03

Γεωργία

Η γη που μας θρέφει

Δείτε το video

Ρεπορτάζ: Κώστας Πλιάκος

Κάμερα: Γιώργος Αποστολόπουλος

Η ελληνική γεωργία βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Από τα βαμβακοχώραφα της Θεσσαλίας μέχρι τα θερμοκήπια της Κρήτης και από τις κερασιές της Νάουσας μέχρι τους πορτοκαλεώνες της Αργολίδας, οι παραγωγοί καλούνται να αντιμετωπίσουν ένα περιβάλλον που αλλάζει με ταχύτητα.

Η κλιματική κρίση, το αυξημένο κόστος παραγωγής, η έλλειψη εργατικών χεριών και οι πιέσεις των διεθνών αγορών, συνθέτουν μια νέα πραγματικότητα που δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο. Σε αυτό θα πρέπει να προστεθεί και η κουλτούρα έλλειψης συνεργατικού πνεύματος, καθώς οι Συνεταιρισμοί στο παρελθόν φορτώθηκαν με πολλές «αμαρτίες» και τελικά απομάκρυναν τους παραγωγούς που αναζήτησαν άλλους πιο μοναχικούς, αλλά τελικά όχι ευκολότερους και επικερδέστερους δρόμους.

Κι όμως, παρά τις δυσκολίες, η ελληνική αγροτική παραγωγή εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πιο εξωστρεφείς κλάδους της οικονομίας. Το 2024 οι εξαγωγές φρούτων και λαχανικών έκλεισαν με ιστορικό ρεκόρ, φτάνοντας τα 1,85 δισ. ευρώ -αύξηση 7,9% σε σχέση με τα 1,72 δισ. ευρώ του 2023.

Παράλληλα, ο τομέας φρούτων, λαχανικών και παρασκευασμάτων τους, συνεισέφερε καθοριστικά στη διαμόρφωση θετικού αγροτικού εμπορικού ισοζυγίου 66,5 εκατ. ευρώ για το 2024, ενώ οι συνολικές εξαγωγές αγροτικών προϊόντων της χώρας, ανήλθαν στα 11,25 δισ. ευρώ, έναντι 10,87 δισ. το 2023.

Πίσω όμως από τους αριθμούς υπάρχουν άνθρωποι. Συνεταιριστές, αγρότες, γεωπόνοι και επιχειρηματίες που βλέπουν καθημερινά τις προκλήσεις να μεγαλώνουν. Την ακρίβεια στα αναλώσιμα (καύσιμα, ενέργεια γενικότερα, λιπάσματα, πρώτες ύλες) να μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα, την αδιαφορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να στηρίξει την αγροτική παραγωγή στην Ευρώπη, τη μείωση του εισοδήματος των καταναλωτών γεγονός που τους σπρώχνει προς το φθηνότερο, εισαγόμενο, αλλά αμφιβόλου ποιότητας προϊόν και το άνοιγμα νέων αγορών όπως της Mercosur που οσονούπω θα γεμίσει την Ευρώπη με φθηνά και αμφιβόλου ποιότητας προϊόντα.

Οι μαρτυρίες των ανθρώπων της παραγωγής, από διαφορετικές γωνιές της Ελλάδας, αποτυπώνουν με ακρίβεια την κατάσταση του πρωτογενούς τομέα -μια κατάσταση που άλλοτε εμπνέει και άλλοτε προκαλεί ανησυχία και απαισιοδοξία.

Βαμβάκι: Ο λευκός χρυσός της Ελλάδας

Στις αρχές τις δεκαετίας του 2000, όσοι παρακολουθούσαν χρηματιστηριακές ειδήσεις θα θυμούνται ονόματα όπως ΕΝΚΛΩ, ΜΑΚΛΩ, Κλωστήρια Ναούσης, Κλωνατέξ, Νηματουργία Βαρβαρέσος, Fieratex, ΕΛΦΙΚΟ, Επίλεκτος, Κλωστήρια Ναυπάκτου και άλλα. Όλες κλωστοϋφαντουργίες ή καθετοποιημένες βιομηχανίες βαφείων και κλωστοϋφαντουργίας. Και ύστερα άνοιξε η αγορά στο ασιατικό βαμβάκι, πάμφθηνo αφού τα εργατικά ήταν ένα με δύο δολάρια τη μέρα, βαμβάκι που είχε μέσα του παιδική εργασία, κατώτερης ποιότητας από το ελληνικό, μεταλλαγμένο φυσικά, και ποτισμένο με αίμα, χωρίς υπερβολές.

Στην Ινδία (πρώτη βαμβακοπαραγωγός χώρα), από το 1995, με επίσημα στοιχεία, έχουν αυτοκτονήσει 400.000 αγρότες (28 αγρότες κάθε μέρα, σχεδόν έχουν εξαφανιστεί δύο πόλεις του μεγέθους της Πάτρας ή του Ηρακλείου), η συντριπτική πλειονότητα βαμβακοπαραγωγοί. Το γιατί είναι σύνθετο, αλλά και απλό. Συνοπτικά, οι βαμβακοπαραγωγοί στην Ινδία αναγκάζονται να καλλιεργήσουν μεταλλαγμένο βάμβακι το οποίο έχει πολλά έξοδα, ζιζανιοκτόνα κτλ τα οποία είναι συγκεκριμένα για κάθε ποικιλία και πωλούνται από τις ίδιες εταιρίες που πωλούν και τους σπόρους.

Με λίγα λόγια οι αγρότες εκεί είναι παγιδευμένοι από μεγάλες εταιρίες, ας μην τις αναφέρουμε, που πωλούν τον σπόρο που υπόσχεται μεγαλύτερη παραγωγή αλλά, με την προϋπόθεση ότι θα αγοράζουν τα λιπάσματα και ζιζανιοκτόνα που πωλούν και που μόνο αυτά μπορούν να εγγυηθούν την παραγωγή.

Αν λοιπόν μια χρονιά δεν πάει καλά, για παράδειγμα λόγω ξηρασίας ή πλημμυρών, οι παραγωγοί βρίσκονται καταχρεωμένοι και η μόνη απόδραση από τα χρέη και η επιβίωση της οικογένειάς τους είναι η αυτοκτονία. Και μάλιστα αυτοκτονούν συχνά πίνοντας τα ίδια χημικά που έριχναν και στα χωράφια τους. Μια αναζήτηση στο Google θα σας αποκαλύψει μια τρομακτική ιστορία γύρω από το ινδικό βαμβάκι το οποίο όλοι φοράμε πάνω μας.

Ο «θάνατος τη μεταποίησης»
και οι επιπτώσεις του

Podcast
Βασίλης Τσαγαλάς
Γενικός Διευθυντής
Αγροτικού Συνεταιρισμού
Ορχομενού

Ας επανέλθουμε όμως πίσω στα δικά μας. Από τις δεκάδες κλωστοϋφαντουργίες των αρχών του 2000, σήμερα στην Ελλάδα έχει μείνει μόνο μία. Τα κλωστήρια Ναυπάκτου, και κάποιες από τις υπόλοιπες παραμένουν κλειστές, με τα μηχανήματα έτοιμα μεν να λειτουργήσουν, αλλά χωρίς κάποιος να πατάει το διακόπτη της έναρξης. Σπάνια, κάποια από αυτά μπορεί να βάλουν μπροστά κάποιες μηχανές για μια περιορισμένη και συγκεκριμένη παραγωγή που θα ζητήσει ένας πελάτης. Κάτι όπως που γίνεται ολοένα και σπανιότερα.

Με λίγα λόγια: Μπορεί κάποιος σήμερα να αγοράσει ένα μπλουζάκι ελληνικής παραγωγής από ελληνικό βαμβάκι; Η απάντηση είναι «όχι».

Η Ελλάδα παραμένει η μεγαλύτερη παραγωγός βαμβακιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καλύπτοντας περίπου το 80% της ευρωπαϊκής παραγωγής και καλλιεργώντας σχεδόν το 6% της συνολικής αγροτικής της γης με βαμβάκι. Περίπου 40.000 παραγωγοί δραστηριοποιούνται στον κλάδο, κυρίως στη Θεσσαλία, τη Βοιωτία, τη Μακεδονία και τη Θράκη. Το ποσοστό αυτό από μόνο του δεν λέει ακριβώς την αλήθεια. Η Ελλάδα είναι η μοναδική βαμβακοπαραγωγός χώρα στην Ευρώπη και το υπόλοιπο βαμβάκι που καλλιεργείται στην Ισπανία είναι για σπόρο και όχι για τελικό εκκοκκισμένο προϊόν. Τώρα αν κάποιες ποσότητες γίνονται και βαμβάκι είναι αμελητέες.

Στον θεσσαλικό κάμπο, στα Φάρσαλα και στην Κωπαΐδα, το βαμβάκι εξακολουθεί να αποτελεί βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας. Οι εκτάσεις καλλιέργειας, που αγγίζουν τα 2,24 εκατ. στρέμματα το 2024 -ελαφρώς χαμηλότερα από τα 2,54 εκατ. στρέμματα του 2022- μαρτυρούν μια σταδιακή συρρίκνωση που δεν περνά απαρατήρητη. Ωστόσο, η παραγωγή εκκοκκισμένου βαμβακιού εκτιμάται ότι ήταν αυξημένη την περίοδο 2024/2025 (δεν υπάρχουν τελικά στοιχεία προς το παρόν), φτάνοντας τους 239.000 τόνους, ποσοστό αύξησης 15,5% σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, ενώ η παραγωγή σύσπορου ήταν μεταξύ 650.000 και 670.000 τόνων, έναντι 626.000 τόνων του 2023.

Podcast
Σωτήρης Γιαννακός
Aντιπρόεδρος Ομοσπονδίας
Αγροτών Καρδίτσας

Το βαμβάκι παραμένει ένα από τα πλέον εξαγώγιμα ελληνικά αγροτικά προϊόντα, αν και η πορεία των τελευταίων ετών δεν είναι ομαλή. Το 2023, οι εξαγωγές εκκοκκισμένου βαμβακιού περιορίστηκαν σε 418 εκατομμύρια ευρώ με όγκο 212.000 τόνων -μεγέθη σημαντικά μειωμένα σε σχέση με το 2022 (−34% σε αξία, −21% σε όγκο) λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών που έπληξαν την παραγωγή. Το 2024 οι εξαγωγές ανέκαμψαν, ξεπερνώντας τα 430 εκατομμύρια ευρώ, με βασικούς προορισμούς την Τουρκία, την Αίγυπτο και το Πακιστάν.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2021, στο απόγειο της αγοράς, το βαμβάκι κατείχε την 1η θέση στις ελληνικές αγροτικές εξαγωγές, ενώ δύο χρόνια αργότερα, λόγω της ραγδαίας πτώσης της παραγωγής, υποχώρησε στην 5η θέση. Η πτώση αυτή αποτυπώνει με τον πιο γλαφυρό τρόπο την ευθραυστότητα του κλάδου μπροστά όχι μόνο στις κλιματικές αναταράξεις αλλά και στο γεγονός ότι ο βαμβάκι είναι ένα χρηματιστηριακό προϊόν. Η τιμή του διαπραγματεύεται στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων και τι σημαίνει αυτό με απλά λόγια; Ότι οι Έλληνες παραγωγοί έχουν να αντιμετωπίσουν χώρες με τεράστια παραγωγή, με χαμηλό κόστος.

Κι όταν το μπλουζάκι βγαίνει με μισό ευρώ κόστος, τι να το κάνεις το ελληνικό βαμβάκι, όσο καλύτερο και να είναι σε ποιότητα. Αυτό που αποκαλείται fast fashion, δηλαδή το μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης όπου οι αλυσίδες ρούχων παράγουν τεράστιες ποσότητες φθηνών ενδυμάτων, και αντίστοιχα οι καταναλωτές αλλάζουν γκαρδαρόμπα κάθε χρόνο, έχει κυριαρχήσει.

Podcast
Σάββας Παχατίρογλου
Αγρότης-γεωπόνος,
πρόεδρος Συνεταιρισμού Cotton Farsala

Στον θεσσαλικό κάμπο, οι παραγωγοί μιλούν για αυξανόμενο κόστος ενέργειας, λιπασμάτων και καυσίμων, αλλά και για αβεβαιότητα ως προς τις τιμές παραγωγού. Η μέση τιμή εξαγωγής υποχώρησε το 2023 στα 1,97 ευρώ/κιλό, από 2,43 ευρώ/κιλό το 2022 -πτώση σχεδόν 19% που συμπίεσε περαιτέρω τα περιθώρια κέρδους. Οι επιπτώσεις των ακραίων καιρικών φαινομένων γίνονται ολοένα πιο έντονες, ενώ η λειψυδρία αποτελεί μόνιμη απειλή για τον θεσσαλικό κάμπο.

Ελληνικό βαμβάκι:
Ποιοτικό αλλά μη ανταγωνιστικό

Σε αυτό το σκηνικό το ερώτημα είναι πως να αντιμετωπίσει ο παραγωγός τις φθηνές αγορές τις Ασίας και τις Αμερικής; Στην Ελλάδα, ο κλήρος είναι μικρός, και η καλλιέργεια γίνεται με τις αυστηρές προδιαγραφές που θέτει (και καλά κάνει) η Ευρωπαϊκή Ένωση, όσον αφορά στα χημικά και τα λιπάσματα. Φυσικά ο σπόρος δεν είναι μεταλλαγμένος.

Αυτό όμως έχει κόστη υψηλά με αποτέλεσμα ο παραγωγός να μην βγαίνει οικονομικά. Όπως λέει στο CNN Greece o κ. Βασίλης Γιαννάκος, αντιπρόεδρος της Ομοσπονδίας Αγροτών Καρδίτσας και βαμβακοπαραγωγός ο ίδιος, πρόσφατα παρουσιάστηκε στον πρωθυπουργό μελέτη για το βαμβάκι από την οποία προκύπτει ότι το κόστος παραγωγής ανά στρέμμα είναι 280 ευρώ.

Σε μια τυπική χρονιά παραγωγής και με τιμή παραγωγού 40 λεπτά το κιλό είναι ζήτημα να παίρνει ο παραγωγός 160 ευρώ στο στρέμμα. Με την επιδότηση φτάνει τα 260 ευρώ το στρέμμα. Με λίγα λόγια και πάλι ο παραγωγός μπαίνει μέσα οικονομικά. Κάποιοι συνεταιρισμοί καταφέρνουν να διαπραγματευτούν λίγο καλύτερα τις τιμές, αλλά και πάλι τα χρήματα που παίρνει ο παραγωγός είναι ελάχιστα.

Όπως λέει ο κ. Βασίλης Τσαγαλάς πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Ορχομενού πολλοί παραγωγοί είναι πλέον αναγκασμένοι να προπωλούν την παραγωγή τους στα εκκοκκιστήρια. Δηλαδή να παίρνουν προκαταβολές για την παραγωγή της επόμενης χρονιάς με αποτέλεσμα να μπαίνουν ολοένα και περισσότερο μέσα, οικονομικά.

Ο μικρός κλήρος είναι πρόβλημα για έναν παραγωγό καθώς, αν θέλει να καλλιεργήσει μια σημαντικά μεγάλη έκταση ώστε να κάνει οικονομίες κλίμακας και να έχει καλή παραγωγή, πρέπει να νοικιάσει χωράφια. Έτσι όμως το κόστος παραγωγής εκτοξεύεται. Μια ερώτηση που κάναμε στους παραγωγούς της Κωπαΐδας και της Θεσσαλίας είναι γιατί αφού το βαμβάκι δεν αποδίδει πια οικονομικά, δεν αλλάζουν καλλιέργεια.

Εύκολα λέγεται αλλά δεν είναι τόσο απλό. Οι περιοχές αυτές είναι συνυφασμένες με το βαμβάκι. Λόγω κλιματικών συνθηκών οι καλλιέργειες που μπορούν να μπουν σε αυτές τις περιοχές είναι λίγες και συγκεκριμένες, βαμβάκι, δημητριακά, τριφύλλι, βιομηχανική ντομάτα και λίγα ακόμη.

Επιπλέον το βαμβάκι απαιτεί επενδύσεις σε μηχανήματα, με λίγα λόγια κεφάλαιο, που αν δεν δουλέψει, θα πρέπει ή να πουληθεί ή να μείνει νεκρό. Ένας παραγωγός που σε καλές εποχές έκανε επένδυση 200.000 ευρώ ή και παραπάνω σε μηχανήματα δεν μπορεί τώρα ξαφνικά να τα πετάξει ή να τα πουλήσει το ένα δέκατο της αξίας τους.

Podcast
Στέλιος Ζιάμας
Γεωπόνος-διευθύνων
Σύμβουλος Cotton Farsala

Μονόδρομος η οργάνωση των αγροτών

Η αδυναμία του ελληνικού ελαιοκομικού τομέα να δημιουργήσει το Για να γίνει βιώσιμη η παραγωγή και να αυξηθεί ακόμη περισσότερο χρειάζεται οργάνωση, να μεγαλώσει ο κλήρος, συνεταιρισμοί ώστε να ενωθούν οι μεγάλες εκμεταλλεύσεις, και να αξιοποιηθούν τα αγροτικά μηχανήματα στο έπακρο ώστε να μην υπάρχει νεκρό κεφάλαιο και φυσικά να ευνοηθεί το βαμβάκι από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δεν υπάρχει περίπτωση να μείνει αδιάθετο βαμβάκι στην αγορά. Πουλιέται όλο και δεν φτάνει κιόλας αλλά οι τιμές είναι πολύ χαμηλές. Όπως λέει ο κ. Τσαγαλάς, η ΕΕ δεν αγοράζει καν το ελληνικό βαμβάκι. Αγοράζει από την Τουρκία ή από όπου βρίσκει καλύτερες τιμές. To ελληνικό βαμβάκι πωλείται με την σφραγίδα EU cotton, σε χώρες εκτός ΕΕ και επανεισάγεται ως νήμα το οποίο όμως κανείς δεν ξέρει τι είναι.

Έχει ήδη αναμειχθεί με άλλα βαμβάκια, που έχουν παραχθεί χωρίς τις προδιαγραφές τις ΕΕ. Και το αστείο της υπόθεσης είναι ότι από τη μία η ΕΕ θέτει αυστηρούς κανόνες για την παραγωγή και την φυτοπροστασία, οι οποίοι δεν υπάρχουν στις εκτός ΕΕ χώρες. Όμως τα ίδια φυτοφάρμακα που απαγορεύονται στην ΕΕ παρασκευάζονται από Ευρωπαϊκές εταιρίες και πωλούνται εκτός ΕΕ. Εκεί χρησιμοποιούνται φυσικά και το τελικό προϊόν το επανεισάγουμε στην Ευρώπη!

Δεν μπορείς να βρεις μπλουζάκι από ελληνικό βαμβάκι

Το τέλος της κλωστοϋφαντουργίας στην Ελλάδα ήταν καθοριστικό για την κρίση στην παραγωγή βαμβακιού. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει μεταποίηση στη χώρα, το ελληνικό βαμβάκι αναγκαστικά εξάγεται παίρνοντας τον δρόμο που περιγράψαμε, χάνοντας την όποια υπεραξία θα μπορούσε να έχει. Για αυτό και σήμερα πια είναι αδύνατο να βρει κάποιος ελληνικό μπλουζάκι στην αγορά. Οι παλιότεροι θα θυμούνται βαμβακερά ρούχα από ελληνικές φίρμες, ας μην τις αναφέρουμε, και σίγουρα θα νοσταλγούν την ποιότητά τους.

Το βαμβάκι παραμένει στρατηγικό προϊόν για τη χώρα, όχι μόνο επειδή στηρίζει χιλιάδες οικογένειες, αλλά και επειδή αποτελεί μία από τις λίγες καλλιέργειες με έντονα εξαγωγικό χαρακτήρα. Η πρόκληση πλέον είναι η διατήρηση της ανταγωνιστικότητάς του σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου το κόστος παραγωγής αυξάνεται συνεχώς και οι ανταγωνιστές - από τη Βραζιλία μέχρι την Ινδία- παράγουν σε ασύγκριτα χαμηλότερες τιμές.

Η μάχη θα πρέπει να δοθεί κυρίως στην Ευρώπη όπου θα πρέπει να απαιτηθεί να κερδηθεί η στήριξη στο ελληνικό βαμβάκι, όπως είπαμε, το μόνο ευρωπαϊκό βαμβάκι. Πρόσφατα η ΕΕ υπέγραψε μια συμφωνία ελευθέρου εμπορίου με την Ινδία για μια σειρά προϊόντων. Τα βαμβάκι και πάλι απουσίαζε με ρητές δεσμεύσεις από τη συμφωνία.

Κηπευτικά: Ζήτηση υπάρχει,
αλλά το κόστος παραγωγής διπλασιάζεται

Από τα Μέγαρα μέχρι την Ιεράπετρα, αλλά και τις μικρές εκμεταλλεύσεις ανά την Ελλάδα, τα κηπευτικά αποτελούν βάση για την ελληνική διατροφή και έναν από τους πιο παραγωγικούς κλάδους του πρωτογενούς τομέα. Μαρούλια, κρεμμύδια, ντομάτες, αγγούρια, πιπεριές και δεκάδες άλλα προϊόντα φτάνουν καθημερινά στα ράφια και στις λαϊκές αγορές. Επίσης εξάγονται σε τεράστιες ποσότητες στην Ευρώπη, όπου μπορούν να φτάσουν δηλαδή και να διατηρηθούν, καθώς τα συγκεκριμένα προϊόντα δεν είναι μακράς συντήρησης.

Τα Βαλκάνια αποτελούν βασική εξαγωγική αγορά και μάλιστα Έλληνες παραγωγοί καλλιεργούν ποικιλίες κηπευτικών κατόπιν παραγγελίες που προορίζονται αποκλειστικά για τη Βαλκανική αγορά. Τα αγγούρια, έφτασαν σε εξαγωγές 60.037 τόνους κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2024 έως Μαρτίου 2025, αύξηση 5,6% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο πριν, ενώ οι εξαγωγές ντομάτας άγγιξαν τους 16.200 τόνους το πρώτο τρίμηνο του 2025, ποσοστό αύξησης σχεδόν 30%.

Οι άνθρωποι του κλάδου προειδοποιούν ωστόσο ότι η εικόνα των επόμενων ετών δεν θα είναι ίδια. Τα βασικά προβλήματα είναι: Κόστος ενέργειας, έλλειψη νερού, εργατικά, αδυναμία συνεταιριστικής οργάνωσης σε μεγάλη κλίμακα ώστε να υπάρξει μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύς με τους εμπόρους.

«Σε δέκα χρόνια από τώρα πιστεύω ότι οι παραγωγές στα φυλλώδη λαχανικά θα είναι αρκετά μειωμένες λόγω των μεγάλων κοστολογίων της παραγωγής, όπως είναι η ενέργεια, τα πετρέλαια και οι εργάτες γης»

λέει στο CNN Greece ο Δημήτρης Δάλας, πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Φυλλωδών Λαχανικών Μεγάρων, του μεγαλύτερου συνεταιρισμού για αυτά τα προϊόντα.

Η αύξηση του κόστους παραγωγής αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα και τα νούμερα το αποδεικνύουν. «Πριν δύο-τρία χρόνια πληρώναμε 15.000 ευρώ τον μήνα σε ρεύμα. Σήμερα πληρώνουμε 40 και 45 χιλιάδες ευρώ», λέει ο κ. Δάλας, περιγράφοντας το σοκ που προκάλεσε η ενεργειακή κρίση. Τριπλασιασμός του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας σε δύο χρόνια δεν είναι απλώς μια λογιστική επιβάρυνση. Για μια καλλιέργεια που απαιτεί συνεχή άρδευση, είναι υπαρξιακό ζήτημα.

Για μια φορά ακόμη, τα εργατικά χέρια…

Η έλλειψη εργατών γης αναδεικνύεται σε κεντρικό ζήτημα. Η παραγωγή κηπευτικών είναι ιδιαίτερα απαιτητική σε ανθρώπινο δυναμικό και οι καθυστερήσεις στις διαδικασίες μετάκλησης εργαζομένων από τρίτες χώρες δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση.

«Οι καθυστερήσεις ξεκινάνε από έξι μήνες έως ένα χρόνο για να βγει η βίζα. Είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε στην Ελλάδα και πρέπει να υπάρξει κάποιος τρόπος να λυθεί», επισημαίνει ο κ. Δάλας. Παράλληλα, οι παραγωγοί καταγγέλλουν αθέμιτο ανταγωνισμό από εισαγόμενα προϊόντα τρίτων χωρών. Τα νούμερα είναι αποκαλυπτικά: Μόνο στο οκτάμηνο του 2024, οι εισαγωγές φρούτων και λαχανικών στην Ελλάδα ανήλθαν σε 504.178 τόνους, αύξηση 10,8% σε σχέση με τους 455.070 τόνους της αντίστοιχης περιόδου του 2023. Μεταξύ των προϊόντων που εισάγονται σε αυξανόμενες ποσότητες, ξεχωρίζουν οι πιπεριές από Ιορδανία, Ισραήλ και Ολλανδία (+51,3% στο οκτάμηνο 2024), καθώς και τα κρεμμύδια από Αίγυπτο και Αυστρία.

Ο γεωπόνος και τεχνικός σύμβουλος του συνεταιρισμού Χρήστος Βασιλόπουλος υπογραμμίζει ότι οι Έλληνες παραγωγοί λειτουργούν κάτω από αυστηρά ευρωπαϊκά πρωτόκολλα ποιότητας και ιχνηλασιμότητας που τα εισαγόμενα προϊόντα συχνά αγνοούν. Αλλά όταν το εισόδημα του καταναλωτή έχει συμπιεστεί, θα αγοράσει και ντομάτα Μαρόκου και αγγούρι Τουρκίας αν είναι φθηνότερο, παρά το γεγονός ότι δεν ξέρει με τι χημικά έχει ψεκαστεί.

Podcast
Δημήτρης Δάλλας
Πρόεδρος του Αγροτικού
Συνεταιρισμού Φυλλωδών Μεγάρων

«Ο επαγγελματίας πρέπει να τηρεί συγκεκριμένα πρότυπα ποιότητας. Πρέπει να γνωρίζει τι έχει πέσει στο χωράφι, πότε έπεσε, σε ποια ποσότητα. Αυτό κοστίζει. Δεν το τηρούν όμως όλοι, ιδιαίτερα προϊόντα που έρχονται από τρίτες χώρες».

Προσοχή στα προϊόντα από τρίτες χώρες

Τo πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό. Σε επίπεδο ΕΕ, οι εισαγωγές φρούτων και λαχανικών από τρίτες χώρες το 2023 ανήλθαν σε 11,9 εκατομμύρια τόνους για φρούτα και 2,369 εκατ. τόνους για λαχανικά- σχεδόν διπλάσιος όγκος από αυτόν που εξάγει η ΕΕ προς τρίτες χώρες. Η ρυθμιστική ασυμμετρία στους εργασιακούς, κοινωνικούς και φυτοϋγειονομικούς κανόνες επιτρέπει στους παραγωγούς εκτός ΕΕ να συμπιέζουν τιμές με τρόπο που οι Έλληνες αγρότες δεν μπορούν να ανταγωνιστούν. Φανταστείτε έναν Αιγύπτιο ή έναν Μαροκινό αγρότη. Στις χώρες αυτές, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι 4.000 και 5.000 δολάρια αντίστοιχα τη στιγμή που στην Ελλάδα είναι περίπου 29.000 ευρώ κάτι περισσότερο από 33.000 δολάρια. Πώς να ανταγωνιστεί κανείς τις τρίτες χώρες; Με βάση το κόστος παραγωγής τους ακόμη και με το έξτρα κόστος των μεταφορικών τα προϊόντα που εισάγονται είναι πολύ φθηνότερα. Το μόνο που σώζει κάπως την κατάσταση είναι το γεγονός ότι τα κηπευτικά -και όχι όλα- είναι προϊόντα μικρής διάρκειας συντήρησης. Για αυτό και η συμφωνία με την Mercosur, δεν θα επηρεάσει έναν μεγάλο αριθμό προϊόντων…

Ωστόσο αν το σκεφτεί κανείς, η διαφορά στις τιμές βασικών προϊόντων διατροφής σε συνδυασμό με τον τρόπο που αυτά παράγονται, θα δημιουργήσει μια διατροφική ανισότητα. Η οποία βέβαια ήδη υπάρχει αλλά στο άμεσο μέλλον θα γίνει πολύ πιο έντονη. Τα ακριβότερα και σαφώς ποιοτικότερα ευρωπαϊκά προϊόντα απευθύνονται και θα απευθύνονται στο μέλλον σε καταναλωτές που θα μπορούν να πληρώσουν για αυτά, ενώ τα φθηνότερα εισαγόμενα για τα χαμηλότερα εισοδήματα. Όταν πριν μερικούς μήνες η ντομάτα θερμοκηπίου κόστιζε 3,5 ευρώ το κιλό στο σουπερμάρκετ και την ίδια στιγμή στην αγορά της Βαρβακείου η ντομάτα αγνώστου προελεύσεως είχε 1,5 ευρώ, πού θα πάνε να προμηθευτούν τα αγαθά τους οι οικονομικά ασθενέστεροι;

«Οι τιμές δυστυχώς θα είναι πολύ πιο υψηλές στο μέλλον. Τα υψηλά κοστολόγια δεν βοηθούν στο να κρατήσουμε τις τιμές σε χαμηλά επίπεδα»

λέει ο κ. Δάλας, μιλώντας για ένα δίλημμα που δεν έχει εύκολη λύση: Είτε ο παραγωγός απορροφά τις ζημιές, είτε ο καταναλωτής πληρώνει περισσότερο. Αυτό το περισσότερο όμως έχει ένα όριο.

Η πηγή των κηπευτικών

Η Κρήτη, είναι θα μπορούσαμε να πούμε χαριτολογώντας, «το βασικό μανάβικο της χώρας». Σχεδόν το 20% των κηπευτικών που τρώμε στην Ελλάδα παράγονται στην Κρήτη και αν μιλάμε για τα εκτός εποχής, το κέντρο βρίσκεται στην ανατολική Κρήτη στην περιοχή της Ιεράπετρας. Ωστόσο σε όλη την Κρήτη παράγονται κηπευτικά, τα οποία βρίσκουν το δρόμο τους για την ελληνική και την διεθνή αγορά. Τίποτε δεν μένει αδιάθετο όσο και να παράξει το νησί, θα βρει το δρόμο για τις αγορές.

Podcast
Νεκτάριος Μαρκάκης
Πρόεδρος του Αγροτικού
Συνεταιρισμού «Νότος»

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, η Ιεράπετρα διαθέτει περίπου 20.000 στρέμματα θερμοκηπίων και παράγει περίπου 400.000 τόνους κηπευτικών ετησίως, καλύπτοντας περίπου το ένα τρίτο της συνολικής θερμοκηπιακής παραγωγής της Ελλάδας. Η περιοχή διαθέτει ακόμη πάνω από 100.000 στρέμματα ελαιώνων και πολλές δενδρώδεις καλλιέργειες όπως άλλωστε και η υπόλοιπη Κρήτη. Για να δώσουμε μια τάξη μεγέθους, η συνολική παραγωγή κηπευτικών σε ολόκληρη την Κρήτη προσεγγίζει το ένα εκατομμύριο τόνους.

H Κρήτη διαθέτει έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το αγγούρι, το οποίο εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια στο πλέον δυναμικό εξαγώγιμο κηπευτικό του νησιού. Σύμφωνα με στοιχεία παραγωγών της περιοχής, οι εξαγωγές αγγουριού προσεγγίζουν τους 60.000 τόνους ετησίως, ενώ μεγάλες εξαγωγικές επιχειρήσεις διακινούν προϊόντα σε περισσότερες από 40 χώρες. Η αυξημένη ευρωπαϊκή ζήτηση έχει οδηγήσει πολλούς παραγωγούς να μεταφέρουν εκτάσεις από άλλες καλλιέργειες προς το αγγούρι, καθώς απαιτεί λιγότερα εργατικά χέρια και παρουσιάζει μεγαλύτερη εμπορική δυναμική.

Στην Κρήτη υπάρχουν αρκετοί συνεταιρισμοί μέσω των οποίων πουλάνε οι παραγωγοί στην εγχώρια ή στις διεθνείς αγορές. Η συμμετοχή σε συνεταιρισμού εξασφαλίζει στους παραγωγούς μια σχετική σταθερότητα στο εισόδημα και το ότι δεν θα χάσουν χρήματα. Ρωτήσαμε μεταξύ άλλων τον κ. Νεκτάριο Μαρκάκη, πρόεδρο του Αγροτικού Συνεταιρισμού «Νότος» στην Ιεράπετρα, πώς ήταν δυνατό αυτόν τον χειμώνα που πέρασε η ντομάτα στο σούπερ μάρκετ να έφτασε 3,5 ευρώ. «Τα πάντα ρυθμίζονται από την προσφορά και τη ζήτηση.

Όταν η ζήτηση είναι μεγάλη όπως για παράδειγμα στην περίοδο των γιορτών η τιμές ανεβαίνουν. Όμως τις τιμές τις καθορίζουν οι έμποροι όχι οι παραγωγοί. Εμείς απλά διαθέτουμε το προϊόν».

Το σταυρόλεξο των τιμών

Το θέμα με τις τιμές πάντως είναι αρκετά περίπλοκο και ο τελικός κερδισμένος είναι ο έμπορος. Μπορεί οι συνεταιρισμοί να κάνουν συμφωνίες με τους εμπόρους και τα μεγάλα σούπερ μάρκετ, αλλά υπάρχουν και οι δημοπρασίες όπου όταν υπάρχει μεγάλη προσφορά, αυτό συμπιέζει τις τιμές παραγωγού προς τα κάτω. Αντίστοιχα όταν δεν υπάρχει μεγάλη προσφορά οι τιμές εκτοξεύονται.

Τι γίνεται τώρα σε αυτές τις περιπτώσεις. Όταν ένα σούπερ μάρκετ έχει για παράδειγμα κλείσει μια τιμή με τον συνεταιρισμό, ας πούμε για παράδειγμα για ντομάτες, τις πουλάει στο ράφι του σε μια δεδομένη τιμή, προσθέτοντας και το κέρδος του. Όταν στις δημοπρασίες οι τιμές πέφτουν, το σούπερ μάρκετ αγοράζει φθηνότερα αλλά στο ράφι του κρατάει τις ίδιες τιμές, αποκομίζοντας μεγαλύτερο κέρδος. Όταν οι τιμές αυξάνουν στις δημοπρασίες είτε αυξάνει τις τιμές στο ράφι ή προσπαθεί να καλύψει τη ζήτηση με τις συμφωνίες που έχει ήδη κάνει με τους συνεταιρισμούς στις σταθερές τιμές. Με λίγα λόγια, ο τελικός έμπορος ποτέ δεν χάνει.

Οι παραγωγοί που είναι συνδεδεμένοι με κάποιον συνεταιρισμό μπορεί να μην επωφελούνται από τις υψηλές τιμές σε περιόδους μεγάλης ζήτησης, αλλά τουλάχιστον έχουν εξασφαλισμένες τιμές και σίγουρη πληρωμή.

Podcast
Λάμπρος Περβολαράκης
Αγρότης και εξαγωγέας,
Ηράκλειο Κρήτης

Όπως είπε στο CNN Greece ο εξαγωγέας κηπευτικών από το Ηράκλειο της Κρήτης, Λάμπρος Περβολαράκης, «τα κηπευτικά είναι η μοναδική καλλιέργεια στην Κρήτη που παραμένει σχετικά σταθερή και μάλιστα με μια μικρή αύξηση τα τελευταία χρόνια», επισημαίνοντας παράλληλα, ότι η κλιματική αλλαγή και η έλλειψη υποδομών νερού δημιουργούν σοβαρές προκλήσεις για το μέλλον του κλάδου.

Στο παρελθόν τα κηπευτικά της Κρήτης είχαν διασυρθεί από ψιθύρους και μη τεκμηριωμένες φήμες για την ποιότητά τους και την ασφάλειά τους όσον αφορά τη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Ο κ. Μαρκάκης μας είπε ότι «ναι, στο παρελθόν υπήρχαν αυτές οι φήμες που δεν ευσταθούσαν μεν αλλά έβρισαν ευήκοα ώτα. Τα ελληνικά προϊόντα παράγονται με όλες τις προδιαγραφές που θέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι έλεγχοι είναι πολύ αυστηροί. Για αυτό κι οι καταναλωτές θα πρέπει να είναι σίγουροι για την ποιότητα και την ασφάλειά τους».

Παρά τις δυσκολίες, οι εκπρόσωποι του πρωτογενούς τομέα υπογραμμίζουν ότι η ποιότητα των κρητικών προϊόντων παραμένει ιδιαίτερα υψηλή. Από το 2004 και μετά, η εφαρμογή συστημάτων πιστοποίησης και ολοκληρωμένης διαχείρισης έχει οδηγήσει σε αυστηρή παρακολούθηση της χρήσης φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Οι παραγωγοί που προμηθεύουν τις μεγάλες αλυσίδες λιανικής και τις εξαγωγικές αγορές υποχρεούνται να τηρούν αυστηρότερα πρότυπα ακόμη και από αυτά που προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία, γεγονός που συμβάλλει στην ασφάλεια και την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων.

Φρούτα:
Η δύναμη των εξαγωγών
και η αγωνία για το μέλλον

Αν υπάρχει ένας κλάδος που χαρακτηρίζει την εξωστρέφεια της ελληνικής γεωργίας, αυτός είναι τα φρούτα. Ροδάκινα, νεκταρίνια, ακτινίδια, πορτοκάλια, μανταρίνια, κεράσια και φράουλες ταξιδεύουν κάθε χρόνο σε δεκάδες χώρες. Στην κορυφή των εξαγωγών βρίσκεται το ακτινίδιο, που αποτελεί πλέον τον αδιαμφισβήτητο πρωταθλητή του κλάδου: Το 2024, τα έσοδα από εξαγωγές ακτινιδίου έφτασαν τα 306,5 εκατ. ευρώ, ενώ στην εμπορική περίοδο 2024-2025 (Σεπτέμβριος 2024 - Μάρτιος 2025), οι εξαγωγές ανήλθαν σε 196.055 τόνους -αύξηση 6,6% σε σχέση με τους 172.108 τόνους της αντίστοιχης περιόδου 2023-2024.

Η παγκόσμια ζήτηση για ελληνικό ακτινίδιο παραμένει ισχυρή, παρά τον αυξανόμενο ανταγωνισμό από χώρες όπως η Ιταλία και η Χιλή. Στη Νάουσα και στα Γιαννιτσά, όπου χτυπά η καρδιά της παραγωγής βιομηχανικού και επιτραπέζιου ροδάκινου, οι συνεταιρισμοί εξακολουθούν να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο.

Ο Μιχάλης Φαρμάκης, πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Πέλλας, περιγράφει έναν οργανισμό που πλησιάζει τα 100 χρόνια ζωής και αριθμεί περίπου 500 μέλη και 200 συνεργαζόμενους παραγωγούς.

Podcast
Μιχάλης Φαρμάκης
Πρόεδρος του Αγροτικού
Συνεταιρισμού Πέλλας

«Ο παραγωγός, για να έχει μέλλον, πρέπει να ανήκει σε έναν συνεταιρισμό. Δεν λέω να έρθουν στον ΑΣ Πέλλας, αλλά να βρουν έναν συνεταιρισμό και να είναι υπό τη σκέπη του. Ο συνεταιρισμός είναι υποχρεωμένος να διακινεί τα προϊόντα των παραγωγών όσο γίνεται καλύτερα, για να είναι καλά και ο παραγωγός και ο συνεταιρισμός».

Η έλλειψη εργατών γης εμφανίζεται και εδώ ως κυρίαρχο πρόβλημα και στη φρουτοπαραγωγή, που είναι ιδιαίτερα εντάσεως εργασίας, η απουσία εξειδικευμένων χεριών είναι πιο οξεία από παντού. Το ίδιο ισχύει και για τη βιομηχανία (χυμοποιεία, κονσερβοποιεία, συσκευαστήρια). «Οι Αλβανοί έχουν τελειώσει πλέον. Δεν υπάρχουν. Έγιναν κάποιες συμφωνίες για εργάτες από την Αίγυπτο, το Βιετνάμ και το Νεπάλ, αλλά τα πράγματα δεν κινούνται εύκολα. Όπως είναι σήμερα η κατάσταση, δεν έχει μέλλον το φρούτο. Αν δεν αλλάξουν τα πράγματα, δεν θα υπάρχει μέλλον» λέει ο κ. Φαρμάκης.

Στο ίδιο μήκος κύματος είναι ο κ. Κώστας Ταμπακιάρης πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Νάουσας, ενός από τους μεγαλύτερους και πιο οργανωμένους στη χώρα. «Η Περιοχή της Νάουσας είναι μια περιοχή υψηλής παραγωγικότητας με πολλά ΠΟΠ προϊόντα. Το δυστύχημα είναι πως ο νέος κόσμος στην περιοχή μας ασχολείται ολοένα και λιγότερα με τα χωράφια και την αγροτική παραγωγή.

Ο κόσμος που έχει μείνει για να καλλιεργεί είναι συνταξιούχοι ή λίγο πριν τη σύνταξη. Το μισό αγρόκτημα της Νάουσας έχει εγκαταλειφθεί αφού τα τελευταία χρόνια αυτό που μας μένει ως εισόδημα είναι αντίστοιχο ενός κατώτατου μισθού».

Podcast
Κώστας Ταμπακιάρης
Πρόεδρος του Αγροτικού
Συνεταιρισμού Νάουσας

Ωστόσο ο κ. Ταμπακιάρης θεωρεί ότι μπορεί να είναι αναστρέψιμη η κατάσταση και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι υπάρχει μεγάλη ζήτηση στις αγορές. «Οι οργανωμένες επιχειρήσεις έχουν μέλλον και ελπίζουμε ότι θα βρεθεί τρόπος να μην μείνει ακαλλιέργητη η γη της Νάουσας. «Η κυβέρνηση θα πρέπει να στηρίξει τους συνεταιρισμούς.

Παντού στην Ευρώπη οι αγρότες είναι συνεταιρισμένοι και μέσω των συνεταιρισμών μόνο μπορεί να χτυπηθεί η μαύρη διακίνηση νωπών προϊόντων, η οποία προκαλεί μεγάλη ζημιά στον καταναλωτή αλλά και στον έντιμο παραγωγό. Τέλος θα πρέπει να δοθούν κίνητρα στους νέους να μείνουν στην περιφέρεια, να καλλιεργήσουν ώστε να μην σταματήσει αυτός ο παραγωγικός πλούτος της χώρας».

Η Αργολίδα η Κρήτη και τα εσπεριδοειδή

Η Αργολίδα παραμένει ένας από τους σημαντικότερους πυρήνες παραγωγής εσπεριδοειδών της χώρας. Τα πορτοκάλια και τα μανταρίνια αποτελούν βασικό εξαγωγικό προϊόν, ενώ σημαντικό μέρος της παραγωγής κατευθύνεται στη χυμοποίηση. Η χώρα παράγει ετησίως πάνω από 850.000 τόνους εσπεριδοειδών, με τα πορτοκάλια να αντιστοιχούν στο μεγαλύτερο μέρος αυτής της παραγωγής.

Οι παραγωγοί της Αργολίδας αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα με τους υπόλοιπους κλάδους: Αύξηση κόστους, έλλειψη εργατών, ακραία καιρικά φαινόμενα και πιέσεις στις τιμές από αλυσίδες σούπερ μάρκετ που ζητούν χαμηλότερες τιμές, παρά τη γενική ανοδική τάση του κόστους.

Παράλληλα αναζητούνται και νέες καλλιέργειες που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν καλύτερες αποδόσεις και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις νέες συνθήκες. Η κλιματική αλλαγή δεν επηρεάζει μόνο τις αποδόσεις -αλλάζει και τη γεωγραφία καταλληλόλητας των καλλιεργειών, ανοίγοντας τον δρόμο σε είδη που παλαιότερα θεωρούνταν αδύνατο να ευδοκιμήσουν στην ελληνική ύπαιθρο. Το πορτοκάλι, «ο βασιλιάς των εσπεριδοειδών» και το κατεξοχήν «λαϊκό φρούτο» λόγω της χαμηλής τιμής του βρίσκεται σε κρίση, εδώ και χρόνια γιατί απλά η χαμηλή τιμή του δεν μπορεί να αποζημιώσει τον παραγωγό.

Podcast
Σπύρος Αντωνόπουλος
Πρόεδρος της Ένωσης Αγροτών
Συνεταίρων Αργολίδας

Και εδώ έχουμε το πρόβλημα του μικρού κλήρου. Μικρός κλήρος σημαίνει μικρή παραγωγή, που δεν μπορεί να βιομηχανοποιηθεί. Για να αυξηθεί ο κλήρος χρειάζεται ενοικίαση χωραφιών που οικονομικά είναι ασύμφορο. Η Ελλάδα έχει μια μείωση της παραγωγής εσπερειδοειδών από το ένα εκατομμύρια τόνους στις 900.000 τόνους περίπου. Από την ποσότητα που παράγεται στην Ελλάδα περίπου 300.000 τόνοι εξάγονται, νωπά, και περίπου 150.000 τόνοι γίνονται χυμός.

Τα υπόλοιπα πωλούνται στην εγχώρια αγορά. Όπως λέει στο CNN Greece o κ. Γιάννης Δημάκης, Γενικός Διευθυντής της Ένωσης Συνεταιρισμών Αργολίδας, «θα συνεχίσουμε να τρώμε ελληνικό πορτοκάλι αλλά τα επόμενα χρόνια θα είναι λιγότερο και πιο ακριβό. Υπάρχει μια τάση να αντικαθίστανται τα πορτοκάλια με μανταρινοειδή γιατί έχουν καλύτερη τιμή και μεγαλύτερη ζήτηση από το εξωτερικό».

Στην Αργολίδα η εγκατάλειψη της γης αγγίζει αυτή τη στιγμή το 20% ίσως και το 30% λέει ο κ. Δημάκης και οι λόγοι είναι οι ίδιοι όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Αυξημένο κόστος παραγωγής, χαμηλές τιμές παραγωγού, έλλειψη εργατικών χεριών και προοπτικής.

Η έλλειψη νερού και τα εργατικά είναι μεγάλα προβλήματα λέει ο κ. Σπύρος Αντωνόπουλος Πρόεδρος της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Αργολίδας. «Χιλιάδες κυβικά νερού χάνονται κάθε χρόνο στη θάλασσα γιατί δεν έχουν γίνει έργα και επιπλέον το νερό που αρδεύουμε έχει πλέον έντονο πρόβλημα υφαλμύρωσης. Τα τελευταία χρόνια είχαμε την περίφημη συμφωνία με τον Μπαγκλαντές, μια διακρατική συμφωνία, για να έρθουν 15.000 εργαζόμενοι στην Ελλάδα. Δεν ήρθε ούτε ένας.

Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει πολύ για διακρατική συμφωνία με την Αίγυπτο. Δυστυχώς έχουν έρθει λιγότεροι από 300 εργάτες. Οι ανάγκες μας είναι πολύ μεγαλύτερες. Και στην καλλιέργεια και ειδικά στη συγκομιδή των πορτοκαλιών που θέλουμε πολύ περισσότερα χέρια. Εκεί θα έπρεπε να έχουμε μια πιο ευέλικτη νομοθεσία. Να έρχεται ο κόσμος να απασχολείται σε αγροτικές δουλειές να πληρώνεται με εργόσημο. Εμείς θέλουμε οι εργάτες μας να είναι ασφαλισμένοι κανονικά».

Podcast
Γιάννης Δημάκης
Γενικός Διευθυντής Ένωσης
Συνεταιρισμών Αργολίδας

Εσπεριδοειδή καλλιεργούνται σε όλη την Ελλάδα αλλά πέρα από την Αργολίδα, οι περιοχές με τη μεγαλύτερη παραγωγή, είναι η Λακωνία, η Αιτωλοακαρνανία και η Άρτα. Κάποτε ήταν και η Κρήτη αλλά εκεί το πορτοκάλι σταδιακά τελειώνει. Το χανιώτικο πορτοκάλι με το οποίο μεγάλωσαν γενιές και γενιές χάνεται.

Όπως λέει στο CNN Greece o κ. Χαρίλαος Βλαζάκης, «με την πάροδο του χρόνου λόγω της αλλαγής των καιρικών συνθηκών άρχισαν να παρουσιάζονται σοβαρά προβλήματα στην καλλιέργεια των εσπεριδοειδών και ιδίως της ποικιλίας Merlin που έχουμε εδώ στα Χανιά. Αποτέλεσμα, η παραγωγοί και λόγω της μεγάλης αύξησης του κόστους παραγωγής από νερό μέχρι αγροτικά εφόδια, άρχισαν να στρέφονται σε άλλου είδους καλλιέργειες». Και κάπου εδώ εμφανίζεται το αβοκάντο.

ΑΒΟΚΑΝΤΟ:
Το νέο πρόσωπο της ελληνικής δενδροκομίας

Στα Χανιά, το αβοκάντο δεν αποτελεί πλέον μια εξωτική καλλιέργεια. Για πολλούς παραγωγούς έχει μετατραπεί σε στρατηγική επιλογή. Οι εκτάσεις αυξάνονται χρόνο με τον χρόνο -από μερικές εκατοντάδες στρέμματα πριν από μια δεκαετία σε αρκετές χιλιάδες σήμερα- και σε αρκετές περιπτώσεις αντικαθιστούν παραδοσιακούς πορτοκαλεώνες που πλέον δεν αποδίδουν οικονομικά.

Podcast
Χαρίλαος Βλαζάκης
Πρόεδρος του Αγροτικού
Συνεταιρισμού Χανίων

Η αλλαγή αυτή δεν είναι τυχαία. Η διεθνής ζήτηση για αβοκάντο αυξάνεται σταθερά, ενώ οι παραγωγοί αναζητούν καλλιέργειες με καλύτερες προοπτικές κερδοφορίας. Το ελληνικό αβοκάντο, που ωριμάζει νωρίτερα από αυτό της Ισπανίας -του κυρίαρχου ευρωπαίου παραγωγού- βρίσκει ευνοϊκό παράθυρο στην αγορά. Ταυτόχρονα, οι εισαγωγές αβοκάντο στην Ελλάδα ήταν 1.355 τόνοι μόνο τον Μάρτιο του 2024, αύξηση 159,6% σε σχέση με τον Μάρτιο 2023 -αριθμός που επιβεβαιώνει πόσο ταχύτατα αυξάνεται η εγχώρια ζήτηση, και άρα η ευκαιρία για τους Έλληνες καλλιεργητές να υποκαταστήσουν εισαγωγές με τοπική παραγωγή.

Όπως λέει ο κ. Βλαζάκης, η περιοχή των Χανίων είναι ιδανική για την καλλιέργεια του αβοκάντο καθώς διαθέτει και καλής ποιότητας νερό. Οι ποικιλίες που καλλιεργούνται διαφέρουν ώστε να υπάρχει διαφορετική περίοδος συγκομιδής, από την Άνοιξη μέχρι τον Οκτώβριο και να υπάρχει έτσι μια σταθερή διάθεση στην αγορά για όσο το δυνατό περισσότερο χρόνο.

Γιατί οι παραγωγοί το προτιμούν; Οι τιμές μιλούν από μόνες του. Για αβοκάντο από 190 γραμμάρια και πάνω η τιμή είναι 2,95 ευρώ το κιλό φέτος. Από εκεί και κάτω είναι 2 ευρώ το κιλό και όσο μειώνεται το βάρος μειώνεται και η τιμή. Αλλά ένας μέσος όρος είναι περίπου 2 ευρώ το κιλό.

Η περίπτωση του αβοκάντο αποτελεί μικρογραφία των αλλαγών που συντελούνται σήμερα στην ελληνική γεωργία. Θα ακούσει κανείς και για άλλες καλλιέργειες που πριν μερικά χρόνια ήταν άγνωστες. Ιποφαές, γκότζι μπέρι, κράνα, μύρτιλα, φρούτα του πάθους, παλιότερα μπήκε πολύ δυναμικά το ρόδι.

Από τη μία πλευρά υπάρχει η παράδοση, από την άλλη η ανάγκη προσαρμογής στις νέες συνθήκες της αγοράς και είναι κατανοητό, και θεμιτό οι παραγωγοί να προσπαθούν για το καλύτερο. Το ζητούμενο όμως είναι η ισορροπία ώστε να μη χαθεί η ταυτότητα της ελληνικής αγροτικής παραγωγής στη βιασύνη για εκσυγχρονισμό και μην καταλήξουμε κάποια στιγμή να τρώμε πορτοκάλια Αιγύπτου, και βερίκοκα Τουρκίας.

Τα κοινά προβλήματα
μιας ολόκληρης παραγωγικής Ελλάδας

Παρά τις διαφορές ανάμεσα στο βαμβάκι, τα κηπευτικά και τα φρούτα, οι άνθρωποι που συναντήσαμε σε όλη τη χώρα περιγράφουν σχεδόν τα ίδια προβλήματα.

Πρώτο και σημαντικότερο είναι το κόστος παραγωγής. Καύσιμα, ηλεκτρικό ρεύμα, λιπάσματα, φυτοπροστασία και μεταφορές αυξάνουν συνεχώς το κόστος για τον αγρότη -κόστος που δεν αντανακλάται πάντα στις τιμές πώλησης.

Δεύτερο είναι η έλλειψη εργατικών χεριών. Από τη Θεσσαλία μέχρι την Κρήτη, όλοι συμφωνούν ότι χωρίς αποτελεσματικές και ταχύτερες διαδικασίες μετάκλησης εργατών γης, πολλές καλλιέργειες θα βρεθούν σε αδιέξοδο. Ο χρόνος αναμονής βίζας που φτάνει τον έναν χρόνο δεν είναι απλώς γραφειοκρατικό πρόβλημα -για τον αγρότη που πρέπει να μαζέψει ροδάκινα τον Αύγουστο, είναι ζήτημα επιβίωσης.

Τρίτο είναι η κλιματική αλλαγή. Παγετοί, καύσωνες, χαλαζοπτώσεις και παρατεταμένες ξηρασίες επηρεάζουν πλέον κάθε αγροτική δραστηριότητα, αναδιαμορφώνοντας τις εποχές, τις αποδόσεις και τους γεωγραφικούς χάρτες καλλιέργειας.

Τέταρτο είναι ο διεθνής ανταγωνισμός. Σε μια εποχή που οι εισαγωγές φρούτων και λαχανικών στην ΕΕ από τρίτες χώρες σταθεροποιήθηκαν στους 14,75 εκατομμύρια τόνους το 2024 -σχεδόν διπλάσιος από τον αντίστοιχο όγκο εξαγωγών της ΕΕ- οι παραγωγοί ζητούν ίσους όρους ανταγωνισμού απέναντι σε προϊόντα που παράγονται με διαφορετικούς κανόνες, και χαμηλότερο κόστος. Και τέλος, υπάρχει η ανάγκη για έναν νέο σχεδιασμό της αγροτικής πολιτικής που να αντιμετωπίζει τα δομικά προβλήματα και όχι μόνο τις επείγουσες κρίσεις.

Ο Μιχάλης Φαρμάκης το διατυπώνει με απλά λόγια: «Άσε τον παραγωγό να παράγει. Βρες τρόπους να τον βοηθήσεις να παράγει περισσότερο». Η φράση αυτή συνοψίζει ίσως καλύτερα από οποιαδήποτε στατιστική το πραγματικό διακύβευμα της ελληνικής γεωργίας. Γιατί πίσω από κάθε τόνο βαμβακιού, κάθε κιβώτιο πορτοκάλια και κάθε τελάρο λαχανικών υπάρχουν άνθρωποι που εξακολουθούν να επενδύουν στη γη τους -σε μια εποχή που η επένδυση αυτή γίνεται ολοένα και πιο απαιτητική.

Το μέλλον της ελληνικής γεωργίας δεν θα κριθεί μόνο από τις αγορές ή τις διεθνείς τιμές. Θα κριθεί από το αν η χώρα θα μπορέσει να στηρίξει αυτούς τους ανθρώπους ώστε να συνεχίσουν να παράγουν. Τα νούμερα δείχνουν ότι ο κλάδος μπορεί να ανταγωνιστεί, να εξάγει και να πρωταγωνιστεί διεθνώς.

Το παράδειγμα της Ολλανδίας, μιας χώρας με το μέγεθος της Πελοποννήσου, που είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας αγροτικών προϊόντων στον κόσμο, μας λέει ότι γίνεται και ότι αφού μπορούν αυτοί μπορούμε κι εμείς. Αυτό που χρειάζεται είναι η πολιτική βούληση να δοθεί στον κλάδο η ευκαιρία. Και, όπως δείχνουν όλες οι μαρτυρίες, ο χρόνος για τις αποφάσεις αυτές έχει ήδη αρχίσει να μετρά αντίστροφα.