ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Πότε θα αναγεννηθούν οι εκτάσεις που κάηκαν από τις «mega-fires» σε Αττική και Ρόδο

Πυρκαγιά στα Δερβενοχώρια IN TIME

«Το 2023 μέχρι στιγμής ήταν μία από τις χειρότερες χρονιές σε ό,τι αφορά τις εκδηλώσεις των δασικών πυρκαγιών στη χώρα» όπως επισημαίνει στο CNN Greece, o πυρομετεωρολόγος και εντεταλμένος ερευνητής του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Θεόδωρος Γιάνναρος, σημειώνοντας πως η συνολική έκταση που έχει καεί στην Ελλάδα μέχρι τις 12 Αυγούστου ανέρχεται 520.801 στρέμματα.

Μάλιστα, όπως τονίζει ο ίδιος, η έκταση αυτή είναι μεγαλύτερη από τον αντίστοιχο μέσο όρο της περιόδου 2006 - 2022 «το οποίο δείχνει και τη δριμύτητα των πυρκαγιών του Ιουλίου στη χώρα μας».

Σύμφωνα με τον επιστήμονα, ο Ιούλιος, ήταν από τους χειρότερους των τελευταίων τουλάχιστον δέκα ετών σε ό,τι αφορά τις εκτάσεις που κάηκαν.

«Mega - fires» σε Αττική και Ρόδο

Στις περιοχές που επλήγησαν περισσότερο είναι η Αττική, με τη φωτιά που ξέσπασε στα Δερβενοχώρια να χαρακτηρίζεται «μέγα - πυρκαγιά» (megafire), διότι εξαπλώθηκε σε περισσότερα από 100.000 στρέμματα, όπως αντίστοιχα και το πύρινο μέτωπο που σημειώθηκε στο νησί της Ρόδου, η οποία επίσης χαρακτηρίστηκε «μέγα - πυρκαγιά».

«Αρκετές από τις πυρκαγιές που εκδηλώθηκαν εμφάνισαν ακραία συμπεριφορά, με χαρακτηριστικό το παράδειγμα του πυροστρόβιλου που δημιουργήθηκε στη Ρόδο και το οποίο αποτελεί δείγμα μιας φωτιάς που εκρήγνυται» σημείωσε ο ίδιος.

Υπενθυμίζεται δε, πως η έκταση του «καθαρού» δάσους που έγινε στάχτη στη Ρόδο από τις πυρκαγιές που εκδηλώθηκαν στο νησί τον Ιούλιο, σύμφωνα με υπολογισμό του Πανεπιστημίου Αθηνών υπολογίζεται σε 135.000 στρέμματα.

Πότε θα αναγεννηθούν τα δάση

Ο πρόεδρος του Οργανισμού Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας (ΟΑΣΠ) Ευθύμιος Λέκκαςαπαντώντας στο CNN Greece πότε αναμένεται να αναγεννηθούν οι εκτάσεις που κάησαν σημείωσε πως αυτό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο ευνοϊκό είναι το έδαφος, τα φυσικά - γεωγραφικά χαρακτηριστικά της.

Στην περίπτωση της Αττικής και της Ρόδου θα χρειαστεί να περάσουν περισσότερα από 10 χρόνια, υπογραμμίζει.

Απεναντίας στη Δυτική Ηλεία «που το έδαφος είναι πιο ευνοϊκό, η ανάκαμψη της περιοχής μπορεί να είναι εφικτή σε βάθος πέντε ετών».

«Οι φυσικές καταστροφές να αντιμετωπιστούν ως ενιαίο πρόβλημα»

Αναφορικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν στον απόηχο αυτών των καταστροφικών πυρκαγιών, ο κ. Γιάνναρος επισημαίνει πως «τα μέχρι στιγμής στοιχεία είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά «καθώς δείχνουν πως βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα αναφορικά με τις δασικές περιοχές, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και ευρύτερα».

«Μια πραγματικότητα που αναδεικνύει την αναγκαιότητα να αλλάξουμε σχεδιασμό λόγω της κλιματικής κρίσης, σε ένα περιβάλλον το οποίο είναι πιο ευάλωτο στην εκδήλωση, αλλά και στην εξάπλωση δασικών πυρκαγιών» προσθέτει.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, σύμφωνα με τον πυρομετεωρολόγο, «οι πυρκαγιές αναγνωρίζονται ως ένα διεπιστημονικό πρόβλημα, πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει πολλές επιστημονικές κοινότητες από τη δασολογία, τη μετεωρολογία, ακόμη και από την κοινωνιολογία και την ψυχολογία θα πρέπει να συνδράμουν στην διαχείριση του φαινομένου».

Η κοινωνιολογία και η ψυχολογία, για παράδειγμα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν, ώστε να επικοινωνούνται πιο αποτελεσματικά τόσο η επικινδυνότητα του προβλήματος, όσο και οι συστάσεις της Πολιτείας προς τους πολίτες, με σκοπό να μειωθούν οι ενάρξεις φωτιών που οφείλονται σε αμέλεια, εξηγεί.

Με βάση τα δεδομένα αυτά, χρειάζεται ένας σχεδιασμός που θα λαμβάνει υπόψιν όλες τις φυσικές καταστροφές, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους.

