Ο τουρκικός παρεμβατισμός στη Λιβύη, ο διεθνής παράγοντας και η Ελλάδα

Οι παρεμβατικές πολιτικές που εφαρμόζει η Τουρκία στη Λιβύη, συνιστούν σοβαρό εμπόδιο στην επίτευξη της ειρήνης και της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο. Έχουν στόχο την εγκαθίδρυση μιας περιφερειακής ηγεμονίας και γι’ αυτό καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή μιας ικανής στρατηγικής αποτροπής σε συνεργασία με τους δυτικούς συμμάχους.

Η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται στο στόχαστρο της νεο-οθωμανικής ηγεσίας της Τουρκίας ήδη από τις καθεστωτικές αλλαγές που συντελέστηκαν στην περιοχή ως αποτέλεσμα της «Αραβικής Άνοιξης» το 2011, και την ανακάλυψη κοιτασμάτων υδρογονανθράκων περίπου την ίδια περίοδο. Ως προέκταση του στρατηγικού «Δόγματος Νταβούτογλου», η Άγκυρα άρχισε να εφαρμόζει επικίνδυνες παρεμβατικές πολιτικές στην περιφέρειά της με σημαντικότερη την περίπτωση της Συρίας. Ο στόχος της ανέλιξης σε μεγάλη δύναμη, όπως η πάλαι ποτέ Οθωμανική Αυτοκρατορία, ταυτίστηκε σύντομα με την βίαιη απόκτηση σφαιρών επιρροής, ενώ ευνοήθηκε από την απροθυμία των ισχυρών του διεθνούς συστήματος να επιβάλλουν την τάξη.

Η μη τήρηση του εμπάργκο όπλων που επέβαλε ο ΟΗΕ για τη Λιβύη, τα μνημόνια συνεργασίας που υπέγραψαν οι Έρντογαν και αλ-Σαράτζ, ο οποίος εκπροσωπεί το διεθνώς αναγνωρισμένο καθεστώς της εν λόγω χώρας στην Τρίπολη, και η απόφαση της τουρκικής Βουλής για ανάπτυξη τουρκικών δυνάμεων στη Λιβύη, αποτελούν τις τελευταίες κινήσεις μιας καλομελετημένης τουρκικής στρατηγικής για την απόκτηση νέας σφαίρας επιρροής. Ακόμη υπονομεύουν άμεσα τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας στις αντίστοιχες ΑΟΖ τους. Πρόκειται για μια προσπάθεια αντιπερισπασμού δια της μετατόπισης του γεωγραφικού κέντρου βάρους του ζητήματος, από την ΑΟΖ του Καστελλόριζου στην ΑΟΖ νοτίως της Κρήτης. Μολονότι δεν υπάρχει καμία νομική βάση στις διεκδικήσεις που διατυπώνει η νεοοθωμανική ηγεσία της Τουρκίας, η οποία πέτυχε να παραπλανήσει και την Τρίπολη, μέσω της πολιτικοποίησης του ζητήματος και την παρουσίαση δήθεν τετελεσμένων, επιχειρεί να εξαναγκάσει την Αθήνα σε υποχώρηση και συμβιβασμό. Προσβλέπει, λοιπόν, στην αποθάρρυνση της ελληνικής και κυπριακής ηγεσίας από το να ασκήσουν τα κυριαρχικά δικαιώματά τους στις εν λόγω οικονομικές ζώνες, δηλαδή την νόμιμη οριοθέτηση και εκμετάλλευση των ΑΟΖ τους. 

