Όταν είχε ανακοινωθεί η πρόθεση του Κώστα Γαβρά να γυρίσει το «Ενήλικοι στην αίθουσα», βασισμένο στο βιβλίο του Γιάνη Βαρουφάκη, αρκετοί -εξ αριστερών και δεξιών- είχαν αντιδράσει. Οι αντιδράσεις, βέβαια, δεν έφτασαν το επίπεδο της σημερινής γελοιότητας, η οποία εκφράζεται με μαζικές μηδενικές βαθμολογίες και κάτι ανεκδιήγητα σχόλια στο Imdb, από ανθρώπους που, φυσικά, δεν εχουν δει την ταινία.

Υπήρχαν όμως και τότε πολλές αντιδράσεις και ήταν βασικά στην ίδια γραμμή: Αφού επιλέγει να πει την πλευρά του Βαρουφάκη, θα μας πει έτσι κι αλλιώς βλακείες και άρα η ταινία θα είναι κακή. Είχα θυμώσει τότε, αρχικά διότι ένα κάρο άσχετοι ήθελαν ξαφνικά να υποδείξουν στον Κώστα Γαβρά τι είδους ταινία να κάνει. Άνθρωποι οι οποίοι, κατά κανόνα, δεν έχουν καταλάβει ποτέ καν τι είδους σινεμά κάνει ο Γαβράς. Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο αυτό. Ή μάλλον, δεν είναι κυρίως αυτό.

Ας συμφωνήσουμε αρχικά σε ένα πράγμα

Εάν μπορέσουμε, βέβαια.

Είναι δυνατόν να αντιμετωπίσεις, να αξιολογήσεις και να κρίνεις ένα έργο Τέχνης, απαλλαγμένος από τις προσωπικές, κοινωνικές, ιδεολογικές, πολιτικές και άλλες θέσεις σου; Έστω και σε κάποιο βαθμό, ο οποιος θα σε κάνει να μην είσαι εκ προοιμίου προκατειλημμένος;

Η λέξη-κλειδί εδώ είναι φυσικά η προκατάληψη. Η οποία, όμως, για να είμαστε απολύτως τίμιοι και δίκαιοι, δεν ενυπάρχει μόνο στο θεατή/ακροατή/γουατέβερ, αλλά και στον καλλιτέχνη. Ο καλλιτέχνης είναι ένας άνθρωπος που έχει τις δικές του απόψεις, ιδέες -ιδεοληψίες συχνά- και τοποθετήσεις. Συχνά δεν το κρύβει και εκείνο είναι το σημείο στο οποίο συνήθως ξεκινάμε να μιλάμε για «στρατευμένη Τέχνη», αρκεί να δει κανείς τον όρο σε πιο ευρεία πλαίσια.

Μας κάνει, λοιπόν, αυτό να εκτιμάμε λιγότερο τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, από την εποχή του «Μαουτχάουζεν» ας πούμε, αν είμαστε δεξιοί, ή την ποίηση του Έζρα Πάουντ αν είμαστε αριστεροί; Τις όπερες του Βάγκνερ επειδή ήταν αντισημίτης και τον αγαπούσε ο Χίτλερ; Τη «Γκουέρνικα» του Πικάσο, αν είμαστε συμπαθούντες τον Φράνκο;

Η απάντηση είναι ναι.

Αυτό που ποικίλει είναι ο βαθμός. Το κατά πόσο μπορούμε να διαχωρίσουμε τα δύο. 

Ο Γαβράς κάνει «στρατευμένη Τέχνη». Σε ένα αρκετά ευρύ πλαίσιο. Τέχνη «στοχευμένη» θα την ονόμαζα προσωπικά. Όσοι έχουν παρακολουθήσει την πορεία του γνωρίζουν ότι αυτό που τον ενδιαφέρει, από πολύ νωρίς, δεν είναι η ιδεολογία τόσο, όσο οι μηχανισμοί. Αυτούς εξετάζει. Κυρίως δε, τους μηχανισμούς της εξουσίας και τον τρόπο με τον οποίο η ιστορία και τα πρόσωπα αλληλεπιδρούν και διαπλέκονται με αυτούς. Τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα συνθλίβονται κάτω από αυτούς, θυματοποιούνται από αυτούς, συμβιβάζονται με αυτούς ή επαναστατούν εναντίον τους, με ότι πιθανές συνέπειες μπορεί να έχει αυτό.