Ξηρασία - Καύσωνες - Χιονοπτώσεις: Πώς συνδέονται

Εξηγώντας, ο κ. Γιάνναρος σημείωσε πως η ξηρασία, που αποτελεί ένα διακριτό φυσικό φαινόμενο, φέρει αύξηση της διαθέσιμης καύσιμης ύλης, ο καύσωνας από την άλλη πλευρά μειώνει την υγρασία στο φυσικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα να δημιουργεί συνθήκες ξηρασίας. Τις πυρκαγιές μπορεί να διαδεχθεί μια πλημμύρα, που μπορεί να οδηγήσει σε διάβρωση του εδάφους ή ακόμη και κατολισθήσεις.

Συμπληρώνει, δε, ότι σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί ακόμη και οι χιονοπτώσει να αυξήσουν τη διαθεσιμότητα της καύσιμης ύλης, όπως φάνηκε στις χιονοπτώσεις του 2020 και του 2021.

Η αλληλουχία αυτή των φυσικών καταστροφών, λοιπόν, καθιστά επιτακτική μια συνολική προσέγγιση για την αντιμετώπισή τους.

Μέχρι τους 70 βαθμούς η θερμοκρασία σε Ρόδο και Αθήνα μετά τις φωτιές

Μεταξύ άλλων, ο κ. Γιάνναρος σημείωσε πως οι εκτεταμένες πυρκαγιές που σημειώνονται οδηγούν ταυτόχρονα στην «υποβάθμιση των περιβαλλοντικών συνθηκών». Μία από τις πιο βασικές επιπτώσεις, είναι οι υψηλότερες θερμοκρασίες.

«Στη Ρόδο και στον Κουβαρά Αττικής, σύμφωνα με δορυφορικά δεδομένα, έπειτα από τις πυρκαγιές του Ιουλίου, κατέγραψαν θερμοκρασίες εδάφους που ξεπερνούσαν τους 60 με 70 βαθμούς Κελσίου, γεγονός που επιφέρει άνοδο και της θερμοκρασίες του αέρα» σημείωσε.

«Η φωτιά δεν μπαίνει από την κλιματική κρίση. Μπαίνει από ανθρώπινο χέρι»

Αναφορικά με τις παραμέτρους που πρέπει να λάβει υπόψιν το κράτος για την πρόληψη των πυρκαγιών, ο κ. Γιάνναρος, σημειώνει πως «αρχικά πρέπει να γίνει αντιληπτό πως η φωτιά δεν μπαίνει από την κλιματική κρίση. Η φωτιά μπαίνει από ανθρώπινο χέρι, από αμέλεια, εμπρησμό ή παρατημένα ηλεκτρικά δίκτυα».

Παράλληλα, σημαντική προϋπόθεση σε μια στρατηγική πρόληψης, αναφέρει πως είναι η διαχείριση των δασικών καυσίμων.

Γιατί, όπως σημειώνει, από όλα τα στοιχεία που επηρεάζουν το πως θα συμπεριφερθεί και εξαπλωθεί μια φωτιά, δηλαδή, τα δασικά καύσιμα, τον καιρό και την τοπογραφία, τα δασικά καύσιμα είναι τα μόνα στα οποία μπορεί να υπάρξει ανθρώπινη παρέμβαση.

Η αντιπυρική περίοδος του 2024, να ξεκινήσει από την 1η Νοεμβρίου 2023

Εξίσου σημαντικό, όπως φάνηκε και στις πρόσφατες πυρκαγιές στη Χαβάη, είναι μία καλύτερη επιτήρηση των πυρομετεωρολογικών συνθηκών καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς, ούτως ώστε να έχουμε μια εικόνα του πότε τα πυρομετεωρολογικά στοιχεία εισέρχονται σε περίοδο υψηλής ευφλεκτότητας.

Υπ’ αυτή την έννοια, τονίζει πως «εάν θέλουμε να σημειώσουμε πρόοδο στις πυρκαγιές, θα πρέπει για την αντιπυρική περίοδο του 2024 να ξεκινήσουμε να προετοιμαζόμαστε από την 1η Νοεμβρίου του 2023, όπου τυπικά ολοκληρώνεται η αντιπυρική περίοδος του 2023».

Η πρόληψη το σημαντικότερο εργαλείο

Με βάση όλα τα παραπάνω, ο κ. Γιάνναρος τονίζει ότι, συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης της εκδήλωσης των φαινομένων, παρατηρησιακών δικτύων, όπως εκείνων του Εθνικού Αστεροσκοπείου, μπορούν να συνεισφέρουν σημαντικά στην πρόληψη της εκδήλωσης πυρκαγιών.

Υπενθυμίζει, μάλιστα, πως το 2021, μελέτη του Εθνικού Αστεροσκοπείου που αφορούσε στις πυρομετεωρολογικές συνθήκες της περιόδου, είχε γνωστοποιηθεί με σκοπό την πρόβλεψη των πυρκαγιών που τελικά κατέκαψε χιλιάδες στρέμματα.

Αντίστοιχη ενημέρωση είχε υπάρξει και φέτος, όπου μία εβδομάδα πριν ξεσπάσουν οι πυρκαγιές του Ιουλίου, οι μετεωρολόγοι είχαν κάνει γνωστό πως εισερχόμαστε σε περίοδο αυξημένης επικινδυνότητας.

Οι πληροφορίες αυτές, τις οποίες το Εθνικό Αστεροσκοπείο φέρει στο φως της δημοσιότητας, πρέπει, σύμφωνα με τον πυρομετεωρολόγο «να αξιοποιηθούν από τον κρατικό μηχανισμό επιχειρησιακά με ουσιαστικό τρόπο, μεταξύ άλλων και για την υποστήριξη και ασφάλεια των πυροσβεστικών δυνάμεων».

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

× Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης