκανε ένα ακόμη βήμα για να βοηθήσει τον παλιό συγκατηγορούμενό του να κερδίσει την ελευθερία του.

Τι χρειάζεται για να αντιστραφεί μια εσφαλμένη καταδίκη; Ακόμα και με τη νέα αποκάλυψη του Παλόμπο σχετικά με τη δολοφονία, που δόθηκε με ένορκη κατάθεση το 2010 μπροστά σε τουλάχιστον τρεις υψηλόβαθμους αξιωματούχους του δικαστικού συστήματος του Μίσιγκαν, χρειάστηκαν άλλα επτά χρόνια.

Δεν υπάρχει καμία ένδειξη στα αρχεία της φυλακής ότι οποιοσδήποτε από το συμβούλιο απαλλαγής ή το γραφείο του γενικού εισαγγελέα ενήργησε πάνω στις νέες πληροφορίες. Το 2014, ο Παλόμπο πήρε τα πράγματα στα χέρια του. Ζήτησε από τον δικηγόρο του να ειδοποιήσει την Κλινική Αθωότητας του Μίσιγκαν στο Αν Άρμπορ, όπου ο συνιδρυτής της Ντέιβιντ Μόραν διάβασε τα πρακτικά της ακρόασης. Ο Μόραν και οι μαθητές του νόμου εξέτασαν λεπτομερώς την υπόθεση. Έπεισαν έναν δικαστή να διατάξει νέα δίκη για τον Φίλιπς. Μία ατρόμητη δικηγόρος υπεράσπισης που ονομάζεται Γκάμπι Σίλβερ συμφώνησε να τον εκπροσωπήσει. Κατά τη διάρκεια ανεπίσημων συζητήσεων, η εισαγγελία έδωσε μια ιδέα: Ο Φίλιπς θα μπορούσε να παραδεχθεί την ενοχή του και να αποφυλακιστεί με τον χρόνο που είχε παραμείνει στη φυλακή.

Ο Φίλιπς είχε μια απάντηση για αυτό:

«Θα προτιμούσα να πεθάνω στη φυλακή παρά να παραδεχτώ κάτι που δεν το έκανα».

Χριστούγεννα στο «σπίτι»

Στις 12 Δεκεμβρίου 2017, αφού άκουσε την κατάθεση του Φίλιπς και έλαβε υπόψη την καλή του διαγωγή στη φυλακή, ο δικαστής της κομητείας του Γουέιν Κέβιν Κοχ, έκανε κάτι εκπληκτικό για υπόθεση ανθρωποκτονίας πρώτου βαθμού: Επιδίκασε στον Φίλιπς ένα προσωπικό δάνειο 5.000 δολαρίων. Ο Φίλιπς δεν χρειαζόταν να πληρώσει κάτι τώρα, ή ποτέ, αρκεί να φορούσε τσιπάκι στο πόδι και να παραστεί στη νέα του δίκη. Εντωμεταξύ, θα αφηνόταν ελεύθερος για πρώτη φορά μετά από 46 χρόνια, αν μπορούσαν να του βρουν ένα μέρος για να μείνει.

Σε μια σύσκεψη στην Κλινική Αθωότητας του Μίσιγκαν, η νέα διοικητική υπάλληλος έπαιρνε τη θέση της. Οι συνάδελφοί της μιλούσαν για έναν πελάτη που χρειαζόταν κατάλυμα. Ήταν σχεδόν Χριστούγεννα.

Η Τζούλι Μπάουμερ ήξερε πώς νιώθει κανείς όταν βγαίνει από τη φυλακή και ψάχνει για σπίτι. Το 2003, η τοξικοεξαρτημένη αδελφή της γέννησε ένα αγοράκι, και η Μπάουμερ προσφέρθηκε να το φροντίσει. Το αγόρι αρρώστησε. Το πήγε στο νοσοκομείο, όπου οι γιατροί διαπίστωσαν εσωτερική αιμορραγία και υποπτεύθηκαν σύνδρομο ανατάραξης μωρού. Η Μπάουμερ συνελήφθη, καταδικάστηκε για κακοποίηση παιδιού πρώτου βαθμού και φυλακίστηκε. Αργότερα, με τη βοήθεια της Κλινικής Αθωότητας, βρήκε έξι εμπειρογνώμονες, οι οποίοι κατέθεσαν στη δεύτερη δίκη της ότι στην πραγματικότητα το μωρό είχε υποστεί εγκεφαλικό. Οι ένορκοι αθώωσαν την Μπάουμερ, όμως αυτή θυμάται ακόμη τα πρώτα Χριστούγεννα έξω από τη φυλακή, όταν δεν είχε πού να μείνει παρά ένα καταφύγιο αστέγων, ενώ συνειδητοποίησε ότι: «Οι άνθρωποι με θεωρούν τέρας».

