ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανάδειξη του τραγικού με ειρωνεία, σαρκασμό και διαβρωτικό χιούμορ

Ανάδειξη του τραγικού με ειρωνεία, σαρκασμό και διαβρωτικό χιούμορ

Καταθέτοντας τις εντυπώσεις μου από την ανάγνωση των διηγημάτων του πρώτου βιβλίου του Παναγιώτη Ρίζου, που εκδόθηκε το 2014 με τον παράξενο τίτλο Τηγανητές γοργόνες, αναφερόμουν με έμφαση στην κάθε άλλο παρά συνηθισμένη, κάποτε εντυπωσιακή ικανότητά του να προσδίδει την υφή και τις διαστάσεις του φυσικού στο ονειρικό και στο μυστηριώδες και, αντιστρόφως, να προσδίδει περίεργες και εξωπραγματικές ιδιότητες σε πραγματικά, καθημερινά ή κι εντελώς ασυνήθιστα γεγονότα, μεγάλου ή μικρού κοινωνικού ή ιστορικού εκτοπίσματος. 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΡΙΖΟΣ, Ικετηρία, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2016

Αναφερόμουν ακόμη στην εντυπωσιακά αναπτυγμένη αίσθηση του παράδοξου που τον χαρακτήριζε και τον καθοδηγούσε στις αφηγηματικές του εξορμήσεις, με συνέπεια να διασαλεύονται μονίμως τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, την ιστορία, τον μύθο και τον θρύλο.

Βεβαίως εκεί τα πράγματα ήταν διαφορετικά, τα ποικίλα θέματα των ιστοριών του του επέτρεπαν την ανάπτυξη και την πλήρη εκμετάλλευση της έμφυτης ικανότητάς του να ανατρέπει με ειρωνεία, σαρκασμό καί διαβρωτικό χιούμορ γεγονότα και καταστάσεις, συχνά φέρνοντας σε αμηχανία τον αναγνώστη του και ακόμα συχνότερα γοητεύοντάς τον. Στην προκειμένη περίπτωση, στις ιστορίες της Ικετηρίας, θα περίμενε κανείς τα πράγματα να είναι κάπως διαφορετικά, αφενός γιατί το θεματικό υπέδαφος όλων είναι κοινό και σχετίζεται, άμεσα ή έμμεσα, με το δράμα εκατοντάδων χιλιάδων ξεριζωμένων από τον τόπο τους ανθρώπων και αφετέρου γιατί η τραγικότητα των γεγονότων και το ιστορικό, κοινωνικό και συναισθηματικό τους εκτόπισμα δεν επιτρέπουν πολλές παρεκκλίσεις, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια εκμετάλλευσης και ανάπτυξης της ομολογουμένως εντυπωσιακής ικανότητας του Παναγιώτη Ρίζου να ανατρέπει, ενίοτε και να διαστρέφει την πραγματικότητα, διασαλεύοντας τα διαχωριστικά ανάμεσα στό πραγματικό, το φανταστικό και το φαντασιακό όρια και καταργώντας τις αντικειμενικές διαστάσεις του χρόνου.

Και όμως, και στα διηγήματα της Ικετηρίας η δραματικότητα και η τραγικότητα των γνωστών σε όλους μας συμβάντων των τελευταίων μηνών, των εφιαλτικών, παρά τον τηλεοπτικό εκφυλισμό τους, εικόνων μιας πραγματικότητας που ξεπερνάει κατά πολύ τα όρια της πιο διεστραμμένης και της πιο απάνθρωπης φαντασίας, διεμβολίζονται από την παραμορφωτική και διαβρωτική των πάντων ματιά του αφηγητή. Κάθε διήγημα αποτελεί το ιδιαίτερο σκηνικό πλαίσιο στις διαστάσεις του οποίου συμβαίνουν γεγονότα και διαδραματίζονται καταστάσεις η εξιστόρηση των οποίων άλλοτε είναι ρεαλιστική και άλλοτε αγγίζει τα όρια της πιο ακραίας φαντασίας ή φαντασίωσης, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που ρεαλιστικό και φανταστικό συνυπάρχουν και συλλειτουργούν, δημιουργώντας ένα ιδιαιτέρως ενδιαφέρον μεικτό αλλά νόμιμο αφηγηματικό είδος. Και είναι σ' αυτήν κυρίως, την τελευταία περίπτωση, όπου ο πεζογράφος βρίσκει την ευκαιρία να αναπτύσσει στο έπακρο τη μυθοπλαστική του ικανότητα και να εκφράζει, με περισσότερη ή λιγότερη αυτοσυγκράτηση, την απέχθεια, τον αποτροπιασμό αλλά και τον προβληματισμό του για όλα όσα οι τοπικές και οι διεθνείς συγκυρίες επιφυλάσσουν σε εκατομμύρια αθώους.

