Έχω μια γνωστή και γειτόνισσα εδώ στο προάστιο, μαμά με δύο παιδιά στην ηλικία των δικών μου παιδιών: Ένα κορίτσι στα 13 και ένα αγόρι στα 15. Εφηβεία. Η πιο δύσκολη φάση του παιδιού και του γονιού. Εκεί που τα βλέπεις όλα και τα ξανασκέφτεσαι όλα και τα επαναπροσδιορίζεις όλα. Το κορίτσι, τής ζήτησε ποδήλατο. Είπε όχι, είναι επικίνδυνο να βγαίνεις έξω. (Ζούμε σε προάστιο ξαναλέω). Το αγόρι τής ζήτησε PlayStation. Το πήρε. Και δεν πηγαίνουν ποτέ και πουθενά διακοπές αν στον προορισμό τους δεν έχει WiFi...

Πολλοί από σας αναγνωρίζετε τους εαυτούς σας σε αυτή την εικόνα ή κάποιους που ξέρετε. Στο σπίτι της γνωστής μου η τηλεόραση είναι αναμμένη διαρκώς. Και ταυτόχρονα τα παιδιά είναι με τα κινητά τους στο χέρι.

Δεν θα πω ψέμματα.

Τα ίδια συμβαίνουν και στο δικό μου σπίτι, όπου ζουμε δύο ενήλικες και τρία παιδιά στην εφηβεία. Στο σύνολό μας συμβιώνουμε πέντε άνθρωποι, έξι μεγάλες οθόνες και πέντε κινητά. Όλα είναι διαρκώς αναμμένα, καθώς οι ενήλικες δουλεύουμε στους υπολογιστές, μιλώντας ταυτόχρονα στο τηλέφωνο και χαζεύοντας τηλεόραση, ενώ τα παιδιά όταν είναι στο σπίτι σχεδόν δεν ασχολούνται με τίποτε άλλο: Κινητά, PlayStation, υπολογιστής. Το τάμπλετ ψιλοπέθανε ως είδος, αφού την περάσαμε κι αυτή την φάση.

Τους κοιτάω συχνά και αναρωτιέμαι τι τους κάνει αυτό, δεν μπορεί να μην τους κάνει τίποτα, είναι αδύνατον. Εδώ κάνει σε 'μας, τους όψιμους οθονάκηδες, που μεγαλώσαμε στις «αλάνες» (καλά, όχι απαραίτητα, αλλά πάντως όχι κλεισμένοι στο σπίτι) και σήμερα δεν μπορούμε να πάρουμε ανάσα χωρίς το κινητό.

Κοιμόμαστε με το κινητό κάτω από το μαξιλάρι κάποιοι. Τα παιδιά μου, πάντως, στάνταρ.

Βάζω στοίχημα ό,τι θέλετε... πως και τα δικά σας το ίδιο κάνουν.

Όταν η οθόνη υποκαθιστά τους γονείς

Το 1992 ο Μάικλ Χάνεκε είχε φτιάξει μια ταινία, το «Βίντεο του Μπένι», που από πολλούς πέρασε απαρατήρητη και κακώς. Ο 13χρονος Μπένι, ο πρωταγωνιστής της ταινίας, βλέπει μετά μανίας βίντεο. Ζει μέσα από αυτό. Και κάποια στιγμή φωνάζει μια φίλη του στο σπίτι του, από το οποίο λείπουν οι γονείς του, και τη σκοτώνει -όπως είχε δει προηγουμένως να γίνεται σε ένα βίντεο- για «να δει πώς είναι και στην πραγματικότητα», όπως είπε στους γονείς του και στην αστυνομία αργότερα.

Ο Χάνεκε είχε κάνει -όπως το συνηθίζει- μια συμβολική και προφητική ταινία. Μια ταινία που μιλούσε για την αποξένωση, για την αδιαφορία (εσκεμμένη ή και όχι) των γονιών προς τα παιδιά, για μια γενιά που άρχισε να μεγαλώνει, να αντιλαμβάνεται τον κόσμο και να ζει μέσα από τις οθόνες.