Η Μπάουμερ, ελεύθερη τώρα, προσπαθεί να ξαναχτίσει τη ζωή της, και όταν άκουσε για τον Ρίτσαρντ Φίλιπς, είπε: «Αφήστε με να τον φιλοξενήσω».

Η Μπάουμερ ζούσε με τον 86χρονο πατέρα της, Τζουλς, σε ένα ράντζο στο Ρόουσβιλ, περίπου 15 μίλια βόρεια του Ντιτρόιτ. Το σπίτι δεν ήταν μεγάλο αλλά ο πατέρα της δεν έφερε αντίρρηση, καθώς θυμήθηκε τις διδαχές στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο: όταν καλωσορίζεις έναν ξένο, καλωσορίζεις τον Ιησού Χρηστό. Έτσι, η Τζούλι Μπάουμερ πήρε τα προσωπικά της αντικείμενα από την κρεβατοκάμαρα της, άλλαξε σεντόνια και μετακόμισε στον καναπέ στο ισόγειο. Ήταν 14 Δεκεμβρίου 2017 και το τηλέφωνό της χτύπησε. Ο Φίλιπς ήταν στο δρόμο.


Η Τζούλι Μπάουμερ στο σπίτι της στο Grosse Pointe Woods του Μίσιγκαν. Γνωρίζοντας από πρώτο χέρι από λανθασμένες καταδίκης, το 2017 η Μπάουμερ έδωσε στον Φίλιπς ένα μέρος για να μείνει (Πηγή: CNNi)

Ήταν 71 ετών, τα μαλλιά του ήταν τόσο άσπρα όσο το χιόνι που έπεφτε, και η Τζούλι σκέφτηκε ότι έμοιαζε σαν να τον είχαν στύψει. Αλλά εκείνος αισθανόταν υπέροχα. Αυτά ήταν περίπου 50 Χριστούγεννα στη συσκευασία του ενός, και εκείνη τον ξεναγούσε στο δωμάτιό του: ένα αληθινό κρεβάτι, μαλακό μαξιλάρι, καθαρές πιτζάμες, ένα διακόπτη φωτός που μπορούσε να πατήσει όποτε ήθελε. Θα μπορούσε να πάει στην τουαλέτα και να κλείσει την πόρτα.

Η Μπάουμερ θυμήθηκε το πρώτο της γεύμα μετά τη φυλακή, μια μέτρια φέτα πίτσας στο δρόμο για το καταφύγιο των αστέγων, και ήθελε να δώσει στον Φίλιπς κάτι καλύτερο. Δεν είχε πολλά χρήματα, αλλά είχε έναν φίλο που του άρεσε να τζογάρει στο καζίννο MotorCity στο κέντρο της πόλης. Κάλεσε τον φίλο της και τον ρώτησε αν είχε κουπόνια για τον μπουφέ. Είχε.

Πήγαν στο κέντρο της πόλης. Ο Φίλιπς γέμισε το πιάτο του με φτερούγες κοτόπουλου και παϊδάκια μπάρμπεκιου και πουρέ πατάτας. Υπήρχαν επίσης πολλά γλυκά, αλλά ο Φίλιπς ήθελε ένα ειδικά. Η Μπάουμερ πήγε στον πάγκο με τα επιδόρπια και ζήτησε ένα μπολ με δύο μπάλες παγωτό βανίλια. Το έφερε πίσω και το άφησε κάτω. Ο Φίλιπς έφερε το κουτάλι στο στόμα του.

«Ω», είπε, «Θυμάμαι αυτή τη γεύση.»

Πήγαν μαζί στο σουπερμάρκετ, και τον παρακολούθησε να θαυμάζει τα γεμάτα ράφια με τους χυμούς πορτοκαλιού. Φρεσκοστυμμένοι, με πολτό, χωρίς πολτό, Tropicana, Minute Maid, χωρίς συντηρητικά. Πρέπει να τα παρατηρούσε πάνω από μια ώρα.

Η Μπάουμερ γνώριζε επίσης αυτό το συναίσθημα, τη στέρηση της φυλακής, τη σταδιακή επανασύνδεση του εγκεφάλου, την αισθητηριακή επιστροφή στον έξω κόσμο. Για εκείνη ήταν σαπούνι και η λοσιόν, αυτή η παράξενη λαχτάρα ενώ ήταν έγκλειστη, κι έτσι όταν βγήκε έξω, πήγε στο σουπερμάρκετ και πέρασε πολύ καιρό εισπνέοντας το άρωμα του σαμπουάν. Οι άνθρωποι δεν καταλάβαιναν πόσο δύσκολο ήταν να μπαίνεις στη φυλακή, και πόσο δύσκολο ήταν να επιστρέφεις στο σπίτι.

Αλλά και πόσο δύσκολη θα ήταν μια δεύτερη δίκη, αν πράγματι το κράτος σκόπευε να δικάσει ξανά τον Φίλιπς. Αντιμαχόταν το Γραφείο του Εισαγγελέα της Κομητείας του Γουέιν επί 46 χρόνια και καμία πλευρά δεν το είχε βάλει κάτω.

Πάλη μέχρι το θάνατο

Αυτή οι αντιμαχίες ήταν εξαντλητικές, όπως είχε διαπιστώσει ο Ντέιβιντ Μόραν στην Κλινική Αθωότητας. Είχε κερδίσει μερικές από αυτές, αλλά η εισαγγελέας της κομητείας Γέιν Κιμ Γουόρθι ήταν τρομερή αντίπαλος. Επανειλημμένα, ο Μόραν και οι μαθητές του κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι ένας καταδικασμένος άνθρωπος ήταν αθώος. Θα αρχειοθετούσαν μια αίτηση. Και τότε, ακόμη και όταν ο Μόραν είχε αποδεικτικά στοιχεία που θεωρούσε αναμφισβήτητα, η Γουόρι και οι εισαγγελείς της μέσω του ενός ή του άλλου δευτεροβάθμιου δικαστηρίου θα έκανα τα πάντα για να διατηρήσουν την καταδίκη. Οι δικηγόροι αθωότητας είχαν έναν όρο για αυτήν την πρακτική. Το ονόμαζαν «πάλη μέχρι το θάνατο».

Η Βάλερι Νιούμαν είχε παλέψει με την Γουόρθι μέχρι το θάνατο περισσότερες από μία φορά. Η Νιούμαν είχε κερδίσει περίπου δώδεκα απαλλαγές και μια υπόθεση Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ στα 25 χρόνια της ως δικηγόρος υπεράσπισης απαλλαγών.


Η Βάλερι Νιούμαν είναι η διευθύντρια της Μονάδας Ακεραιότητας στο Γραφείο Εισαγγελέα της κομητείας Γουέιν (Πηγή: CNNi)

Εκπροσώπησε τους Τόμας και Ρέιμοντ Χάιερς, δύο αδέλφια που το 1987 είχαν καταδικαστεί για φόνο, και έπεισε έναν δικαστή να διατάξει νέα δίκη μετά την εμφάνιση ενός νέου μάρτυρα. Αν και η Γουόρθι αποφάσισε να μην ξαναγίνει η δίκη τους, η πολιτεία αργότερα τους κατέβαλε 1,2 εκατομμύρια δολάρια στον καθένα για παράνομη φυλάκιση.

Όλα τα παραπάνω γράφτηκαν για να καταδείξουν την έκπληξη της Βάλερι Νιούμαν όταν η Κιμ Γουόρθι της πρόσφερε δουλειά.

Ακολουθώντας το παράδειγμα άλλων δικηγόρων, η Γουόρθι συγκέντρωνε μια ομάδα δικηγόρων που έψαχναν για εσφαλμένες καταδίκες και απελευθέρωναν τους αθώους. Και ήθελε επικεφαλής την Νιούμαν.