Είτε με πρωτοπρόσωπη, είτε με δευτεροπρόσωπη είτε με τριτοπρόσωπη αφήγηση έχουμε να κάνουμε, είτε μιλάει το θύμα είτε ο θύτης, ο επαγγελματίας ή ο συγκυριακός εκμετελλευτής, το στοιχείο, η αίσθηση μάλλον που κυριαρχεί είναι η αίσθηση του παντού και πάντοτε υφέρποντος και καιροφυλακτούντος κακού και, πάνω απ' όλα, η ανά πάσα στιγμή ενεργή πιθανότητα να αφυπνιστεί το κτήνος της κερδοσκοπίας που όλοι κρύβουμε μέσα μας, γιατί ο άνθρωπος μπορεί να είναι “μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο διψασμένο”, όπως λέει ο Σεφέρης, αλλά είναι και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα, “στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους”. Οι εκάστοτε δύσκολες στιγμές, οι σκληρές ιστορικές ή κοινωνικές συγκυρίες συνθέτουν τη λυδία λίθο επάνω στην οποία ακονίζεται και δοκιμάζεται η ανθρωπιά του καθενός. Κι αυτό είναι κάτι που το γνωρίζει πολύ καλά ο Παναγιώτης Ρίζος και το εκμεταλλεύεται στο έπακρο, συνθέτοντας ένα παζλ, καθένα από τα κομμάτια του οποίου αποτελεί την απεικόνιση μιας πτυχής ενός ενιαίου δράματος.

Αν η ρεαλιστική προσέγγιση του δράματος των προσφύγων πραγματοποιείται,στα περισσότερα διηγήματα του βιβλίου, με τρόπο υπαγορευόμενο από τους ισχύοντες κανόνες του ρεαλισμού και της παρεπόμενης νεοελληνικής ηθογραφίας, η αδιαμφισβήτητη ευρηματικότητα και η μονίμως ανατρεπτική, παραμορφωτική της πραγματικότητας διάθεση και ματιά του Παναγιώτη Ρίζου και, κυρίως, η ικανότητά του να υπερβαίνει με χαρακτηριστική άνεση τα όρια του φυσικού, προεκτείνοντάς τα αβίαστα στον χώρο του φανταστικού και κάποτε του εφιαλτικού ονείρου, επιβεβαιώνονται στα διηγήματα “Turkish roulette”, “Ικετιρίγια”, “Η γοργόνα Σένγκεν”, “Μουσείο”, “Ταρίκ”, “Γιωργής” και “Ουβερτούρα για ένα φινάλε”. Και στα εφτά αυτά διηγήματα ο συγγραφέας βρίσκει -αν και το σωστότερο θα ήταν να έλεγα διαμορφώνει ο ίδιος με μαεστρία -το πλαίσιο ή τον ζωτικό χώρο στις διαστάσεις του οποίου αφήνει να δράσει η πανίσχυρη και από ετερόκλητα υλικά ζυμωμένη και καλλιεργημένη φαντασία του η οποία, ωστόσο, δεν μοιάζει να είναι αχαλίνωτη. Απεναντίας, φαίνεται υποταγμένη ή, εν πάση περιπτώσει, με σεβασμό διακείμενη στο πραγματικό συμβάν που την υποκίνησε και την ενεργοποίησε, στη δραματικότητα των περιστάσεων που την έθεσαν σε λειτουργία. Θα τολμούσα να πω, όσο κι αν κάτι τέτοιο ακούγεται παράδοξο, ότι πρόκειται για μία φαντασία οικειοθελώς υπαγμένη στην υπηρεσία, στις αξιώσεις της αφήγησης, αναπτυγμένη όσο χρειάζεται για να καταδειχθεί, με τον σαρκασμό και την ειρωνεία που χαρακτηρίζουν τον συγγραφέα, η προφανής και η υφέρπουσα κτηνωδία των γεγονότων και των καταστάσεων.

Θα περιοριστώ στην αναφορά ενός διηγήματος που έχει τον τίτλο “Μουσείο”. Πρόκειται για ένα Μουσείο Προσφύγων: τα εκθέματά του είναι “πτώματα σε όρθια, κατακόρυφη, κεκλιμένη ή ανάποδη στάση, με τα πόδια ανοιχτά, τα χέρια ελεύθερα να πλέουν, τα μαλλιά να κυματίζουν, με πρόσωπα και σώματα σε όλη την κλίμακα αποσύνθεσης” και, όπως μας λέει ο ήρωας-ξεναγός του, η ιδέα της οργάνωσης του μακάβριου αυτού μουσείου απέβη εντέλει ιδιαιτέρως κερδοφόρα για το νησί με την υπέρογκη ανάπτυξη του τουρισμού και όλων των παρεπόμενων. Συναφές με το “Μουσείο” είναι και ένα ακόμη διήγημα όπου ο “Ταρίκ”, πρώην υπάλληλος σούπερ μάρκετ από τη Συρία και τώρα έκθεμα του βυθού εξάπτει τη φαντασία των υποβρύχιων επισκεπτών του που τον φωτογραφίζουν. Ο σαρκασμός και η ειρωνεία αγγίζουν τα όρια της παράκρουσης όταν μαθαίνουμε από τη μεταθανάτια αφήγησή του ότι καταβάλλεται στον πατέρα του ειδική σύνταξη για τη δουλειά που κάνει ως έκθεμα. Και, βέβαια, δεν μπορώ να μη μνημονεύσω, έστω ακροθιγώς, το υπέροχο τελευταίο διήγημα του βιβλίου, που έχει τον τίτλο “Ουβερτούρα για ένα φινάλε”, όπου το κιτς θριαμβεύει στην ομολογουμένως εκτυφλωτικά πανηγυρική εκδοχή του πένθους και της εμπορευματοποίησης των πάντων αναθρώπινης κτηνωδίας.

Ο Παναγιώτης Ρίζος λειτουργεί σαν ένας άγρυπνος και ιδιαιτέρως ευαίσθητος, συνθετικός, χρονικογράφος. Συνδυάζει με τρόπο εντυπωσιακό την υποκειμενική και την αντικειμενική, την επαρκή και την ανεπαρκή, την υπεύθυνη και την ανεύθυνη, γύρω από τα γεγονότα και τις καταστάσεις που αποτελούν τον συνεκτικό θεματικό ιστό των ιστοριών του, έντυπη και ηλεκτρονική ειδησεογραφία με τη μονίμως σε εγρήγορση φαντασία του. Το φανταστικό στοιχείο εξάλλου, σε συνδυασμό με το αβυσσαλέο χιούμορ και την ιδιοτύπως ανατρεπτική, παραδοξολογική στάση του απέναντι στην πραγματικότητα που τον περιβάλλει και την προφανή ή τεκμαιρόμενη πρόθεσή του να κρατήσει σταθερές αποστάσεις ασφαλείας απ' αυτήν, ώστε να μην εμπλέκεται συναισθηματικά, του επιτρέπει να είναι όσο θέλει κριτικός, ειρωνικός, σαρκαστικός και εντέλει κατεδαφιστικός. Συχνά, ωστόσο, αισθάνεται κανείς την ειρωνεία, τον σαρκασμό και την ενδιάθετη ανατρεπτική και παράδοξη στάση του να διαβρώνονται και να αμβλύνονται από την οδύνη που του προκαλούν τα συμβάντα και οι συνακόλουθες καταστάσεις.

ΜΗΝ ΤΑ ΧΑΣΕΤΕ





ΔΗΜΟΦΙΛΗ