ΕΛΛΑΔΑ

Ψυχομετρικά τεστ από το… 1997: Διάγνωση με παλιά εργαλεία στην Ελλάδα

Ψυχομετρικά τεστ από το… 1997: Διάγνωση με παλιά εργαλεία στην Ελλάδα
ASSOCIATED PRESS

Εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες στην Ελλάδα απασχολεί το ζήτημα της ειδικής αγωγής. Ειδικά τον τελευταίο χρόνο, η συζήτηση άνοιξε γύρω από τον τρόπο αποζημίωσης των ειδικών θεραπειών, καθώς μεγάλη αναστάτωση έφερε η αναθεώρηση του Ενιαίου Κανονισμού Υγείας του ΕΟΠΥΥ με το σύστημα των voucher, που έμεινε στην πράξη ανεφάρμοστο. Ανοιχτά θέματα, όμως, υπάρχουν και στον τομέα της διάγνωσης που έχουν να κάνουν με την ανανέωση και τον εκσυγχρονισμό των ψυχομετρικών τεστ, τα οποία χρησιμοποιούνται από δημόσιες και ιδιωτικές δομές ψυχικής υγείας και εκπαίδευσης. Σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούνται ακόμα ψυχομετρικά τεστ εικοσαετίας, τη στιγμή που υπάρχουν νεότερα εργαλεία τα οποία έχουν ενσωματώσει τις επιστημονικές και τεχνολογικές και εξελίξεις.

Βασικό εργαλείο αξιολόγησης των νοητικών λειτουργιών παιδιών, εφήβων και ενηλίκων αποτελούν τα ψυχομετρικά τεστ. Πρόκειται για έγκυρες και διεθνώς αναγνωρισμένες κλίμακες με τη βοήθεια των οποίων αξιολογούνται οι γνωστικές ικανότητες, οι νευροψυχολογικές λειτουργίες, οι μαθησιακές δυσκολίες, η προσωπικότητα κ.α. Τα ψυχομετρικά τεστ δεν υποκαθιστούν αλλά συμπληρώνουν και τεκμηριώνουν την κλινική εκτίμηση και αξιολόγηση του ειδικού επιστήμονα. Γι’ αυτό απευθύνονται σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας, εκπαίδευσης και σε ειδικούς ερευνητές και όχι στο γενικό κοινό. Δηλαδή, τα ψυχομετρικά τεστ είναι επιστημονικά εργαλεία και δεν έχουν σχέση με τα ψυχαγωγικά τεστ προσωπικότητας ή νοημοσύνης που κυκλοφορούν ευρέως στο διαδίκτυο.

Τα ψυχομετρικά τεστ πρέπει να είναι σταθμισμένα για τη χώρα στην οποία απευθύνονται, με βάση γλωσσικά, πολιτισμικά, κοινωνικά χαρακτηριστικά. Επίσης, ανά χρονικά διαστήματα πρέπει να αναθεωρούνται για να λαμβάνουν υπόψη τους τις κοινωνικο-πολιτισµικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί, αλλά και τις νεότερες τεχνολογικές εξελίξεις και τη σχέση τους με την ψυχολογία. Ζητήματα όπως το δημογραφικό, η κλιματική αλλαγή ή η μετανάστευση αποτελούν, επίσης, θέματα που απασχολούν την επιστημονική κοινότητα της ψυχομετρίας.

Η πιο διαδομένη, σε παγκόσμια επίπεδο, κλίμακα νοητικής αξιολόγησης εφήβων και ενηλίκων είναι η WAIS (Wechsler Adult Intelligence Scale) και για παιδιά η κλίμακα WISC (Wechsler Intelligence Scale for Children). Η πρώτη, από το 1939 που πρωτοεφαρμόστηκε έχει φτάσει στην τέταρτη έκδοσή της, ενώ η WISC βρίσκεται ήδη στην πέμπτη έκδοση.

Η Κλίµακα Νοημοσύνης Wechsler για Παιδιά (WISC) χρησιµοποιείται σε όλα τα διαγνωστικά κέντρα της χώρας μας (ΚΕΣΥ, Ιατροπαιδαγωγικές Υπηρεσίες των Γενικών Νοσοκομείων, Μονάδες Ψυχικής Υγείας κ.λπ.) καθώς και από ιδιώτες ψυχολόγους. Κρίνεται απαραίτητη για τη διάγνωση και το σχεδιασµό εξατοµικευµένου προγράµµατος, καθώς τα αποτελέσματα μπορούν να αποτελέσουν οδηγό για παρεμβάσεις και αποφάσεις ένταξης σε κατάλληλα προγράμματα, προσφέροντας πολύτιμη κλινική πληροφόρηση. Την επιστημονική ευθύνη για τη στάθμιση του WISC για την Ελλάδα είχε η καθηγήτρια του Τμήματος Ψυχολογίας του ΑΠΘ, Αριάδνη Στογιαννίδου. Κατά την ελληνική στάθμιση τηρήθηκαν αυστηρά οι προδιαγραφές διασφάλισης της ψυχομετρικής αρτιότητας, της εννοιολογικής εγκυρότητας και οι πρότυπες διαδικασίες προσαρμογής ξενόγλωσσων ψυχομετρικών εργαλείων.

Από το 1997 έως πρόσφατα, η αξιολόγηση της νοηµοσύνης των παιδιών στην Ελλάδα βασιζόταν στην τρίτη έκδοση της Κλίµακας (WISC–III), ενώ στο εξωτερικό είχε αντικατασταθεί από την αναθεωρηµένη έκδοση WISC–IV ήδη από το 2003. Σήμερα στις ΗΠΑ και την Αγγλία κυκλοφορεί και χρησιµοποιείται η αναθεωρηµένη έκδοση WISC–V. Η Ελλάδα ήταν από τις πρώτες χώρες που κυκλοφόρησαν σταθµισµένη έκδοση του WISC-V, ώστε να δίνει µία σύγχρονη, αξιόπιστη και έγκυρη κλίµακα για τη µέτρηση της νοηµοσύνης των παιδιών στη χώρα μας. Η τελευταία έκδοση του WISC εξάγει πέντε διαφορετικούς δείκτες πέραν του Γενικού Δείκτη Νοημοσύνης (Δείκτης Λεκτικής Κατανόησης, Δείκτης Οπτικοχωρικής Αντίληψης, Δείκτης Ρέοντα Συλλογισμού, Δείκτης Εργαζόμενης Μνήμης, Δείκτης Ταχύτητας Επεξεργασίας) οι οποίοι διαμορφώνουν μία διαφορετική δομή σε σχέση µε τους δύο δείκτες (Λεκτικός Δείκτης Νοημοσύνης, Πρακτικός Δείκτης Νοημοσύνης) που ήταν διαθέσιµοι στο WISC–III.

Ωστόσο, η αντικατάσταση της παλιάς έκδοσης του WISC, η οποία πλέον μετρά 22 χρόνια πίσω, γίνεται με αργούς ρυθμούς. Στον δημόσιο τομέα, από τη μία είναι τα Κέντρα Εκπαιδευτικής και Συμβουλευτικής Υποστήριξης (ΚΕΣΥ) τα οποία υπάγονται στο υπουργείο Παιδείας και από την άλλη είναι οι δομές ψυχικής υγείας και τα αντίστοιχα τμήματα των νοσοκομείων, που είναι στην ευθύνη του υπουργείου Υγείας. Οι διαδικασίες έχουν ξεκινήσει μεν, όμως σημειώνονται καθυστερήσεις, είτε λόγω γραφειοκρατίας (π.χ. διαγωνισμοί που καταλήγουν άγονοι λόγω στρεβλής κατηγοριοποίησης δαπανών), είτε περιορισμένων προϋπολογισμών στην περίπτωση των νοσοκομείων. Σε κάθε περίπτωση, η σύγχρονη έκδοση του ψυχομετρικού τεστ δίνει στο σχολικό ή κλινικό ψυχολόγο περισσότερες και πιο συνεκτικές πληροφορίες για τις δυνατότητες και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει κάθε παιδί, ενώ οι διαθέσιμοι βοηθητικοί δείκτες που προκύπτουν από την επιμέρους επεξεργασία των βαθμολογιών του παιδιού, ενισχύουν τα ευρήματα της ψυχολογικής εξέτασης συμβάλλοντας στην ακριβέστερη διάγνωση.