ΑΠΟΨΕΙΣ

Το χρέος στις επόμενες γενιές

Το χρέος στις επόμενες γενιές
Κέρματα του ενός ευρώ Pixabay

Τον τελευταίο καιρό και εν μέσω της προεκλογικής περιόδου, επανήλθε η συζήτηση για τα δημοσιονομικά ζητήματα της χώρας μας.

Η πρόσφατη ανοιχτή επιστολή του πρώην υπουργού Οικονομικών Αλέκου Παπαδόπουλου και τα δημοσιεύματα που ακολούθησαν τάραξαν τα νερά της προεκλογικής μακαριότητας όσον αφορά στο χρέος.

Μέχρι τότε, είχε δημιουργηθεί η εντύπωση πως όλα βαίνουν καλώς, καθώς το δημόσιο χρέος το 2022 είχε μειωθεί στο 171% (ως ποσοστό επί του ΑΕΠ). Μία πράγματι εντυπωσιακή μείωση σε σχέση με το 2021, όταν και κυμαίνονταν περίπου στο 194%.

Εύλογα βέβαια δημιουργούνταν η απορία πώς μπορεί να μειώθηκε το δημόσιο χρέος κατά 23 ποσοστιαίες μονάδες ως προς το ΑΕΠ στη διάρκεια μιας μόνο χρονιάς. Ειδικά σε μία χρονιά ενεργειακής κρίσης, που η Κυβέρνηση μοίρασε απλόχερα ό,τι είδους επιδόματα μπορεί να φανταστεί κανείς (οριζόντιες επιδοτήσεις στο ρεύμα, fuel pass, market pass κλπ).

Μπόρεσαν όντως η μεγάλη ανάπτυξη και ο υψηλός πληθωρισμός του 2022 να τα αντισταθμίσουν, όσον αφορά στην επίδραση τους στο χρέος;

Με βάση λοιπόν τα στοιχεία, η απάντηση είναι αρνητική. Το δημόσιο χρέος (το σύνολο των χρεών όλων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης προς τρίτους) ήταν στο τέλος του 2022 στα 356,3 δισ. ευρώ. Όμως το κρατικό χρέος (το σύνολο των χρεών του Κράτους προς όλους τους δανειστές του, εντός και εκτός Γενικής Κυβέρνησης) ήταν στα 400,3 δισ. ευρώ.

Η προκύπτουσα διαφορά είναι 44 δισ. ευρώ. Η κυβέρνηση δηλαδή, αντί να δανειστεί 44 δισ. ευρώ επιπλέον από τις αγορές, προτίμησε να τα δανειστεί από Ταμεία και άλλους δημόσιους φορείς. Με αυτόν τον τρόπο το Υπουργείο Οικονομικών απέφυγε να αυξήσει το δημόσιο χρέος κατά περίπου 20 ποσοστιαίες μονάδες. Ακόμα και εάν θεωρήσουμε ότι αυτή η πρακτική με τον δανεισμό του κράτους από τους δημόσιους φορείς θα υπάρχει σε έναν βαθμό (όπως γίνεται την τελευταία δεκαετία), το ποσό δανεισμού των 44 δισ. ευρώ είναι πολύ μεγάλο. Είναι 19 δισ. ευρώ παραπάνω από τον εσωτερικό δανεισμό του 2019 (βρίσκονταν τότε στα επίπεδα των 25 δισ. ευρώ). 19 δισ. ευρώ είναι περίπου όλες οι επιδοτήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της χώρας και ισοδυναμούν με 9,5 ποσοστιαίες μονάδες επί του ΑΕΠ.

Αυτό όμως δεν είναι το πιο ανησυχητικό δεδομένο από αυτά που αναδείχτηκαν με την επιστολή του Α. Παπαδόπουλου. Το πιο ανησυχητικό είναι πως το Υπουργείο Οικονομικών έχει πάρει ως δανεικά και τα λεφτά από το Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης (ΤΕΚΑ). Αυτό το Ταμείο είναι ένας νέος θεσμός που η ίδια η κυβέρνηση δημιούργησε, με σκοπό οι νέοι εργαζόμενοι να αποταμιεύουν μέρος του μισθού τους και το ΤΕΚΑ να το διαχειρίζεται, με πλήρη διαφάνεια και υπευθυνότητα, ώστε να τους διασφαλίζει μια καλή επικουρική σύνταξη.

Τέτοιες κινήσεις λοιπόν υποσκάπτουν την αξιοπιστία του νέου αυτού θεσμού στη συνείδηση των νέων εργαζόμενων. Είναι επίσης σαφές πως δεν αρκεί μόνο η νομοθέτηση για τη διασφάλιση των μελλοντικών συντάξεων. Είναι απαραίτητη η στιβαρή, θεσμική λειτουργία της κυβέρνησης και των δημόσιων υπηρεσιών, που θα εξασφαλίζει ακριβώς την υλοποίηση των πολιτικών και νομοθετημένων στόχων.

Εξίσου ανησυχητικό όμως είναι πως η δημόσια συζήτηση δεν συμπεριλαμβάνει σε ικανοποιητικό βαθμό συγκεκριμένες προτάσεις που θα μειώσουν το χρέος με τρόπο παραγωγικό και διατηρήσιμο. Αν μελετήσει κανείς το σημερινό έλλειμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, θα παρατηρήσει πως έχει επιβαρυνθεί σε μεγάλο βαθμό από τις πολύ ακριβές εισαγωγές ορυκτών καυσίμων (πάνω από το 77% του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών).

Αν και η κορύφωση της ενεργειακής κρίσης ήταν πράγματι το 2022, το πετρέλαιο συνεχίζει να βρίσκεται πάνω από τα 70 δολάρια το βαρέλι και το φυσικό αέριο πάνω από τα 30 ευρώ η μεγαβατώρα. Εάν αυτό είναι ένα νέο επίπεδο κανονικότητας στις διεθνείς ενεργειακές αγορές, τότε πρόκειται σίγουρα για μια νέα, πιο ακριβή κανονικότητα. Και ο μόνος τρόπος για να γλυτώσουν οι καταναλωτές στην Ελλάδα από αυτά τα υψηλά κόστη των ορυκτών καυσίμων είναι να επιταχυνθεί η ενεργειακή μετάβαση.

Είναι φανερό πως η αναπτυξιακή και η οικονομική πολιτική της χώρας είναι στενά συνδεδεμένη με την ενεργειακή.

Μέχρι να προχωρήσει η μετάβαση, με δίκαιο τρόπο, η οικονομία θα συνεχίσει να παράγει ενεργειακά ελλείμματα, επιβαρύνοντας το χρέος και ενισχύοντας τους κινδύνους που εγκυμονεί η απόλυτη διόγκωσή του.

*Ο Χάρης Δούκας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής του ΕΜΠ