Αγάπα το ή παράτα το

Ένα εφηβικό μυθιστόρημα «feel good»

Για την αντιμετώπιση της περιρρέουσας καταθλιπτικής ατμόσφαιρας και επικαιρότητας, ένα βιβλίο «feel good» σου ανεβάζει το ηθικό και σου αλλάζει τη διάθεση. Μεταξύ ψυχαγωγικής και κλασικής λογοτεχνίας, η νέα αυτή τάση είναι ιδιαίτερα αισθητή στους εκδοτικούς οίκους του εξωτερικού, όπου τα βιβλία αυτής της κατηγορίας έχουν αναδειχθεί σε μπεστ σέλερ. Αν και ο Αντρέ Ζιντ έλεγε ότι «Η καλή λογοτεχνία δεν φτιάχνεται με ωραία συναισθήματα», εντούτοις, η λογοτεχνία «feel good» πουλάει. Φαίνεται ότι η ευτυχία είναι προϊόν προς πώληση.

 

books

Εάν επιμείνουμε στον όρο «feel good» τον οποίο εισήγαγαν οι Αμερικανοί για να χαρακτηρίσουν συγκεκριμένες ταινίες, τα βιβλία «feel good» είναι βιβλία που σε κάνουν να αισθάνεσαι καλά. Η ανάγνωση έργων-μπεστ σέλερ των γάλλων συγγραφέων Άννα Γκαβαλντά, Ζιλ Λεγκαρντινιέ, Μπαρμπαρά Κονσταντίν, και άλλων, εντοπίζει χαρακτηριστικά γνωρίσματα :

▪ Είναι μυθιστορήματα με ζωντανή γλώσσα και χιουμοριστικό ύφος

▪ Είναι ιστορίες με αίσιο τέλος

▪ Σαρκάζουν μικρές και μεγάλες καθημερινές καταστάσεις - οικογενειακά προβλήματα, εφηβεία, έρωτα, θλίψη, κατάθλιψη, ευτυχία, δυστυχία – και μας βοηθούν να σχετικοποιήσουμε την πραγματικότητα

▪ Δημιουργούν θετική διάθεση και προτρέπουν σε απόδραση από τη θλιβερή καθημερινότητα.

Όταν όλα τα παραπάνω αναφέρονται σε εφήβους, προκύπτει ένα άκρως ενδιαφέρον, επίκαιρο και γλαφυρό ανάγνωσμα για μικρούς και μεγάλους. Πρόκειται για το εφηβικό μυθιστόρημα της Ιφιγένειας Τέκου Αγάπα το ή παράτα το, το οποίο αναδεικνύει την ευαισθησία και ικανότητα της συγγραφέως να θίγει ευαίσθητα θέματα και να περιγράφει κοινωνικά προβλήματα, - βία, διαζύγιο, εφηβικό ερωτικό συναίσθημα, προβληματισμούς των εφήβων για την εκπαίδευση, τη φιλία, τη ζωή και την οικογένεια - με τόλμη, ζωντάνια, αυθεντικούς εφηβικούς διαλόγους και νεανική γλώσσα.

