Υπόθεση Τοπαλούδη: Γιατί σκοτώνουμε τις γυναίκες;
Πηγή: Facebook

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να γράψεις ένα κείμενο για την υπόθεση της Ελένης Τοπαλούδη, ξεχνώντας ότι είσαι γυναίκα. Θα έπρεπε, αλλά δεν γίνεται. Γράφεις, σβήνεις, γράφεις ξανά, σβήνεις. Τελικά αποφασίζεις να γράψεις αυτό που σκέφτεσαι.

Αυτό που σκέφτομαι κάθε φορά που έρχεται στην επιφάνεια ένα έγκλημα, μια γυναικοκτονία σαν αυτή της Ελένης Τοπαλούδη, ή, λίγες μέρες νωρίτερα της Αδαμαντίας Αντύπα, στην Κρήτη, είναι ένα πολύ ζεστό μεσημέρι, πριν από 32 χρονια στην Πάρο. Έκανα διακοπές, τρώγαμε σε μια ταβέρνα και κάποιος έφερε το «Έθνος». Ήταν 25 Ιουνίου. Στο κεντρικό «σαλόνι» της εφημερίδας απλώνονταν τα τεμάχια της Ζωής Φρατζή, την οποία ο σύζυγός της είχε σκοτώσει, δίνοντας μια κυριολεκτική διάσταση στο μεταφορικό όρο. Θυμάμαι ότι μέσα στο καυτό μεσημέρι, πάγωσε το αίμα στις φλέβες μου και όχι από τις φωτογραφίες μόνο. Από το ίδιο το γεγονός.

Αυτό που σκέφτεσαι εκείνη τη στιγμή και κάθε τέτοια στιγμή, αυτό που μαθαίνεις μεγαλώνοντας, είναι ότι θα μπορούσες να είσαι εσύ στη θέση της

Ο Παναγιώτης Φρατζής είπε στην απολογία του: «Είχε θιγεί ο εγωισμός μου και είχα ζωστεί από κατώτερες και πεζές σκέψεις και συναισθήματα (…). Όταν μού’ δειξε αδιαφορία, φαρμακώθηκα σαν να μου είχαν κάνει τη μεγαλύτερη αδικία». Ένας ακόμα καυγάς κατέληξε στο στραγγαλισμό της Ζωής. Η υπεράσπιση προσπάθησε να καταφύγει στο αρχαιότερο επιχείρημα από καταβολής κόσμου: «Βρασμός ψυχής». Η σχέση του ζευγαριού έγινε βορά στα ΜΜΕ: «Τσακώνονταν, του μιλούσε υποτιμητικά, τον μείωνε», όλο το κλασικό victim blaming, η ενοχοποίηση του θύματος, σε μια υπόθεση για σεμινάριο. Υπήρξαν μέχρι και δημοσιεύματα συμπάθειας για τον Φρατζή, το όλο κλίμα, όμως δεν έπεισε το δικαστήριο. Ο εισαγγελέας της έδρας, Κυριάκος Καρούτσος, έκλεισε την αγόρευσή του με μια φράση αδόκιμη ίσως, αλλά όχι και πολύ ψευδή: «Κανένα ζώο του ζωικού βασιλείου δεν θα έκανε τέτοιο έγκλημα»...

Από τότε πέρασαν 32 χρόνια και έγιναν πολλές γυναικοκτονίες (περισσότερες απ'όσες θέλουμε να αποδεχτούμε ως στατιστικό της κοινωνίας μας) με διαφορετικά, ας τα πούμε τεχνικά χαρακτηριστικά (εξάλλου, για να παραφράσουμε τον προαναφερθέντα εισαγγελέα, «κανένα ζώο του ζωικού βασιλείου δεν είναι τόσο εφευρετικό στους τρόπους που έχει για να σκοτώνει τους ομοίους του»αλλά με πολλές κοινές συνιστώσες. Με βασικότερη την εξής: Πάντα αναζητάται η αφορμή του εγκλήματος στη συμπεριφορά του θύματος, το οποίο περνάει μια μεταθανάτια συμπεριφορική και ηθικού τύπου ιερά εξέταση.

Και φυσικά πάντα ο θύτης δρα από «αγάπη», «κατά λάθος», επειδή «θίχτηκε», επειδή «υπερασπιζόταν την τιμή του», επειδή «θόλωσε», επειδή «δεν πήγαινε άλλο»...

Η υπερασπιστική γραμμή στις υποθέσεις γυναικοκτονίας στην Ελλάδα, επιμένει να προσπαθεί να «ξαναγράψει» το ποινικό δίκαιο, εισάγοντας σε αυτό έννοιες που μόνο με το δίκαιο δεν έχουν να κάνουν: Η τιμή του άντρα, ο δίκαιος θυμός του, η αγανάκτησή του, ο εγωισμός του εν τέλει, ανάγονται σε αξίες ανώτερες της ανθρώπινης ζωής.

Της κάθε ανθρώπινης ζωής, «εγκλήματα τιμής» γίνονται και κατά αντρών, όπως η περίπτωση Κοεμτζή. Όταν έχει να κάνει με ένα res όμως, ένα αντικειμενο -μόνιμης, προσωρινής ή ad hoc- ιδιοκτησίας του, μια γυναίκα δηλαδή, το μυαλό θολώνει πιο εύκολα και το χέρι σηκώνεται πιο βαρύ. Και πιο «δικαιολογημένα. 

Αυτό δεν γίνεται σε μια νύχτα, ούτε παθαίνει παράκρουση ο κάθε δράστης. Είναι βαθιά ριζωμένο μέσα του από τη μέρα που άρχισε να καταλαβαίνει τον κόσμο. Είναι ποτισμένο με χρόνια και χρόνια εμπέδωσης από την οικογένεια, τον περίγυρο, τη μικροκοινωνία, τα ανέκδοτα, τις αντιλήψεις, τα πάντα. Απλώς είναι ένα έγκλημα που περιμένει να συμβεί. Κοντολογίς και για να παραφράσουμε μια ακόμα περίφημη ατάκα, «είναι η Πατριαρχία ηλίθιε». Όσο κι αν δεν μας αρέσει, αυτό είναι.

Ο κατηγορούμενος δράστης της αδιανόητης (για μας αδιανόητης, για τον ίδιο και αρκετούς ακόμα, όχι και τόσο) δολοφονίας της Ελένης Τοπαλούδη, μάς σήκωσε το μεσαίο δάχτυλο όταν έμπαινε στο δικαστήριο.

Είναι θυμωμένος που η κοινωνία θέλει να τον τιμωρήσει για το ίδιο πράγμα που επί χρόνια του «δείχνει» με τον τρόπο της ότι είναι σχεδόν ΟΚ να κάνει. «Θα σας δείξω εγώ», μας είπε, «όπως έδειξα και σ' αυτήν».

Τα χάνεις λίγο, όταν γίνεται κάτι τέτοιο, αναρωτιέσαι σε ποιον κόσμο ζεις. 

Σ' αυτόν εδώ. Που από τη μια κάνει βήματα και από την άλλη γυρίζει όπισθεν με φόρα.

Δεν αρκούν οι νόμοι και οι κανόνες για να εξαλειφθεί το κακό. Βοηθάνε, είναι απαραίτητοι, αλλά δεν αρκούν. Το κακό δεν είναι συμπτωματικό, είναι συνέπεια γενικής κουλτούρας και αντίληψης, διάχυτης στην ελληνική κοινωνία, η οποία φυσικά δεν είναι μόνο αυτή που εμείς βλέπουμε γύρω μας. Αυτό πρέπει να πολεμήσουμε. Με ριζικά διαφορετική παιδεία, είτε στα σπίτια μας, είτε στα σχολεία, είτε στο δημόσιο λόγο, μια παιδεία προσανατολισμένη στο σεβασμό της ζωής, στο σεβασμό του εαυτού, στην κατανόηση ότι ο άντρας δεν ορίζεται ούτε από τη δυνατότητα να κάνει το κέφι του, ούτε από μια στρεβλή αντίληψη του τι εστί «τιμή και υπόληψη». Δύσκολο, αλλά μονόδρομος.

Για να σταματήσουμε να σκοτώνουμε τις γυναίκες.

Διαβάστε επίσης