ΕΛΛΑΔΑ

Διάρρηξη θυρίδων: Τι κατέθεσαν οι μάρτυρες και τα θύματα της υπόθεσης

Διάρρηξη θυρίδων: Τι κατέθεσαν οι μάρτυρες και τα θύματα της υπόθεσης
INTIME NEWS/ΚΑΠΑΝΤΑΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ως άνθρωπος με μεγάλη οικονομική ευχέρεια εμφανίστηκε ο 58χρονος θεατρικός παραγωγός και προφυλακισμένος για την υπόθεση της διάρρηξης τεσσάρων θυρίδων σε υποκατάστημα τράπεζας στο Ψυχικό, σε ενδυματολόγο με την οποία μιλούσε στο τηλέφωνο μαζί της κατά τη στιγμή της σύλληψης του.

«Όταν τον γνώρισα μου παρουσιάστηκε ως ένα άτομο το οποίο έχει πολλά χρήματα ως θεατρικός παραγωγός και ότι έχει ακίνητη περιουσία και σκάφη. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας στην Θεσσαλονίκη, ενημερώθηκα από άτομα που βρίσκονταν εκεί, ότι γίνεται κάποιος έλεγχος από την εφορία με τα εισιτήρια της παράστασης γιατί είχε γίνει ένα μπέρδεμα με τις σφραγίδες. Δεν έμαθα περαιτέρω λεπτομέρειες για το σκηνικό αυτό και δεν έδωσα βάση. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας με προσέγγισε περισσότερο και γνωριστήκαμε καλύτερα. Μετά το τέλος της περιοδείας βρισκόμασταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα και είχαμε πιο άμεση επαφή» ανέφερε η μάρτυρας.

Περιγράφοντας τον χαρακτήρα του 58χρονου, έκανε λόγο για έναν «ασταθή άνθρωπο, που άλλαζε συνεχώς γνώμες», με αποτέλεσμα να μην μπορεί η ίδια να καταλάβει ποτέ λέει αλήθεια και ποτέ αποκρύπτει πράγματα ως προς τα οικονομικά του στοιχεία.

«Την μία μέρα μπορεί να μου έλεγε ότι έχει λεφτά είναι ο την άλλη έλεγε ότι δεν έχει, με δικαιολογία την κατάσταση που επικρατεί λόγω πανδημίας. Πρόσφατα μου είπε να ψάξω σπίτι με τιμή αγοράς μέχρι 1 εκατομμύριο ευρώ προκειμένου να μείνουμε μαζί. Λίγες μέρες αργότερα όμως, μου είπε ότι δεν έχει λεφτά λόγω πανδημίας και ανέφερε ότι θέλει να πάρει δάνειο. Συνεχίζω να ψάχνω σπίτι και μου είπε η τιμή αγοράς να μην ξεπερνάει τις 700.000 ευρώ. Πάλι όμως με ακύρωσε και μου είπε ότι δεν έχει τα λεφτά για τέτοια αγορά. Μετά από καιρό μου πρότεινε το δάνειο να βγει στο όνομα μου και ότι το σπίτι θα ήταν στο όνομα μου. Εγώ από τη μεριά μου ζήτησε εξηγήσεις για ποιο λόγο να βγει στο όνομα μου και ο ίδιος με διαβεβαίωσε ότι δεν έχω να φοβάμαι κάτι και το ίδιο θα μπει εγγυητής στο δάνειο λόγω της ακίνητης περιουσίας που έχει. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να πω ότι δεν τον ρώτησα για ποιο λόγο δεν μπορεί να βγάλει δάνειο στο όνομα του, μου είπε ότι δεν μπορεί να μου πει από το τηλέφωνο γιατί μπορεί να παρακολουθούν το τηλέφωνο του λόγω του μπερδέματος που είχε γίνει με τα εισιτήρια και τις σφραγίδες στην περιοδεία της Θεσσαλονίκης», είπε η μάρτυρας, εξηγώντας ότι ο 58χρονος της έλεγε πως θα βάλει κάποια οικόπεδα που διέθετε ως εγγύηση, αλλά και πως αν το δάνειο ήταν στο όνομα της θα έβγαινε πιο γρήγορα από την τράπεζα.