Τότε ήταν οι οθόνες του βίντεο, τώρα των κινητών.

Και ήταν μια γενιά, όπως και οι επόμενες, που συχνά έχανε τη γραμμή και το όριο ανάμεσα στην εικονική και την πραγματική... πραγματικότητα.

Και, συχνά, δεν μπορούσε να αντιληφθεί τις συνέπειες των πράξεών της στο φυσικό κόσμο, καθώς στον εικονικό όλα έχουν ένα χάπι εντ ή τέλος πάντων κι αν δεν έχουν,πατάς ένα restart και όλα ξεκινάνε από την αρχή.

Ο Μπένι του Χάνεκε δεν ήταν θύμα της οθόνης. Η οθόνη από μόνη της δεν εγκληματεί, είναι ένα άψυχο πράγμα. Όπως είναι και το κάθε όπλο του εγκλήματος. Το μαχαίρι δεν καρφώνει μόνο του και το όπλο δεν πυροβολεί αυτοβούλως.

Ο Μπένι του Χάνεκε ήταν μια συνέπεια της αδιαφορίας των γονιών του, ή -για να μην είμαστε πολύ αυστηροί- της αδυναμίας τους να τον μεγαλώσουν, να συνυπάρχουν μαζί του, να παραμερίσουν άλλες προτεραιότητες για χάρη του.

Ο Μπένι ήταν θύμα της εύκολης λύσης.

Την οποία εύκολη λύση συχνά βαφτίζουμε, εμείς οι ενήλικες, αναγκαιότητα.

Υπάρχουν, όμως, πραγματικές -έστω και δύσκολες- λύσεις;

Σε έναν κόσμο που γίνεται εκ των πραγμάτων όλο και πιο επικίνδυνος, συχνά οι γονείς πιστεύουμε ότι τα παιδιά μας είναι απροστάτευτα αν βγουν από τα όρια του σπιτιού τους.

Προτιμάμε να μένουν κολλημένα στην καρέκλα και την οθόνη και πιστεύουμε ότι αυτό τα προστατεύει, αγνοώντας το γεγονός ότι κάποια στιγμή θα βγουν αναγκαστικά στον έξω κόσμο κι εμείς δεν θα είμαστε εκεί για να τα προστατεύσουμε.

Αγνοώντας το γεγονός ότι η πραγματικότητα εξακολουθεί να είναι φυσική και δεν υποκαθίσταται από την εικονική, όσο έχουμε -σαν όντα- φυσικές ανάγκες και δεν είμαστε ο Νίο του Μάτριξ. Όταν γίνουμε, εδώ είμαστε, θα το ξανασυζητήσουμε

Αγνοώντας το γεγονός ότι έξω μαθαίνεις να προστατεύεσαι, όχι από την οθόνη.

Δεν θέλω σε καμία περίπτωση να παρεξηγηθώ. Δεν είμαι τεχνοφοβική, ακριβώς το αντίθετο είμαι. Λατρεύω την τεχνολογία, μας έχει λύσει τα χέρια, μας έχει δώσει λύσεις, μας έχει κάνει τη ζωή πιο εύκολη, αγαπώ το Mac μου, μαζεύω λεφτά για να πάρω καινούργιο, θέλω και το καινούργιο iphone, είμαι περήφανη που τα παιδιά μου είναι τεχνολογικώς εγγράμματα, δεν θέλω να μεγαλώσουν σαν σπηλαιάνθρωποι, αντιπαθώ εκείνους που λένε «στο σπίτι δεν έχουμε τηλεόραση», αυτές οι υπερβολές φέρνουν πάντα και χωρίς καμία εξαίρεση το αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Αν του πάρεις το κινητό ή το Playstation, θα πάει στο internet cafe, στο υπογράφω με κεφαλαία γράμματα. Κι εκεί θα είναι πιο εκτεθειμένος/η.