Οι συνάδελφοι της Νιούμαν ήταν δύσπιστοι. «Πηγαίνεις στη σκοτεινή πλευρά», της είπαν. Αλλά η Νιούμαν είδε μια ευκαιρία. Μέσα στο γραφείο του εισαγγελέα, δεν θα χρειαζόταν να πολεμήσει κανέναν μέχρι τον θάνατο. Εάν διερευνούσε μια υπόθεση και πίστευε ότι κάποιος ήταν αθώος, το μόνο που έπρεπε να κάνει είναι να ενημερώσει το αφεντικό της για αυτό. Στις 13 Νοεμβρίου 2017, ξεκίνησε τη νέα της δουλειά ως διευθύντρια της Μονάδας Ακεραιότητας της Εισαγγελίας της Κομητείας Γουέιν. Η πρώτη της ανάθεση ήταν η υπόθεση του Ρίτσαρντ Φίλιπς.

Μαζί με την Πατρίσια Λίτλ, μια ντετέκτιβ ανθρωποκτονιών, η Νιούμαν σκάλισε. Όταν μίλησαν με τον Ρίτσαρντ Παλόμπο, τελικά εκείνος κατονόμασε τον συνεργό του στη ληστεία του 1971 που έστειλε αρχικά τον Φίλιπς στη φυλακή. Όχι, δεν ήταν ο Φίλιπς. Ήταν ο Φρεντ Μίτσελ.

Η Νιούμαν αναρωτήθηκε αν αυτή ήταν η αρχή ενός μοτίβου: ο Μίτσελ διέπραττε ένα έγκλημα, κατηγορούσε γι’ αυτό τον Φίλιπς και ο ίδιος ξέφευγε.

Έχουν περάσει σχεδόν πέντε δεκαετίες και οι μάρτυρες ήταν λιγοστοί, αλλά εντόπισαν τον αδελφό του θύματος της δολοφονίας. Έδωσε πληροφορίες που συμφωνούσαν με την ιστορία του Παλόμπο για τον Μίτσελ, ότι έψαχνε εκδίκηση απέναντι στους αδερφούς Χάρις Ο Άλεξ Χάρις είπε ότι τον χτύπησε τον Ιούνιο του 1971 και μετά έφυγε από την πολιτεία. Είπε επίσης ότι η αδερφή του Μίτσελ του είπε ότι ο Μίτσελ είχε εμπλακεί στο θάνατο του Χάρις.

Τη Νιούμαν απασχολούσε και κάτι άλλο: το χρονοδιάγραμμα που έδωσε ο Μίτσελ από ως μάρτυρας. Με καθοδήγηση από τον εισαγγελέα, είπε ότι είχε ακούσει τον Φίλιπς και τον Παλόμπο να σχεδιάζουν τη δολοφονία περίπου μια εβδομάδα πριν συμβεί. Αλλά ο Παλόμπο είπε ότι ήταν στη φυλακή μέχρι δύο ημέρες πριν από τη δολοφονία. Η Νιούμαν έλεγξε τα αρχεία της φυλακής. Ο Παλόμπο είχε δίκιο. Επιπλέον, ο Φίλιπς δεν μπορούσε να συνωμοτεί με τον Παλόμπο τον Ιούνιο του 1971. Συναντήθηκαν για πρώτη φορά σε μπάρμπεκιου στις 4 Ιουλίου.

Η ιστορία που είπε ο Μίτσελ στη δίκη δεν θα μπορούσε να είναι αληθινή. Και τώρα, 45 χρόνια αργότερα, το Γραφείο Εισαγγελέα της Κομητείας του Γέιν το παραδεχόταν.

Στις 28 Μαρτίου 2018, αφού η Νιούμαν και ο δικαστής υπέγραψαν εντολή για την απόρριψη της υπόθεσης εναντίον του Φίλιπς, η Κίμ Γουόρθι παραχώρησε συνέντευξη τύπου. Αυτή τη φορά δεν υπήρχαν προϋποθέσεις, ούτε αμφιβολίες. Ήταν μια πλήρης απαλλαγή.

«Η δικαιοσύνη πράγματι αποδίδεται σήμερα», είπε.