Οι ήρωες που επέλεγε να «ζωντανέψει» στο σινεμά ο Γαβράς δεν είναι καθόλου ήρωες. Είναι απλοί άνθρωποι που κάτι μέσα τους «κλώτσησε» και τους έκανε να αντιδράσουν μπροστά στο μεγάλο και φαινομενικά αήττητο σύστημα μιας εξουσίας που θα κάνει τα πάντα προκειμένου να επιβιώσει. Ο ανακριτής/Υβ Μοντάν (“Ζ”), ο πατέρας/Τζακ Λέμον (“Ο Αγνοούμενος”), ο ιερωμένος/Ματιέ Κασοβίτς (Αμήν), όλοι τους είχαν πάντα έναν κοινό παρονομαστή: Το βλέμμα του σκηνοθέτη ανέδειξε αυτόν τον παρονομαστή, αυτόν το φαινομενικό παραλογισμό των πράξεών τους, ο οποίος τούς οδηγούσε σε μετωπική με τον τοίχο του συστήματος. Και παράλληλα, ο Γαβράς απεικόνιζε καφκικά το λαβύρινθο της κάθε εξουσίας, τους δαιδαλώδεις μηχανισμούς που σαν συμπληγάδες έκλειναν μπροστά σε κάθε μονοπάτι διαφυγής από αυτήν.

Είναι μια σαφής ιδεολογική στάση από μόνο του αυτό. Το ΤΙ επιλέγεις να εξετάσεις. Και σε οδηγεί στο ΠΩΣ επιλέγεις να το εξετάσεις και από ποια πλευρά θα το κάνεις.

Τον Γαβρά δεν τον ενδιέφερε ποτέ να δει τα πράγματα από την πλευρά του μηχανισμού. Αυτός ήταν απλώς το σκηνικό. Ο «εχθρός», αν προτιμάτε. Ο «κακός του έργου». Θηριώδης, αδυσώπητος, απρόσωπος και άτρωτος. Ένας πρωταγωνιστής από μόνος του, κάτι σαν το Matrix, για να επιχειρήσω μια μάλλον τολμηρή αναλογία, που οι πολύ ταλαντούχοι αδελφοί Βαχόφσκι κατάφεραν να αναδείξουν σε πρωταγωνιστή μιας εμβληματικής κινηματογραφικής τριλογίας, χωρίς ποτέ κανείς να καταλάβει τι ακριβώς είναι. Και σαν τις πολυπρόσωπες μεταμορφώσεις του Matrix, έτσι και οι μηχανισμοί στις ταινίες του Γαβρά αποκτούν ανθρώπινο πρόσωπο μόνο συγκυριακά, χωρίς οι άνθρωποι πίσω από αυτούς να έχουν πραγματικά κανένα ενδιαφέρον στην πλοκή. Αυτονόητο: Είναι εκεί μόνο για να υπηρετούν το μηχανισμό.

Χωρίς να έχω δει τους «Ενήλικες στην αίθουσα», πάω στοίχημα ότι το ίδιο έχει κάνει και τώρα. Συνεπώς, ήταν αυτονόητο σε ποιανού την ιστορία θα επέλεγε να πατήσει. Είτε είναι η «σωστή» είτε είναι η «λάθος» πλευρά, αυτό εξάλλου είναι και πολύ υποκειμενικό, ή μάλλον, τα είπαμε και στην αρχή, είναι θέμα του που στέκεσαι εσύ όταν παρακολουθείς την ιστορία. Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ούτε ότι έκανε μια κακή ταινία, ούτε -ακόμα κι αν επέλεξε να διηγηθεί τη «λάθος» πλευρά- αυτό οδήγησε σε ένα «λάθος» αποτέλεσμα.

Δεν την έχω δει, όπως προείπα, την ταινία. Δεν γνωρίζω εάν είναι από τις καλές ή τις λιγότερο καλές του σπουδαίου σκηνοθέτη. Ξέρω ότι θα έχει προσέξει πολύ τα κάδρα του, θα έχει επιλέξει προσεκτικά τους ηθοποιούς του, θα έχει δημιουργήσει τη γνωστή αποπνικτική, κλειστοφοβική συχνά, ατμόσφαιρά του, θα έχει προβεί στις γνωστές του αφαιρέσεις.

Ξέρω επίσης ότι ο Γαβράς κάνει σινεμά. Δεν γράφει ιστορία.

Αυτό θα το κάνουν οι αρμόδιοι.

Μέχρι τότε, ας περιοριστούμε στο ρόλο που έχουμε εμείς σ' αυτή την υπόθεση: Του θεατή. 

Διαβάστε επίσης