Αυτός είναι ο κόσμος στον οποίο ζούμε, τελεία. Το να τον αρνούμαστε δεν είναι η λύση. Να τον κουμαντάρουμε πρέπει.

Υπάρχουν λύσεις και δεν είναι τόσο δύκολες σε πρακτικό επίπεδο.

Στη γειτονιά που μένω, στην Τούφα Χαλανδρίου ή Άνω Χαλάνδρι αν προτιμάτε, οι κάτοικοι με μερικούς δασκάλους αποφάσισαν πριν από περίπου 40 χρόνια να φτιάξουν έναν τοπικό σύλλογο για να μαζεύονται τα παιδιά της γειτονιάς να παίζουν και να αθλούνται. Σε ένα μικρό παρκάκι που έχουμε εδώ πιο πέρα, φτιάχτηκε ένα γήπεδο μπάσκετ, ένα μικρό «γραφείο», τώρα είδα ότι φτιάχνουν και καντίνα. Έτσι γεννήθηκε ο ΦΟΤ.

Φιλοπρόοδος Όμιλος Τούφας.

Ο ΦΟΤ έχει και ομάδες μπάσκετ. Δεν κάνουν τίποτα σπουδαίο, δεν θα τις ακούσετε ποτέ στις μεγάλες κατηγορίες, δεν έχουν αξιώσεις, ούτε χρήματα, ούτε φανατισμένους γονείς-οπαδούς, ούτε παιδιά με φιλοδοξίες να παίξουν στην Α1, πολλώ δε μάλλον στο ΝΒΑ.

Δεν κερδίζουν πρωταθλήματα, ούτε και πρόκειται.

Ο ΦΟΤ όμως, κάνει κάτι πιο σημαντικό απ' όλα τα παραπάνω: Βγάζει τα παιδιά μας από τα σπίτια τους, τους παρέχει ένα ασφαλές περιβάλλον για να μαζευτούν, να παίξουν, να αθληθούν αν θέλουν και κυρίως να ξεκολλήσουν από τη μονομανία της οθόνης.

Ναι, σύμφωνοι, παίρνουν και τα κινητά μαζί. Τι να κάνουν; Αφού τους τα πρήζουμε: «Μην ξεχάσεις το κινητό σου και να το έχεις ανοιχτό».

Δεν κολλάνε όμως.

Περνάω συχνά και τους βλέπω: Κάθονται σε κάτι πεζουλια που έχει εκεί, χαζεύουν αυτούς που παίζουν μπάσκετ, ακούνε μουσική, φωνάζουν, γελάνε, βρίζουν, δύο τρεις έχουν και κάτι σπρέι, μην σοκάρεστε, και ο γιος μου έχει, του είπα «κακομοίρη μου το νου σου, αν σε πιάσουν να κάνεις βλακεία δεν θα έρθω να σε βγάλω».

«Υπάρχουν ειδικοί τοίχοι μαμά, εκεί πάμε», μου είπε και τον πιστεύω.

Του έδειξα, λοιπόν, δύο κείμενα που είχα γράψει εδώ για τον Banksy. «Άμα είναι να το κάνεις, κάνε το καλά», του είπα. Άνοιξε τον υπολογιστή και άρχισε να διαβάζει.

Χαμογελούσε. «Θα τον ψάξω κι άλλο», μου είπε. «Μ' αρέσει».

Μετά πήρε τα σπρέι και τ' ακουστικά του και πήγε να βρει τους φίλους του.

Μου πήρε κι εμένα χρόνια να το καταλάβω, αλλά η λύση είναι πάντα στην ίδια μαγική λέξη:

Ισορροπία.

Προσωπικά, το μόνο που μπορώ να σας πω, είναι ν' ακούτε τα παιδιά σας. Έχουν πάντα κάτι να σας πουν. Ακόμα κι όταν δεν μιλάνε. Ίσως κυρίως τότε. 

 

Διαβάστε επίσης