«Παραλλαγές πάπιας» του David Mamet στη «Θεατρική Σκηνή» του Αντώνη Αντωνίου

Το 1972, κατά τον πόλεμο στο Βιετνάμ και λίγο μετά την ανακοίνωση του Nixon ότι θα αποσύρει 70.000 στρατιώτες από το πεδίο των μαχών, ο Mamet παρουσιάζει το τρίτο του έργο (μετά το Camel το 1968 και το Lakeboat το 1970) στο Goddard College του Vermont: πρόκειται για το μονόπρακτο Duck Variations. 

Άπαικτο και άγνωστο στην Ελλάδα έως σήμερα, το μικρό αυτό ακατέργαστο διαμάντι κρύβει πολλά υφολογικά και θεματολογικά χαρακτηριστικά της δραματουργίας του Mamet, όπως εκδηλώνονται σε μεταγενέστερα κείμενα: αποσταγμένη γλώσσα, που ξεγελά αρχικά με την απλότητά της, πυκνό και ενίοτε απροσπέλαστο στις συνεκδοχές του νοηματικό βάθος, χορογραφημένες εντάσεις και υφέσεις, ακριβής ρυθμολογία, αγωνιώδεις παλμοί και αναπάντεχες σιωπές, δισήμαντες συναισθηματικές τονικότητες ή μια «αμερικάνικη» ανθρωπογεωγραφία που ανατέμνεται, και αποδιαρθρώνεται στην αναζήτηση μιας νέας ερμηνείας. Όλα αυτά υπάρχουν εν σπέρματι στο Duck Variations. Λείπει βεβαίως η ψυχολογική βία που θα δώσει το στίγμα της αργότερα. Λείπουν και οι λεκτικές τιράντες που διατρέχουν άλλα γνωστά του έργα. 

Το μονόπρακτο αυτό είναι η επιτομή του κοφτού λόγου και του στακάτου ρυθμού, της σύντομης έκφρασης και των παράλληλων νοημάτων, του πλάγιου ομιλιακού ενεργήματος (speech act) και της ισχυρής υπερλεκτικής (prelocutionary) δύναμης. Η μετάφραση της Μιχαέλας Αντωνίου (η πρώτη που επιχειρείται στην Ελλάδα) είναι μια συνομιλία με τη γλωσσική ιδιοσυστασία του Mamet, καθώς λαμβάνει υπ’ όψιν της όλα αυτά τα χαρακτηριστικά και τα συνθέτει με ευστοχία. Θα άξιζε μάλιστα τον κόπο να μελετηθεί το κείμενο (πρωτότυπο και μετάφρασμα) και η σκηνοθεσία του από τον Αντώνη Αντωνίου βάσει του προτασιακού μοντέλου του Austin ή των γλωσσικών παιγνίων του ύστερου Wittgenstein, κυρίως δε βάσει ενός παιχνιδιού το οποίο, κατά την άποψή μου, θα μπορούσε να ερμηνεύσει το «variations» στο «Duck variations».

Ένα ευρύ σώμα δηλωτικών προτάσεων διατρέχει όλο το έργο: «οι πάπιες κάνουν αυτό» ή «οι πάπιες ζουν κατ’ αυτόν τον τρόπο». Δεν θα μας πάρει πολύ χρόνο για να διαπιστώσουμε ότι πολλές από τις προτάσεις αυτές δεν ευσταθούν, ότι είναι διαψεύσιμες λ.χ. από την ζωολογία ή ότι αποτελούν, ας το πούμε πρόχειρα, μυθοπλαστικά αφηγήματα. Αντιθέτως, θα έπαιρνε λίγο περισσότερο χρόνο για να φανεί ότι οι δηλωτικές προτάσεις δεν είναι παρά εκπληρωτικές (performative) αποφάνσεις, ότι δηλαδή υπό τον πέπλο μιας αληθούς ή ψευδούς πρότασης κρύβεται η θέληση των προσώπων να δράσουν, να προτρέψει ή να παρακαλέσει το ένα το άλλο, να του απαγορεύσει κάτι, να του επιβάλλει μια ιδέα κ.ο.κ.

Ο Αντωνίου, που γνωρίζει από παλιά το έργο του Mamet, διατηρεί ζωντανούς τους ρυθμούς του κειμένου και αφήνει να εκδηλωθεί αβίαστα η ενέργεια των εκπληρωτικών αποφάνσεων σε κάθε αποστροφή και σε κάθε παραλλαγή της παράστασης. Το πρώτο μεγάλο κέρδος είναι η ανάδυση μιας διαρκούς ανθρώπινης παραβολής – η οποία ισχύει ακόμα και σε επίπεδο φράσης ή και ολόκληρης sequence. Ο θεατής μπορεί να σκέφτεται συνεχώς τον άνθρωπο στη θέση της πάπιας και την κοινωνία στη θέση του κοπαδιού. Το παράδειγμα των πουλιών εικονοποιεί την ανθρώπινη περιπέτεια. Σε αυτό το ιδιόμορφο bestiarium, σε αυτό το πέρασμα από τη ζωολογική αναφορά στην ανθρωπολογική αυτοπαρατήρηση, μπορούμε να σκεφτούμε τη ζωικότητα ως τη θεμελιακή διάσταση των έμβιων όντων και το ίδιο το φαινόμενο της ζωής ως ένα ανάλαφρο φτερούγισμα πάνω από μια λίμνη.

Το δεύτερο κέρδος είναι η ανάπτυξη ενός πλήρους θεματολογικού φάσματος από τον αντιπολεμικής έμπνευσης υπαινιγμό του θανάτου έως τη φυσική τάξη του θανάτου, από τα σιωπηλά προσωπικά δράματα που αφήνονται ως απόηχος να ακουστούν έως τα μείζονα φιλοσοφικά ερωτήματα της αιτίας και του σκοπού της ύπαρξης και από την ανθρώπινη βαναυσότητα έναντι των μη ανθρώπινων ζώων έως τη σκαιότητα έναντι των ανθρώπινων ζώων και ιδίως των μοναχικών.
Υπάρχει και ένα τρίτο κέρδος: η ανάδειξη μιας υποκριτικής του απέριττου και του «απλού» που ο ίδιος ο Αντωνίου και η Νατάσα Ασίκη υπηρετούν με πίστη και ακρίβεια, μιας υποκριτικής που συνδυάζεται τέλεια με την «απλότητα» ενός έργου, το οποίο κάθε άλλο παρά απλό είναι, με την «απλότητα» που συνεχώς πλαγιοδρομεί, που χτίζει λοξές, απαλές ματιές πάνω σε τραχιά ζητήματα, τα οποία ποτέ δεν ονομάζονται ρητά, αλλά διαπερνούν τη σκέψη του θεατή. Οι δύο ώριμοι ηθοποιοί καταφέρνουν να βρεθούν πολύ κοντά στον νεαρό Mamet και να τον φέρουν τόσο κοντά στη δική μας εποχή.

*Ο Γιώργος Π. Πεφάνης είναι καθηγητής Φιλοσοφίας και Θεωρίας του Θεάτρου και του Δράματος στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και κριτικός θεάτρου.

Διαβάστε επίσης