Δεκαεννέα μήνες αργότερα, στο δρόμο με το αυτοκίνητο για να συναντήσει τους φίλους του, ο Ρίτσαρντ Φίλιπς τραγουδά ξανά. Το τραγούδι δεν έχει τίτλο, ούτε λόγια, αλλά είναι ο προσωπικός του ύμνος: μια μακρά, χαρούμενη νότα, ανθεκτική, αδιάσπαστη. Είναι ένα λαμπρό απόγευμα τον Οκτώβριο του 2019, τα πλατάνια τυφλώνουν με τα χρώματά τους. Βγαίνει από το αυτοκίνητο. Ένα σκυλί τρέχει για να τον χαιρετήσει. Έχει πολλές θετές οικογένειες τώρα, πολλά σπίτια στα οποία είναι πάντα ευπρόσδεκτος, συμπεριλαμβανομένου αυτού εδώ, του σπιτιού της Ρόουζ και του Ρίτσαρντ Κιθ. Το περασμένο βράδυ τους έστειλε γραπτό μήνυμα για να πει ότι τους αγαπούσε. Τώρα μπαίνει μέσα, και ο κύριος Κιθ του δίνει ένα ποτήρι χυμό πορτοκαλιού, και αυτός κάθεται πίσω σε μια άνετη καρέκλα με τον Πριμρόουζ, τον σκύλο της οικογένειας, να τον αγκαλιάζει, την ώρα που ο Ρίτσαρντ και οι Κιθ διηγούνται την ιστορία της Πινακοθήκης Ρίτσαρντ Φίλιπς.


Ο Φίλιπς σε δείπνο με φίλους στο Σάουθφιλντ του Μίσιγκαν (Πηγή: CNNi)

Πάλεψε για λίγο έξω, ανίκανος να βρει δουλειά, κάνοντας παρέα με έναν άντρα που συνάντησε στη φυλακή, συγκλονισμένος από έναν κόσμο που μετά βίας αναγνώριζε. Τότε σκέφτηκε τους πίνακες. Κάλεσε την Ντορίν Κριμάρτι, την παλιά του φίλη δια αλληλογραφίας στη Νέα Υόρκη. Ναι, τους είχε ακόμα. Με την πάροδο των ετών, οι άνθρωποι της έλεγαν να τους δώσει, να τους αφήσει στον Στρατό Σωτηρίας, αλλά πάντα ήξερε ότι εκείνος θα ελευθερωνόταν με κάποιο τρόπο και θα τους έπαιρνε πίσω. Ήταν περίπου 400 πίνακες. Ένα μικρό αγόρι που περπατά σε έναν αμμόλοφο. Ένας γυμνόστηθος πολεμιστής που κοιτάζει έναν πορτοκαλί ουρανό. Ένα μπλε ποτάμι το φθινόπωρο, σκάλες που οδηγούν στην άκρη του νερού. Όλα τα μέρη που δεν μπορούσε να πάει.

Όλα τα μέρη που μπορούσε να πάει.

Η πρώτη έκθεση

Αγόρασε ένα εισιτήριο λεωφορείου για τη Νέα Υόρκη, για να δει τους πίνακες και τη γυναίκα που τους κράτησε. Είχε μια βαλίτσα γεμάτη με γράμματά του. Αντιστοιχούσαν σε αλληλογραφία 35 χρόνων. Νόμιζε ότι ήταν ερωτευμένη μαζί του, αναρωτήθηκε αν ίσως μπορούσαν να είναι μαζί τώρα στο Ρότσεστερ, αλλά χρειαζόταν την ελευθερία του και το παλιό του σπίτι. Μάζεψε τους πίνακες και τους έστειλε πίσω στο Μίσιγκαν.

Ο Φίλιπς γνώρισε τους Κιθ μέσω μιας παλιάς τους φίλης, της δικηγόρου του Γκάμπι Σίλβερ. Είχαν μια εταιρεία μάρκετινγκ. Ένας άλλος συνήγορος αθωότητας, η Ζιέβα Κονβίσερ, τους βοήθησε να διοργανώσουν μια έκθεση ζωγραφικής στο Ferndale. Ο επιμελητής της έκθεσης, Μαρκ Μπάρτον, παρουσίασε περίπου 50 πίνακες. Η συμμετοχή ήταν ίσως πέντε φορές μεγαλύτερη από το συνηθισμένο: καθηγητές, πολιτικοί, ακόμη και η δικαστής που έκλεισε την υπόθεση. Ο Φίλιπς δεν σταμάτησε να λέει, «Είναι η πρώτη μου φορά», και δεν ήξερε πόσο να χρεώσει, οπότε συμβιβάστηκαν με τα 500 δολάρια, αλλά πούλησε περίπου 20 πίνακες εκείνο το βράδυ, και η είδηση κυκλοφόρησε, τα άρθρα γύρω από αυτόν πολλαπλασιάστηκαν και οι Κιθ τον βοήθησαν να φτιάξει έναν ιστότοπο όπου σύντομα οι πίνακές του πωλούνταν έναντι 5.000 δολαρίων. Τώρα μπορούσε να πληρώσει τους λογαριασμούς του, μπορούσε να στείλει στην Ντορίν Κρομάρτι μια επιταγή για να την ευχαριστήσει που έκανε όλο αυτό εφικτό. Αγόρασε ένα μεταχειρισμένο Ford Fusion και έμαθε να οδηγεί ξανά. Γλίστρησε στον πάγο, έπεσε σε ένα χαντάκι, επέστρεψε στον αυτοκινητόδρομο και συνέχισε να οδηγεί.