Οι ήρωές της γεμάτοι όνειρα, περιέργεια, ανησυχίες, παρόρμηση και δράση κυριαρχούν σε οποιοδήποτε περιβάλλον, είτε αυτό είναι οικογενειακό, φιλικό, σχολικό είτε ευρύτερα κοινωνικό. Σχεδόν ολόκληρη η ιστορία διαδραματίζεται στη Σύμη και οι ήρωες είναι τρία δεκαπεντάχρονα παιδιά : ο βασικός ήρωας, ο Ιάσωνας, μαθητής Α λυκείου, μεγαλωμένος στην Αθήνα, αναγκάζεται, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης να ακολουθήσει τους γονείς του στη μακρινή Σύμη. Εκεί συναντά την διαδικτυακή του φίλη, την ιδιαίτερα ευαίσθητη Γιάννα, μοναχοπαίδι χωρισμένων γονιών, ανασφαλή έφηβη, η οποία παίζει κιθάρα, λατρεύει τον τόπο της και επιθυμεί να βιώσει τη συγκίνηση του ερωτικού ξυπνήματος μ’ έναν τρόπο απλό, καθημερινό αλλά κυρίως ποιητικό. « Κολλητή » της Γιάννας, η Γιούλη, όμορφη και άριστη μαθήτρια, η οποία ήθελε να γίνει μεγάλη ηθοποιός και είχε φτιάξει το καλύτερο στοχο-διάγραμμα, από το οποίο δεν παρέκκλινε ποτέ, ώσπου η καρδιά της χτύπησε δυνατά για πρώτη φορά, μα για λάθος άνθρωπο, τον Γιακουμή. Μέσα από την εκβιαστική ετούτη σχέση - ο εκφοβισμός που θα υποστεί από τον μεγαλύτερο σε ηλικία Γιακουμή θα την κάνει να χάσει τον ίδιο της τον εαυτό - η φιλία τους όχι μόνο δοκιμάζεται αλλά αντιλαμβάνονται τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου, ευτυχίας και δυστυχίας. Είναι συγκινητικοί οι «εσωτερικοί διάλογοι» ανάμεσα στην Γιούλη που βρίσκεται «αναίσθητη» στο νοσοκομείο και στους αγαπημένους της συγγενείς και φίλους που την επισκέπτονται:

Ποιος κλαίει πάλι; Ποιος άλλος; Η μητέρα μου... Ξέρεις όταν ήμουν μικρή, πίστευα ότι ήσουν μια όμορφη νεραΐδα με μαγικές δυνάμεις, που άλλο δεν ήθελε από το να με προστατεύει. Σκαρφάλωνα στην αγκαλιά σου και βυθιζόμουν στα μαύρα, πυρωμένα σαν το κάρβουνο μάτια σου κι έσμιγε η μυρωδιά του μοσχοσάπουνου που ανέδιδες με το φεγγαρίσιο τραγούδι σου. Σ΄ έβλεπα να προχωράς με τα ντελικάτα αλαφροσάλευτα βήματά σου, κι η καρδιά σου με αναπετάριζε με όνειρα και στοργή... (σελ. 114).

Εν ολίγοις, και οι τρεις μικροί ήρωες μαθαίνουν το τίμημα που κρύβει η διεκδίκηση της ευτυχίας, όταν δε δέχεσαι να συμβιβαστείς με τίποτα λιγότερο.

Η Ιφιγένεια Τέκου τοποθετεί τους νέους σε οικογένειες που η καθεμία τους αντιμετωπίζει διαφορετικά προβλήματα. Το διαζύγιο των γονέων της Γιάννας την θέτει αντιμέτωπη με υπαρξιακά ερωτήματα και επιταχύνει την ψυχική της ωρίμανση :

Μου λείπουν οι γονείς μου, παρόλο που κοντεύω τα δεκαπέντε. Θέλω να τους βλέπω αγαπημένους όπως παλιά, να γινόμαστε όλοι μια μεγάλη οικογένεια και να νιώθω ασφαλής...Με αγαπάνε και οι δύο, το ξέρω καλά, όμως πρέπει να βάλουν τα δικά τους θέλω στην άκρη και να ασχοληθούν με τα δικά μου. Και είναι πολλά και αντικρουόμενα τα δικά μου θέλω αυτή την περίοδο. Τις περισσότερες δεν ξέρω ούτε εγώ η ίδια τι ζητάω (σελ 29, 30).

Ο Ιάσονας βιώνει την οικονομική κρίση μέσα από την αδυναμία εύρεσης εργασίας του πατέρα του και της ανάγκης να μετεγκατασταθούν στη Σύμη για ένα χρόνο. Η απομάκρυνση από τους φίλους του και οι δυσκολίες για την απόκτηση νέων προκαλούν σημαντικό των δικών του προβληματισμών. Και στους δύο, κυριαρχούν τα σκιρτήματα του πρώτου εφηβικού έρωτα με τις αγωνίες και τα έντονα συναισθήματα που γεννά, στα δύο φύλα.

