Εγκολφόπουλος για Ίμια: «Εκείνο το βράδυ πηγαίναμε να τελειώνουμε μαζί τους»
Ο αντιναύαρχος ε.α. Γιάννης Εγκολφόπουλος αφηγείται πώς έζησε τη νύχτα των Ιμίων από τη γέφυρα της φρεγάτας «Αδρίας».
Η νύχτα των Ιμίων δεν ήταν απλώς μια κρίση. Ήταν, όπως την περιγράφει ο αντιναύαρχος ε.α. Γιάννης Εγκολφόπουλος στο CNN Greece, μια στιγμή όπου ο πόλεμος βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής και όπου, όπως λέει, «η Ιστορία θα μπορούσε να είχε γραφτεί αλλιώς».
Τον Ιανουάριο του 1996, ο τότε κυβερνήτης της φρεγάτας «Αδρίας» μαζί με το πλήρωμά του, έζησε λεπτό προς λεπτό την κλιμάκωση της ελληνοτουρκικής κρίσης γύρω από τις βραχονησίδες Ίμια, σε μια περίοδο όπου οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας βρίσκονταν σε πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, ο αντιναύαρχος ε.α. μιλά για εκείνες τις ώρες όχι με ψυχρή στρατιωτική απόσταση, αλλά με συγκίνηση, οργή και αίσθηση ιστορικής ευθύνης. Όπως τονίζει, «αυτό που ζήσαμε δεν ήταν θερμό επεισόδιο. Ήταν πόλεμος που δεν έγινε».

Η Φρεγάτα «Αδριάς» του Πολεμικού Ναυτικού
Γενικό Επιτελείο Ναυτικού«Η κρίση κλιμακωνόταν και το γνωρίζαμε όλοι»
Όπως περιγράφει ο Γιάννης Εγκολφόπουλος, η φρεγάτα «Αδρίας» απέπλευσε από τον Ναύσταθμο την ώρα που η κρίση είχε ήδη αρχίσει να κλιμακώνεται επικίνδυνα.
«Ήμουν κυβερνήτης της φρεγάτας “Αδρίας”, η οποία έφυγε από τον Ναύσταθμο ενώ κλιμακωνόταν η κρίση», σημειώνει. «Είχαν συγκεντρωθεί αρκετά ελληνικά και τουρκικά πλοία, μεγάλες και μικρές μονάδες, γύρω από την περιοχή των δύο βραχονησίδων των Ιμίων», όπως περιγράφει.
Στην ανατολική βραχονησίδα, υπήρχε ελληνική στρατιωτική φρουρά που φύλασσε τη σημαία. Στη δυτική, όμως, η εντολή ήταν σαφής: να μην τοποθετηθεί φρουρά, «για να μην προκαλέσουμε», σημειώνει. «Πηγαίναμε προς τα Ίμια και η κρίση κλιμακωνόταν συνεχώς», τονίζει.
«Αντιλαμβανόμασταν όλοι ότι κάτι σοβαρό επρόκειτο να συμβεί». Η επιβεβαίωση ήρθε λίγο αργότερα, όταν η «Αδρίας» έφτασε στο Ικάριο Πέλαγος. «Μας ενημέρωσαν ότι από τα Δαρδανέλια είχαν ήδη εξέλθει τρεις τουρκικές φρεγάτες που κατευθύνονταν προς την περιοχή των Ιμίων. Τις περιμέναμε. Τις παρακολουθούσαμε».
Η φρεγάτα «Αδρίας» εισήλθε μαζί με τις τουρκικές φρεγάτες όπως αναφέρει στην περιοχή του συμπλέγματος, νότια από την Ικαρία έως την Κω. Η εικόνα που διαμορφωνόταν ώρα με την ώρα ενίσχυε διαρκώς την αίσθηση, όπως λέει, ότι η κρίση δεν αποκλιμακωνόταν, αλλά αντίθετα βάθαινε επικίνδυνα. Οι συνεχείς ανταλλαγές εντολών, σε συνδυασμό με τις κινήσεις των τουρκικών πλοίων, δημιουργούσαν την ξεκάθαρη πεποίθηση ότι η κατάσταση οδηγούνταν πλέον σε σύγκρουση.
Όπως αντιλαμβανόταν ο τότε κυβερνήτης της φρεγάτας «Αδρίας», η κλιμάκωση μιας κρίσης μπορεί να συμβεί εύκολα, όμως η αποκλιμάκωσή της είναι εξαιρετικά δύσκολη. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιωνόταν σε κάθε νέα εξέλιξη.
Η ψυχολογία των πληρωμάτων ήταν συγκεκριμένη και καθολική. «Η αίσθηση αυτή μεταφραζόταν μέσα στα πληρώματά μας ως εξής: δεν πάμε πλέον να νικήσουμε. Πάμε να τελειώνουμε μαζί τους. Αυτή ήταν η κουβέντα όλων. Να τελειώνουμε μαζί τους», σημειώνει ο αντιναύαρχος ε.α.
«Να κάνουμε το καθήκον μας»

O Γιάννης Εκγολφόπουλος, Αντιναύαρχος ε.α.
CNN GreeceΟ τότε κυβερνήτης της φρεγάτας «Αδρίας» απευθύνθηκε στο πλήρωμά του με λιτά και απόλυτα λόγια: «περιμένω να κάνουμε το καθήκον μας».
Εκείνη τη στιγμή, όπως ο ίδιος αντιλαμβανόταν και περιγράφει στο CNN Greece, η χώρα βρισκόταν στη πιο κρίσιμη καμπή της σύγχρονης ιστορίας της, καθώς οι συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί έδιναν στην Ελλάδα μια μοναδική ευκαιρία να επιβάλει την ισχύ της και να κλείσει οριστικά τα ανοιχτά μέτωπα με την Τουρκία για δεκαετίες.
Όπως εξηγεί, εκείνη τη νύχτα η Ελλάδα είχε κατά την εκτίμησή του μια μοναδική στρατηγική ευκαιρία καθώς οι ελληνικές δυνάμεις βρίσκονταν σε σαφώς πλεονεκτική θέση σε σχέση με τις τουρκικές.
«Μας δινόταν η ευκαιρία, έτσι όπως είχε διαμορφωθεί η κατάσταση να τελειώνουμε με τους Τούρκους για τα επόμενα 100 χρόνια. Διότι στην περιοχή των Ιμίων αλλά και στην πιο πίσω περιοχή που ήμασταν και παρακολουθούσαμε τις φρεγάτες που είχαν έρθει, οι Τούρκοι δεν μας είχαν αντιληφθεί. Είμασταν σε πλεονεκτική θέση τόσο από στρατηγικής πλευράς όσο και από τακτικής», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Υπήρχε η βεβαιότητα όπως λέει ότι, αν λαμβανόταν η απόφαση για πλήγμα εκείνη τη νύχτα, η εξέλιξη θα ήταν άμεση και καθοριστική. Καθοριστικό ρόλο έπαιζαν και οι καιρικές συνθήκες. Η έντονη βροχόπτωση και η χαμηλή νέφωση δεν επέτρεπαν την απογείωση αεροσκαφών, περιορίζοντας δραστικά τις δυνατότητες αντίδρασης. Παράλληλα, η τακτική διάταξη των ελληνικών πλοίων είχε εγκλωβίσει τις τουρκικές φρεγάτες, οι οποίες βρίσκονταν ουσιαστικά περικυκλωμένες, χωρίς περιθώρια ελιγμών.
«Από την άλλη πλευρά η τακτική μας θέση απέναντι στους Τούρκους, επειδή τους είχαμε περικυκλώσει και ήτανε στη μέση θα πηγαίναν όλοι αύτανδρες στον πάτο», προσθέτει.
Την ίδια στιγμή, επισημαίνει πώς οι πληροφορίες που διέθεταν ανέφεραν ότι οι τουρκικές δυνάμεις δεν βρίσκονταν σε κατάσταση πολεμικής ετοιμότητας. Δεν είχε σημάνει συναγερμός όπως τονίζει, ούτε υπήρχε ένδειξη άμεσης πρόθεσης σύγκρουσης, σε αντίθεση με την κατάσταση πλήρους επιφυλακής που επικρατούσε στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.
«Και βεβαίως όλο αυτό το συναίσθημα κατέρρευσε όταν μας είπαν να αποσυρθούμε. Και ακόμη χειρότερο όταν έπεσε το ελικόπτερο», αναφέρει, γεγονός που άλλαξε δραματικά το κλίμα στα πλοία και σφράγισε εκείνη τη νύχτα ως μία από τις πιο οδυνηρές στιγμές της κρίσης.
«Έπεσε παγωμάρα – χάσαμε τα παιδιά μας»
Το ελικόπτερο, είχε απονηωθεί από τη φρεγάτα «Ναυαρίνο» για να διαπιστώσει την παρουσία των Τούρκων στη Μικρή Ίμια κατέπεσε μεταξύ των βραχονησίδων Πίττα και Καλόλιμνος. Το πλήρωμά του ο υποπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης, ο υποπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος και ο αρχικελευστής Έκτορας Γιαλοψός ήταν άνθρωποι που είχαν συνεργαστεί επανειλημμένα με τα πληρώματα των φρεγατών.
«Ήταν τα παιδιά μας», λέει με συγκίνηση.
Όπως περιγράφει, η πτώση του ελικοπτέρου έγινε αμέσως αντιληπτή. «Παρακολουθούσαμε τα δίκτυα ελέγχου του ελικοπτέρου. Καταλάβαμε ότι έπεσε. Εκεί έπεσε γενική παγωμάρα».

Οι νεκροί αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού: Ο υποπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης (αρ.), ο υποπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος (μέση) και ο αρχικελευστής Έκτορας Γιαλοψός (δεξιά).
ΑΠΕ-ΜΠΕΔεν ήταν μόνο η απώλεια των τριών ανδρών. «Ήταν εξαίρετοι αξιωματικοί και χειριστές. Και έκαναν μια πράξη ηρωική». Παρά το γεγονός ότι είχε αποφασιστεί η αποκλιμάκωση της κρίσεως και η αποχώρηση όπως τονίζει, πληροφορίες ανέφεραν ότι Τούρκοι κομάντος είχαν αποβιβαστεί στα δυτικά Ίμια.
«Ήταν πολύ εύκολο να ανέβουν εκείνο το βράδυ γιατί οι καιρικές συνθήκες ήταν υπέρ των ειδικών δυνάμεων. Δεν μπορούσε ούτε το ραντάρ να εντοπίσει μία μικρή βαρκούλα φουσκωτή με 7-8 άτομα επάνω πηγαίνανε και ανέβηκαν στα Ίμια. Εκεί όταν μας είπαν ότι είναι πάνω στα Ίμια οι Τούρκοι εδόθη εντολή να πάει το ελικόπτερο», περιγράφει στο CNN Greece.
«Είχαμε παρακαλέσει, με πολύ άσχημο τρόπο, να βάλουμε φρουρά. Δεν μας άφησαν. Και εκείνο το βράδυ, οι Τούρκοι ανέβηκαν». Η εντολή για απονήωση του ελικοπτέρου δόθηκε υπό ακραίες συνθήκες.
«Οι καιρικές συνθήκες ήταν οριακές. Θα μπορούσαν να πουν ότι δεν πετάνε. Κανείς δεν θα τους κατηγορούσε». Κι όμως, όπως τονίζει, το πλήρωμα πήγε γνωρίζοντας τον κίνδυνο.
«Πήγαιναν εις γνώση τους ότι αν οι Τούρκοι είχαν εντολή να πυροβολήσουν, θα τους κατέρριπταν. Ήταν αποστολή αυτοκτονίας». Για να διαπιστώσουν την παρουσία των Τούρκων, πέταξαν σε ύψος μόλις τριών μέτρων από το έδαφος, μέσα σε καταρρακτώδη βροχή, τονίζει. «Ο προβολέας αντανακλούσε στη βροχή και τύφλωνε τον πιλότο».
«Αν έριχναν, θα είχε αλλάξει όλο το παιχνίδι»
«Φανταστείτε όμως εκείνη την ώρα να είχαν πράγματι εντολή οι Τούρκοι να ρίξουν. Δεν τους στέλναμε σε μία αυτοκτονική αποστολή; Και όμως τα παιδιά αυτό το κάναμε. Και στη συνέχεια αντί να τους δώσουμε ένα μπράβο κοιτάξαμε να τους ρίξουμε και φταίξιμο», υπογραμμίζει.
Ο αντιναύαρχος ε.α. είναι κατηγορηματικός. «Οι Τούρκοι δεν έριξαν ούτε μία βολή. Αν έριχναν, η πρώτη αντίδραση του πληρώματος θα ήταν “βαλλόμεθα”. Εκεί θα άλλαζε το παιχνίδι».

Η Φρεγάτα «Αδριάς» του Πολεμικού Ναυτικού
Γενικό Επιτελείο ΝαυτικούΟι κανόνες εμπλοκής είχαν απελευθερωθεί. «Θα ανταποκρινόμασταν αμέσως. Παρακολουθούσαμε όλοι με την αδρεναλίνη στο κόκκινο».
Ο Γιάννης Εγκολφόπουλος δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. «Και εμείς εκεί θα τους βουλιάζαμε δέκα πλοία». Όπως λέει, οι Τούρκοι είχαν αποδεχθεί τη θέση τους. «Αυτό που ήθελαν ήταν να γκριζάρουν. Και το πέτυχαν. Διότι, οι δικοί μας μας έλεγαν να μην προκαλούμε. Αυτό είναι το τραγικό», επισημαίνει.
Όταν επιβεβαιώθηκε η πτώση του ελικοπτέρου, η ψυχολογική κατάρρευση ήταν καθολική.
«Άνθρωποι είμαστε», λέει.
Στο ερώτημα αν έπρεπε να είχαν δοθεί διαφορετικές εντολές, η απάντησή του είναι ξεκάθαρη. «Βεβαίως. Έπρεπε να είχαμε βάλει φρουρά και στα άλλα Ίμια».
Η πολιτική λογική του «να μην προκαλέσουμε», σύμφωνα με τον ίδιο, αποδείχθηκε καταστροφική υπογραμμίζοντας «το φοβερό των Ελλήνων πολιτικών να μην προκαλέσουμε τους Τούρκους, έχει ξεπεράσει κάθε όριο. Ο κόσμος βράζει όταν τους ακούει. Και όχι τότε, από τότε, πριν και μετά. Περάσαμε τρεις κρίσεις με τους Τούρκους, το 74 με την Κύπρο που πάλι και εκεί είχαμε πλεονέκτημα και δεν μας αφήσανε, το 87 που πήραμε το πλεονέκτημα και κάνανε πίσω και το 96 που ενώ πάλι είχαμε το πλεονέκτημα μία πολιτική φοβία ανευ προηγουμένου».
«Καταφέραμε να γκριζάρουμε μόνοι τα Ίμια », προσθέτει.