«Μετά απ’ όλα αυτά συμφώνησα να προχωρήσουμε το δάνειο στο όνομά μου, με εγγυητή τον ίδιο. Το ποσό που θα προσπαθούσε να πάρει σε δάνειο θα ήταν μέχρι 400.000 ευρώ, ενώ το ακίνητο θα ήταν περίπου 700.000 με 800.000 ευρώ. Του ανέφερα ότι η φορολογική μου δήλωση είναι πολύ χαμηλή και μου είπε ότι για να φαίνεται πιο υψηλό εισόδημα θα μου κάνει πρόσληψη στην εταιρεία με καλλυντικά προϊόντα που διέθετε, αλλά θα συμβουλευόταν και τον λογιστή του και θα κατέθετε αυτός τα χαρτιά για το δάνειο» είπε η μάρτυρας.

Μάλιστα, υποστήριξε ότι ο 58χρονος την έδωσε ένα κινητό τηλέφωνο ζητώντας της να απαντήσει όταν την πάρει υπάλληλος τράπεζας, αλλά να πει ότι βρίσκεται εκτός Αθηνών.

«Εκεί εγώ αρνήθηκα να πάρω το καινούριο τηλέφωνο. Να τονίσω ότι τον λογιστή δεν τον γνωρίζω προσωπικά. Επίσης ανέφερα στον κατηγορούμενο ότι θέλω να παρευρίσκομαι στο ραντεβού για το δάνειο, διότι θα έβγαινε στο όνομα μου» περιέγραψε και εξήγησε ότι τελικά ο κατηγορούμενος έκανε μόνος του το ραντεβού για το δάνειο.

«Τις επόμενες ημέρες, τον ρωτούσα συνεχώς τι γίνεται με το δάνειο και μου απαντούσε ότι ακόμα περιμένει. Αφού τσακωθήκαμε, μου είπε ότι τελικά το δάνειο δεν πήρε έγκριση. Στη συνέχεια μέσα στο μήνα Μάρτιο μου είπε ότι του έχουν συστήσει κάποιο άτομο για να πάμε τα χαρτιά μου, προκειμένου να προχωρήσει το δάνειο. Του είπα ξανά ότι θέλω να παρευρεθώ στο ραντεβού και μου είπε εντάξει. Έκλεισε ραντεβού για την επόμενη μέρα. Την ίδια ημέρα αργά το βράδυ μου είπε ότι τον ειδοποίησαν ότι ακυρώθηκε το ραντεβού στην τράπεζα. Την επόμενη μέρα με πήρε τηλέφωνο το συγκεκριμένο άτομο από την τράπεζα και μου ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε να ακυρωθεί το ραντεβού».

«Είχε βάλει συσκευή στο αμάξι και με παρακολουθούσε»

Η μάρτυρας υποστήριξε στην κατάθεση της ότι συνέχισε να της λέει ψέματα τις επόμενες ημέρες, ενώ σε επόμενη κατάθεση της ανέφερε πως βρήκε συσκευή εντοπισμού κολλημένη εξωτερικά του αυτοκινήτου της.

«Ο κατηγορούμενος πολλές φορές ενώ μιλούσαμε στο τηλέφωνο, μου ανέφερε ότι ξέρει και βλέπει ανά πάσα στιγμή σε ποιο μέρος είμαι. Από τη συσκευή εντοπισμού που βρήκα στο αυτοκίνητο μου, κι από αυτά που μου έλεγε, καταλαβαίνω ότι ο ίδιος είχε τοποθετήσει την συσκευή εντοπισμού στο όχημα μου ένα αγνοία μου, προκειμένου να παρακολουθεί ηλεκτρονικά τις κινήσεις μου».

Η κατάθεση του λογιστή

«Με τον κατηγορούμενο γνωριζόμαστε περίπου 10 χρόνια. Αυτά τα 10 χρόνια ασχολούμαι με τα λογιστικά του ζητήματα και συγκεκριμένα με την ατομική του επιχείρηση, με τις εταιρείες των παιδιών του και της συζύγου του. Το έτος 2019 μεταβίβασαν το κατάστημα κομμωτήριο, στον S.G, τον οποίο εγώ δεν έχω δει ποτέ και αγνοώ την ύπαρξη του. Ο S.G έχει τεθεί ως πρόεδρος και ο κατηγορούμενος έχει τεθεί ως υπεύθυνος. Η γυναίκα του είναι υπάλληλος στην εταιρεία αυτή και ο κατηγορούμενος τρέχει την εταιρία σαν υπεύθυνος με βάση τα χαρτιά» περιγράφει ο λογιστής του κομμωτηρίου, συμπληρώνοντας ότι δεν θέλησε να αναλάβει την ευθύνη για μια εταιρία της οποίας τον ιδιοκτήτη δεν γνώριζε.

«Λογιστικά δεν δέχτηκα να καταχωρήσω τίποτα για αυτή την εταιρεία από το 2019, καθώς δεν ήθελα την συνεργασία με αυτό τον άνθρωπο γιατί δεν γνώρισα αυτόν που έθεσαν ως πρόεδρο. Το μόνο που έκανα αυτή την εταιρία είναι ότι κρατούσα την μισθοδοσία μέχρι να αναλάβει άλλος λογιστής. Αυτό το έκανα λόγω των παιδιών που δούλευαν εκεί μέσα για να είναι ασφαλισμένοι» είπε στην κατάθεση του.

Από τα λεγόμενα του, προέκυψε ότι ο 58χρονος επιθυμούσε να λάβει και ένα δάνειο για την αγορά ακινήτου, το οποίο όμως θα έπαιρνε στο όνομα κάποιας γυναίκας.

«Γι’ αυτό το λόγο εκτύπωσα στα στοιχεία της γυναίκας αυτής, τα οποία δεν τα θυμάμαι καθόλου, ένα εκκαθαριστικό και του το έδωσα, χωρίς να ρωτήσω περαιτέρω λεπτομέρειες και χωρίς να ασχοληθώ άλλο. Το μόνο που μου έκανε εντύπωση και που του το είπα, είναι ότι το εκκαθαριστικό της κοπέλας είχε πολύ χαμηλά εισοδήματα και ότι δεν θα τους ενέκριναν με τίποτα το δάνειο. Πριν 15 μέρες περίπου, που τον ρώτησα τυχαία, μου είπε ότι το δάνειο απορρίφθηκε».

Η κατάθεση του κοσμηματοπώλη

Κατάθεση και από έναν γνωστό κοσμηματοπώλη έλαβαν οι αστυνομικοί, σε μια προσπάθεια να εντοπίσουν τα κλοπιμαία από τις θυρίδες. Όπως φαίνεται από την κατάθεση του μάρτυρα, γνώριζε τον κατηγορούμενο 20 χρόνια και πως αυτή τη χρονιά τον ενημέρωσε ότι θα πουλούσε κάποιο ρολόι μάρκας Rolex σε γνωστό του. Μάλιστα επειδή έφερε το ρολόι επάνω του κάποια χαρακτηριστικά μπριγιάν, τον ρώτησε πόσο θα στοίχιζε η αλλαγή καντράν γιατί ο νέος ιδιοκτήτης δεν τα επιθυμούσε.

«Εγώ το γυάλισα το ρολόι, επικοινώνησα με την αντιπροσωπεία και ενημερώθηκα για το κόστος της αλλαγής του καντράν και στη συνέχεια τον ενημέρωσα πως θα καθυστερούσε η παράδοση από την αντιπροσωπεία για δύο μήνες. Εκείνος με ενημέρωσε πως προς το παρόν δεν θα αλλάξει το καντράν και προσήλθε και του παρέδωσα το ρολόι του γυαλισμένο» είπε ο μάρτυρας, συμπληρώνοντας ότι το ρολόι δεν ήταν κλεμμένο γιατί το έλεγξε η αντιπροσωπεία.

Τι είπαν τα θύματα στις καταθέσεις τους

«Την θυρίδα την είχα ανοίξει πριν περίπου 10 χρόνια. Συνδικαιούχος είναι και ο γιος μου. Συνήθως όταν επισκέπτομαι την θυρίδα είμαι μόνη μου, κάποιες φορές όμως έχει πάει και ο γιος μου μόνος του. Τελευταία φορά επισκέφτηκα την θυρίδα μου τον Αύγουστο του 2020, για να βγάλω κάποια χρήματα και κοσμήματα. Αφού έλεγξα το περιεχόμενο της διαπιστώσω ότι όλα ήταν μια χαρά. Κατόπιν τοποθέτησα τα χρήματα και τα κοσμήματα που ήθελα. Όταν κλειδώσω την θυρίδα αυτή είχε στο εσωτερικό της το χρηματικό ποσό των 42.000 ευρώ, κοσμήματα συνολικής αξίας άνω των 700.000 ευρώ καθώς και ένα χειρόγραφο σημείωμα» είπε η μάρτυρας.

Η ίδια επισκέφθηκε την τράπεζα μαζί με το γιο της στις 13 Νοεμβρίου 2020.

«Πήγαμε στις 10.30 το πρωί μαζί με το γιο μου στην τράπεζα για να ανοίξω την θυρίδα προκειμένου να πάρω 20.000 ευρώ για να της δώσω στο γιο μου και να τοποθετήσω κι άλλα κοσμήματα. Με συνόδευσε υπό διευθύντρια του υποκαταστήματος. Ο γιος μου και υποδιευθύντρια τοποθέτησαν τα κλειδιά στην θυρίδα και αφού άνοιξε κλειδαριά υποδιευθύντρια αποχώρησε. Όταν μαζί με το γιο μου ανοίξαμε το σιδερένιο κουτί διαπίστωσα ότι έλειπαν από το εσωτερικό του όλα τα χρήματα και τα κοσμήματα και τιμές υπήρχαν μόνο το χειρόγραφο σημείωμα και άδεια κουτιά κοσμημάτων. Αμέσως κάλεσα την υποδιευθύντρια να έρθει και της εξήγησα τι ακριβώς είχε συμβεί».

Η γυναίκα περιγράφει ωστόσο ότι αρχικά, τουλάχιστον, οι υπάλληλοι της τράπεζας δεν αποδέχθηκαν το γεγονός της κλοπής λέγοντας ότι τους δυσφημεί.

«Η υποδιευθύντρια αρνήθηκε ότι το περιεχόμενο έχει κλαπεί λέγοντας μου ότι κλειδιά έχουμε μόνο εγώ και ο γιος μου. Στο χώρο κατέβηκε και η διευθύντρια του καταστήματος η οποία επίσης αρνούνταν το γεγονός της κλοπής και ανέφερε ότι τους δυσφημώ άδικος. Κατόπιν ανεβήκαμε στο ισόγειο, όπου προσήλθε και ο δικηγόρος μου. Εκεί βρήκαμε και τον υπάλληλο που μας συνόδευε συνήθως στις θυρίδες, ο οποίος παρουσία όλων των παραπάνω προσώπων ανέφερε ότι στο παρελθόν του είχα δηλώσει ότι έλειπαν αντικείμενα από την θυρίδα μου. Αμέσως του απάντησα πως αυτό δεν έχει συμβεί λέγοντας του ότι ψεύδεται» είπε η γυναίκα, συμπληρώνοντας πως κάλεσε την αστυνομία, ενώ λίγο αργότερα διαπιστώθηκε από τον κλειδαρά της τράπεζας ότι η κλειδαριά της θυρίδας ήταν παραβιασμένη.

Ένα τηλεφώνημα της διευθύντριας της τράπεζας, με το οποίο της ζητούσε να έρθει επειγόντως για να ελέγξει το περιεχόμενο της θυρίδας της, αναστάτωσε στις 18 Νοεμβρίου 2020 την δεύτερη παθούσα. Η γυναίκα όταν έφτασε στην τράπεζα διαπίστωσε ότι λείπει το περιεχόμενο της θυρίδας της, δηλαδή 130.000 ευρώ, κοσμήματα η αξία των οποίων υπερβαίνει το 1,5 εκατ. ευρώ και χαρτιά για μελλοντικό δικαστήριο. Αυτό που της έκανε εντύπωση ότι εκλάπησαν οι 4 μεγάλες θυρίδες που ήταν κολλητά η μια δίπλα στην άλλη.

Με τον ίδιο τρόπο ενημερώθηκε και το τρίτο θύμα της κλοπής, που κλήθηκε να μεταβεί στην τράπεζα για να ελέγξει την θυρίδα του. Η γυναίκα διαπίστωσε ότι είχαν κλαπεί κοσμήματα αξίας 1.000.000 ευρώ και 75 χρυσές λίρες Αγγλίας, ενώ είχα επισκεφτεί τελευταία φορά την τράπεζα το 2017. Το τηλεφώνημα της διευθύντριας της τράπεζας δέχτηκε και η τέταρτη γυναίκα η οποία διαπίστωσε ότι 1.000.000 ευρώ και κοσμήματα αμύθητης αξίας είχαν κάνει «φτερά» από τη θυρίδα της.