Όσο για τον Γιακουμή, κουβαλάει και αυτός τη δική του τραγική οικογενειακή ιστορία. Ο πατέρας του, πριν από μερικά χρόνια, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και των χρεών που δεν μπορούσε να αποπληρώσει, αυτοκτόνησε:

Πόνος. Μεγάλος πόνος που σε μουδιάζει, κι ενώ προσπαθείς να διαχειριστείς την απώλεια, ταυτόχρονα πρέπει να σκεφθείς την επιβίωσή σου τώρα που οι συνθήκες άλλαξαν... Η ζωή μου διαχωρίστηκε απότομα από αυτή των φίλων και γέμισα μ΄ ένα θυμό που δεν είχε συγκεκριμένη κατεύθυνση, μα σκορπιζόταν παντού (σελ. 161).

Το σχολικό τους περιβάλλον διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διαπαιδαγώγησή τους λόγω της παρουσίας της λαμπρής καθηγήτριας, Κάθι, χαρισματικής μαθηματικού, που πίστευε πως όλα είναι αγάπη ακόμη και τα μαθηματικά. Μότο της;

Αγάπα το ή παράτα το... Να δίνεις όλο σου το είναι στα πρόσωπα και τα πράγματα που αγαπάς. Να μη λυπάσαι τον κόπο και την προσπάθεια. Κι αν, παρ’ όλα αυτά, δε σου βγαίνει, παράτα τα δίχως τύψεις και δεύτερες σκέψεις και προχώρα σε άλλα (σελ. 194-195).

Η συγγραφέας επιλέγει εύστοχα τους χαρακτήρες της. Νιώθοντας έφηβη, υποδύεται, σε πρώτο ενικό πρόσωπο, επιτυχημένα καθένα από τους ήρωές της, με το δικό του λεξιλόγιο, συναισθηματικό μικρόκοσμο, τις προσωπικές του αγωνίες, λάθη, τύψεις και χαρές. Όλα τα παραπάνω θα ήταν άνευ σημασίας, εάν η συγγραφέας δεν αφουγκραζόταν τους εφήβους, γεγονός που τη βοήθησε να δημιουργήσει ένα ευχάριστο, αναζωογονητικό κείμενο, με ροή, αμεσότητα, ρυθμό, αυθορμητισμό και ανατρεπτικότητα.

Καλώς ήλθατε στην κοινωνιόλεκτο των νέων ! Ξένες λέξεις, εκφράσεις συμφωνίας, άρνησης και επιδοκιμασίας, συντετμημένες (τέσπα, γμτ) ή παραλλαγμένες λέξεις, σλόγκαν/ατάκες, δάνειες λέξεις από τη γλώσσα των υπολογιστών παρεισφρέουν σε όλο το έργο με αδιατάρακτη αφηγηματική άνεση! Η κινούμενη στα όρια της αντιγλώσσας, γλώσσα των νέων, που υιοθετεί η συγγραφέας είναι βέβαιο ότι θα ευχαριστήσει τους νεαρούς αναγνώστες και θα εκπλήξει θετικά τους μεγαλύτερους.

Το Αγάπα το ή παράτα το είναι αδιαμφισβήτητα ένα « ανοικτό » μυθιστόρημα, όχι στενά περιγραφικό, διδακτικό ή ηθοπλαστικό. Η διδακτική πρόθεση πραγματώνεται ως αποτέλεσμα βιωμένων καταστάσεων και διαπροσωπικών σχέσεων των ηρώων.

Αυτό το εφηβικό, τρυφερό μυθιστόρημα της Ιφιγένειας Τέκου έχει γραφεί με αγάπη προς τους εφήβους.

Διαβάστε επίσης