«Το πλοίο είναι μια αλυσίδα. Ο ένας δένεται με τον άλλον, είτε στις χαρούμενες στιγμές είτε στις στιγμές των επιχειρήσεων. Αν σπάσει, βουλιάζει. Αυτό λοιπόν, μας κάνει όλους αγαπημένους», αναφέρει. Οι πιλότοι, όπως επισημαίνει, δεν ενεργούν αυτόνομα η ασφάλεια και η αποστολή τους συνδέονται άμεσα με τις εντολές και τις αποφάσεις που λαμβάνονται πάνω στο πλοίο. Ο δεσμός αυτός δημιουργεί μια ενιαία επιχειρησιακή οντότητα, όπου το πλήρωμα και τα ιπτάμενα μέσα λειτουργούν ως ένα σώμα. Για τους τρεις πεσόντες, η φωνή του σπάει. «Δακρύζω κάθε φορά που μιλάω γι’ αυτά τα παιδιά. Τα χάσαμε από ανόητες εντολές της πολιτικής ηγεσίας».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ίδιος θεωρεί ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν εκείνη τη νύχτα υπήρξαν καθοριστικοί και τραγικοί. Όπως περιγράφει, δεν επετράπη στις ελληνικές δυνάμεις να κινηθούν αποφασιστικά στα Ίμια.
«Αυτοί δε μας άφηναν να μπούμε πάνω στα Ίμια. Δεν μπορεί να γίνεται διοίκηση από το γραφείο του πρωθυπουργού που είναι στη Βουλή. Ούτε καν στο Μαξίμου. Δεν μπορεί να γίνεται διοίκηση και χειρισμός κρίσεως και να μην δέχεσαι το διοικητή της ΕΥΠ να σου πει πέντε πληροφορίες. Δεν μπορεί να βγαίνεις στη Βουλή και να λες δεν θα υποστείλω σημαίες και την ίδια στιγμή να παρακαλάς τον Ρίτσαρντ Χολμπρουκ να μη γίνει πόλεμος. Αυτά είναι τα τραγικά που τα ζήσαμε τα βιώσαμε», σημειώνει.
Μετά την κρίση, όπως σημειώνει, ακολούθησε εκτενής ανάλυση των γεγονότων. Καταγράφηκαν λεπτό προς λεπτό οι επικοινωνίες και οι αποφάσεις, εντοπίστηκαν τα λάθη και έγιναν διορθωτικές κινήσεις.
«Καθίσαμε βρήκαμε τα πάντα, ξέραμε τι ειπώθηκε ανά δευτερόλεπτο. Είδαμε τα λάθη που κάναμε. Είδαμε τι έπρεπε να διορθώσουμε, τα διορθώσαμε. Και ξέρετε είχαμε και την υπεροπλία στο ναυτικό μας και στην αεροπορία μας. Κι όμως σου λέει «δεν ήμασταν έτοιμοι για πόλεμο». Και γιατί είχατε κηρύξει τότε, η ίδια κυβέρνηση ήσασταν, το ενιαίο αμυντικό δόγμα με την Κύπρο και το διατυμπανίζετε με Ένοπλες Δυνάμεις που δεν ήταν ικανές; Τις ελληνικές δηλαδή; Γιατί το είχατε πει τότε; Καταλαβαίνετε τι θα πει να είσαι πρωθυπουργός αυτής της χώρας και να έχεις τους Τούρκους απέναντι σου; Είχαμε φτάσει στο τελευταίο σημείο να πατήσουμε το κουμπί, θα τους είχαμε διαλύσει. Δεν θα ξαναμιλάγανε». Περιγράφει και συνεχίζει «Το βράδυ αν τους είχαμε βουλιάξει τα 10 πλοία θα τα είχαν μαζέψει θα είχαν σκύψει το κεφάλι και την άλλη μέρα το πρωί θα παρακαλούσαν όλοι αυτοί θα είχαν φτάσει εδώ από την Αμερική και θα προσπαθούσαν να μη γίνει τίποτα παραπέρα γιατί ήταν στο ΝΑΤΟ. Είναι δυνατόν να σου καταλαμβάνουν νησί και να κάθεσαι και να λες πήγαινε να δεις αν μου το κατέλαβαν»;
Και καταλήγει: «Αν τα ακούσετε από τον καναπέ, θα ανατριχιάσετε. Εμείς που τα ζήσαμε, τα κουβαλάμε μια ζωή».