Ο Φίλιπς αποχαιρετά τους Κιθς. Πίσω στο Σάουθφιλντ, σταματά στο σουπερμάρκετ. Σφυρίζει μια μελωδία και περιτριγυρίζει στους διαδρόμους, φροντίζοντας να επιλέξει μπέικον με χαμηλή περιεκτικότητα σε νάτριο. Επίσης, μπισκότα με γλάσο διευκρινίζοντας ότι δεν είναι για αυτόν αλλά για το ελάφι που ζει στο δάσος πίσω από το διαμέρισμά του. Σειρά έχει ο χυμός πορτοκαλιού: Tropican Pure Premium, χωρίς νερό, ζάχαρη ή συντηρητικά, στη συσκευασία με τη λαβή. Στο ταμείο πληρώνει σε μετρητά, βγάζοντας ένα 20δόλαρο τραβώντας το από τις άκρες ώστε να κάνει έναν ευχάριστο θόρυβο.

Πίσω στο διαμέρισμα, ένα λιτό ισόγειο με πόρτα ασφαλείας, ο πίνακάς του με τα ηλιοτρόπια κρέμεται στην τραπεζαρία. Αυτός δεν είναι προς πώληση. Ο Φίλιπς απολαμβάνει τη ζήτηση -απολαμβάνει τις ομιλίες του, τις κλήσεις και τα μηνύματα για ευχές, τις προσκλήσεις να επισκεφθεί φίλους- αλλά όλα αυτά του αφήνουν λίγο χρόνο για να ζωγραφίσει. Δεν έχει κανέναν τρόπο να γνωρίζει ότι σε περίπου πέντε μήνες, με την άφιξη της πανδημίας του κορωνοϊού, θα αναγκαστεί να επιστρέψει στη μοναξιά. Και ότι εκείνες τις ατέλειωτες ώρες στο διαμέρισμά του, θα χαθεί για άλλη μια φορά στη μοναχική χαρά της δημιουργίας τέχνης.

Τώρα βάζει λίγη τζαζ, το σαξόφωνο κατακλύζει το σπίτι, και παίρνει ένα κομμάτι πίτσας που έχει απομείνει στο ψυγείο. Βάζει λίγη σάλτσα μπάρμπεκιου στην πίτσα και δαγκώνει ένα κομμάτι.


Ο Φίλιπς κοιτάζει έναν λογαριασμό λίγο πριν πάει να πληρώσει το ενοίκιό του (Πηγή: CNNi)

«Και μόλις το τηλέφωνό μου φορτιστεί», λέει, «Θα καλέσω τον γιο μου να δω τι κάνει».

Ο νεότερος Ρίτσαρντ Φίλιπς είναι 50 ετών. Η μητέρα του έμαθε στις ειδήσεις για την αποφυλάκισή του και τηλεφώνησε στο γραφείο της Γκάμπι Σίλβερ. Πατέρας και γιος συναντήθηκαν στο ζωολογικό κήπο. Ήταν αμήχανο, επειδή ήταν εκεί και ο συγκάτοικος του πατέρα Φίλιπς, και επειδή την τελευταία φορά που είδε ο ένας τον άλλον το αγόρι ήταν 2 ετών. Κάτι είχε χαθεί ανεπανόρθωτα. Ο γιος είχε μάθει πώς να ζωγραφίζει και στο γυμνάσιο κέρδισε ένα βραβείο για το πορτρέτο της ηθοποιού Λίσα Μπονέτ, και ο πατέρας του δεν ήταν εκεί για να τον ενθαρρύνει. Η κόρη του Φίλιπς είχε μετακομίσει στη Γαλλία και δεν ήθελε να τον δει, και όταν ένας δημοσιογράφος της έστειλε email ρωτώντας την γιατί, εκείνη αρνήθηκε να μιλήσει γι 'αυτό. Η οικογένεια Φίλιπς είχε διαλυθεί. Καμία αποζημίωση για παράνομη φυλάκιση δεν θα την επανέφερε ποτέ.