Ωστόσο, οι κινήσεις αυτές της Τουρκίας προκάλεσαν την ενεργοποίηση μηχανισμών συνεννόησης και συνεργασίας των περιφερειακών και διεθνών δρώντων, οι οποίοι αντιλήφθηκαν την απειλή στη διεθνή ασφάλεια και σταθερότητα. Τα τελευταία εικοσιτετράωρα έχει εγκαινιαστεί ένας διπλωματικός μαραθώνιος σε ευρωπαϊκό και περιφερειακό επίπεδο, ο οποίος έχει θέσει στόχο την αποκλιμάκωση της έντασης στη Λιβύη και τον περιορισμό της τουρκικής παρεμβατικότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Τόσο η σύνοδος κορυφής των Βρυξελλών, που εξουσιοδότησε την Ιταλία να επικοινωνήσει για τους σκοπούς αυτούς με τις χώρες της Β. Αφρικής, όσο και η πενταμερής του Καΐρου, καταδίκασαν τις πολιτικές της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο με έμφαση ην ανάπτυξη τουρκικών δυνάμεων στη Λιβύη και τα παράνομα σύμφωνα συνεργασίας. 

Τόσο η εσωτερική πολιτική σκηνή της Τουρκίας όσο και το διεθνές περιβάλλον μέσα στο οποίο επιχειρεί την προβολή ισχύος της στη Λιβύη, δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκά. Πέραν του ηχηρού μηνύματος που εστάλη στις αρχές του έτους με την υπογραφή της συμφωνίας για την κατασκευή του αγωγού φυσικού αερίου East Med μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, η πλειοψηφία των περιφερειακών και διεθνών δρώντων, όπως το Κάιρο, το Παρίσι και η Ρώμη, συνεχίζουν επίσης να εκφράζουν τον προβληματισμό και την ανησυχία τους για την παραβατική συμπεριφορά της Τουρκίας, στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από την Αθήνα στο σχεδιασμό της αποτρεπτικής της στρατηγικής.

Οι πολιτικές που επέλεξε να εφαρμόσει η νεοοθωμανική ηγεσία της Τουρκίας, επιβαρύνουν την ήδη δυσμενή θέση της στο διεθνές σύστημα. Οι παραβατικές πολιτικές που ακολουθεί απέναντι στις γειτονικές χώρες, η απαξιωτική συμπεριφορά απέναντι στις μεγάλες δυνάμεις του διεθνούς συστήματος και οι στενές σχέσεις της με εξτρεμιστικές ισλαμικές ομάδες, τις οποίες φαίνεται να αξιοποιεί, σύμφωνα με καταγγελίες ακόμη και της Μόσχας, για την προώθηση των εθνικών συμφερόντων της τόσο σε Συρία όσο και σε Λιβύη, συμβάλλουν στην περιθωριοποίηση και απομόνωσή της.

Μια επιτυχημένη αποτρεπτική στρατηγική απαιτεί πρώτα απ’ όλα τη διεθνοποίηση του προβλήματος που αντιμετωπίζει η Αθήνα και η Λευκωσία, σε συνδυασμό με μια ορθολογική πολιτική εσωτερικής ενδυνάμωσης, με έμφαση στη βελτίωση της ισορροπίας ισχύος στην περιοχή, και εξισορρόπησης της απειλής μέσα από αξιόπιστες συμμαχίες, αλλά και σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο. Οι συμμαχίες αυτές, πέραν των κοινών συμφερόντων, επιβάλλεται να διέπονται και από κοινές πανανθρώπινες αρχές και αξίες. Εξυπακούεται, βεβαίως, ότι οι πολιτικές ηγεσίες της Αθήνας και της Λευκωσίας θα διακρίνονται από την απαραίτητη αποφασιστικότητα, σύνεση, εργατικότητα και συνέπεια προκειμένου να πετύχει η αποτροπή και να ασκηθούν απρόσκοπτα τα νόμιμα κυριαρχικά δικαιώματά μας. Η ασφάλεια και σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο μπορεί να επιτευχθεί με καλή συνεννόηση και συνεργασία και είναι ευθύνη όλων των κρατών της περιοχής.

* Ο Νικόλαος Ραπτόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής στοΤμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς.

Διαβάστε επίσης