«Γεια», λέει ο πατέρας στο τηλέφωνο, καλώντας τον γιο του σε δείπνο.

«Όχι, όχι, δεν χρειάζεται, άκου. Όχι. Όχι. Φορέστε κάτι άνετο».

«Να είσαι ο εαυτό του. Μόνο αυτό λέω».

«Πιθανότατα να μας πάρει περίπου 45 λεπτά για να φτάσουμε εκεί»

Ώρα αιχμής στο μετρό του Ντιτρόιτ, σουρουπώνει, ο Φίλιπς τραγουδά ξανά. Τον ρωτάω αν φαντάστηκε ποτέ μια εναλλακτική ζωή, χωρίς τον Φρεντ Μίτσελ, ή τον φόνο, ή τα 46 χρόνια φυλάκισης.

«Είναι τόσο δύσκολο ακόμη και να το σκεφτώ», λέει. «Πώς θα ήταν η ζωή μου».

«Υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα να ήμουν νεκρός, ερχόμενος στο Ντιτρόιτ».

«Αυτό είναι το μοτίβο ζωής που με οδήγησε σε αυτό το σημείο. Δεν μπορώ να παραπονιέμαι, γιατί είμαι 73 ετών και το 95% της παλιάς μου παρέας είναι νεκροί».

Παραθέτει ονόματα ανδρών από την παλιά παρέα. Ο ένας πέθανε από AIDS, ένας άλλος από υπερβολική δόση, άλλος είχε νεφρική ανεπάρκεια, άλλος διαβήτη, ακρωτηριασμένο πόδι, ακρωτηριασμένο πόδι, νεκρός, νεκρός, νεκρός. Ο Φρεντ Μίτσελ επίσης—

Η ευκαιρία

Προαύλιο φυλακής, 1979. Το κρύο μαχαίρι εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από το μανίκι του. Ο Μίτσελ κατευθύνεται προς το τυφλό σημείο. Ένα χρέος που πρέπει να πληρωθεί με αίμα. Μια ζωή για μια ζωή. Ο Φίλιπς ένιωθε ήδη νεκρός. Θα τον θάψουν εκεί που θάβουν τους άπορους. Αλλά τουλάχιστον θα έπαιρνε πρώτος εκδίκηση, να νιώσει το μαχαίρι να μπαίνει.

Τότε άκουσε κάτι, ή το ένιωσε, ένα μήνυμα να τρεμοπαίζει στο μυαλό του: Μην τον σκοτώσεις. Επειδή ακόμη μπορεί να έχεις την ευκαιρία να φύγεις από εδώ.

Είπαν ότι ήταν δολοφόνος. Αν σκότωσε τον Φρεντ Μίτσελ, θα είχαν δίκιο.

Άφησε λοιπόν τον Μίτσελ να φύγει. Και ο Μίτσελ πέθανε από το ποτό σε ηλικία 49 ετών, και ο Φίλιπς έμεινε στο κελί του, ζωγραφίζοντας τον δρόμο του προς την ελευθερία. Έμοιαζε γέρος όταν βγήκε από τη φυλακή, βλεφάριζε στο κρύο φως του ήλιου, αλλά αγόρασε νέα ρούχα και έβαψε τα μαλλιά του, και άρχισε να φαίνεται νεότερος, σαν να είχε γυρίσει πίσω στο χρόνο. Τώρα οδηγεί στον αυτοκινητόδρομο αργά το απόγευμα, τραγουδώντας ξανά αυτό το τραγούδι: πάντα παλιό, για πάντα νέο, ο ήχος της σοφίας και της αθωότητας.

An innocent man spent 46 years in prison. And made a plan to kill the man who framed him, by Thomas Lake, CNN, Video by Matthew Gannon, CNN, Photographs by Brittany Greeson for CNN

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

× Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης