ΑΠΟΨΕΙΣ

Ιχθυοκαλλιέργεια: Η επιστημονικά τεκμηριωμένη «μεγάλη στροφή» προς βιώσιμη πρωτεΐνη από τη θάλασσα

Ιχθυοκαλλιέργεια: Η επιστημονικά τεκμηριωμένη «μεγάλη στροφή» προς βιώσιμη πρωτεΐνη από τη θάλασσα
ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η παγκόσμια συζήτηση για το μέλλον της διατροφής έχει πλέον μετακινηθεί από το «αν» στο «πώς»: πώς θα αυξηθεί η προσφορά θρεπτικής πρωτεΐνης υψηλής ποιότητας σε έναν πλανήτη με πεπερασμένους πόρους, χωρίς να ενταθεί η πίεση στα οικοσυστήματα.

Η θάλασσα βρίσκεται στο κέντρο αυτής της εξίσωσης, όχι μόνο επειδή παρέχει ένα από τα πιο υγιεινά διατροφικά πρότυπα (πρωτεΐνη υψηλής βιολογικής αξίας, ω-3 λιπαρά, ιχνοστοιχεία), αλλά και επειδή τα άγρια ιχθυαποθέματα δεν μπορούν να αυξήσουν απεριόριστα την παραγωγή τους.

Η πιο πρόσφατη, ευρείας κλίμακας αξιολόγηση της FAO για τα θαλάσσια αποθέματα καταγράφει ότι ένα σημαντικό μέρος των αποθεμάτων παραμένει υπεραλιευόμενο, ενώ η βελτίωση της βιωσιμότητας συνδέεται ισχυρά με την αποτελεσματική διαχείριση μια υπενθύμιση ότι η αλιεία μπορεί να γίνει καλύτερη, αλλά δεν «αρκεί» ως μοναδικός πυλώνας για να καλύψει τη ζήτηση του μέλλοντος.

Την ίδια στιγμή, η ίδια η επιστήμη συνεχίζει να συζητά το πώς μετράμε τη βιωσιμότητα των αποθεμάτων και πού μπορεί να υπάρχουν συστηματικές μεροληψίες στις εκτιμήσεις, κάτι που ενισχύει την ανάγκη για πολυ-πυλωνικές λύσεις αντί για μονοδιάστατες απαντήσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, η υδατοκαλλιέργεια και ειδικά η ιχθυοκαλλιέργεια έχει μετατραπεί σε δομικό στοιχείο του παγκόσμιου συστήματος τροφίμων. Σύμφωνα με το The State of World Fisheries and Aquaculture 2024 της FAO, το 2022 ήταν η πρώτη χρονιά στην ιστορία όπου η παραγωγή υδρόβιων ζώων από υδατοκαλλιέργεια ξεπέρασε την παραγωγή από την αλιεία (σε όρους aquatic animal production), σηματοδοτώντας μια ιστορική μετάβαση: η «αύξηση» της θαλάσσιας πρωτεΐνης, από εδώ και πέρα, προέρχεται κατά κύριο λόγο από εκτρεφόμενα συστήματα και όχι από επιπλέον πίεση στη φύση. Αυτή η μετατόπιση δεν είναι απλώς οικονομικό γεγονός είναι οικολογική αναγκαιότητα και, ταυτόχρονα, τεχνολογική ευκαιρία: όταν η παραγωγή γίνεται σε ελεγχόμενα συστήματα, μπορεί να μετρηθεί, να βελτιστοποιηθεί, να ρυθμιστεί και να λογοδοτήσει.

Ο πυρήνας της επιστημονικής υπεροχής των ψαριών ως εκτρεφόμενης πρωτεΐνης ξεκινά από τη βιολογία τους. Τα ψάρια είναι ψυχρόαιμοι οργανισμοί και ζουν σε περιβάλλον που υποστηρίζει τη μάζα τους, μειώνοντας ενεργειακά κόστη που στα χερσαία ζώα είναι αναπόφευκτα (θερμορρύθμιση, υψηλότερο κόστος κίνησης). Αυτό έχει άμεσο παραγωγικό αποτύπωμα: οι πιο αποδοτικοί μεταβολικοί μηχανισμοί και η καλύτερη «μετατρεψιμότητα» τροφής σε βιομάζα επιτρέπουν υψηλή παραγωγή πρωτεΐνης με συγκριτικά μικρότερη κατανάλωση πόρων. Η μεγάλη ανασκόπηση του Nature για την παγκόσμια υδατοκαλλιέργεια σε βάθος 20ετίας περιγράφει ακριβώς αυτή τη μετάβαση από έναν αναπτυσσόμενο κλάδο σε ένα ώριμο σύστημα τροφίμων που στηρίζεται σε γενετική βελτίωση, έλεγχο ασθενειών, ψηφιοποίηση της εκτροφής και βελτιστοποίηση της σίτισης δηλαδή σε εργαλεία επιστήμης και μηχανικής, όχι σε «επέκταση» εκμετάλλευσης της φύσης.

Το κλιματικό αποτύπωμα είναι το σημείο όπου η συζήτηση συχνά γίνεται θορυβώδης και όπου τα δεδομένα βοηθούν να μπει τάξη. Οι εκπομπές της υδατοκαλλιέργειας δεν είναι μηδενικές, όμως είναι σε μεγάλο βαθμό «μετακινήσιμες» μέσω βελτίωσης ζωοτροφών και ενέργειας.

Η μελέτη του MacLeod και συνεργατών στο Scientific Reports (Nature Portfolio) ποσοτικοποίησε τις παγκόσμιες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από την υδατοκαλλιέργεια (εξαιρώντας υδρόβια φυτά) και εκτίμησε ότι αντιστοιχούν περίπου στο 0,49% των ανθρωπογενών εκπομπών το 2017 μια τάξη μεγέθους που, πέρα από το νούμερο, δείχνει κάτι ουσιαστικό: το μεγαλύτερο μέρος των εκπομπών προκύπτει από την αλυσίδα ζωοτροφών και την ενέργεια, άρα υπάρχει σαφές πεδίο τεχνολογικής και πολιτικής μείωσης. Η FAO, σε τεχνική έκθεση ειδικά για την ποσοτικοποίηση και τον μετριασμό εκπομπών στην υδατοκαλλιέργεια, καταγράφει αντίστοιχα ότι οι παρεμβάσεις υψηλής απόδοσης συγκεντρώνονται στη βελτίωση των συνταγών ζωοτροφών, στη διαχείριση της σίτισης και στην ενεργειακή αποδοτικότητα των μονάδων.

Αν υπάρχει μία «κεντρική μεταβλητή» που καθορίζει τη βιωσιμότητα της ιχθυοκαλλιέργειας, αυτή είναι οι ζωοτροφές και ειδικά το πώς εξασφαλίζονται τα ω-3 (EPA/DHA) χωρίς να μεταφέρεται η πίεση στα άγρια αποθέματα. Η κλασική κριτική «τα ψάρια τρώνε ψάρια» περιγράφει μια παλαιότερη πραγματικότητα, αλλά αγνοεί δύο δεκαετίες έντονης επιστημονικής και βιομηχανικής αλλαγής: μείωση της χρήσης ιχθυάλευρων/ιχθυελαίων όπου είναι τεχνικά δυνατό, στροφή σε εναλλακτικές πηγές πρωτεΐνης και το πιο στρατηγικό ανάπτυξη νέων πηγών ω-3 μέσω μικροαλγών. Η συζήτηση στο Nature Communications για την ικανότητα της υπεράκτιας ιχθυοκαλλιέργειας να θρέψει τον κόσμο υπογραμμίζει ότι αλγικές λύσεις για ω-3 αναπτύσσονται και ήδη εισέρχονται στην αγορά, αλλά η κλιμάκωσή τους είναι το κρίσιμο βήμα ώστε να γίνουν καθολικά διαθέσιμες και οικονομικά ανταγωνιστικές.

Από την πλευρά των πειραματικών δεδομένων, μελέτες όπως εκείνη του Sarker και συνεργατών στο Scientific Reports δείχνουν ότι μίγματα μικροαλγών μπορούν να οδηγήσουν σε πρακτικά «fishmeal/fish-oil-free» σιτηρέσια σε είδη όπως η τιλάπια, διατηρώντας ή και βελτιώνοντας δείκτες ανάπτυξης και θρεπτικής αξίας. Παράλληλα, εργασίες σε κορυφαία περιοδικά υδατοκαλλιέργειας (π.χ. Aquaculture) έχουν δείξει ότι συγκεκριμένα εμπορικά έλαια μικροαλγών μπορούν να αντικαταστήσουν πλήρως το ιχθυέλαιο σε δίαιτες σολομού χωρίς αρνητικές επιπτώσεις στην απόδοση ένα εύρημα με ιδιαίτερο βάρος, γιατί ο σολομός είναι από τα πλέον απαιτητικά είδη ως προς τα ω-3.

Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι η «καλή» ιχθυοκαλλιέργεια δεν είναι υπόθεση καλών προθέσεων είναι υπόθεση συστημικής διαχείρισης. Το περιβαλλοντικό αποτύπωμα εξαρτάται από τη χωροθέτηση (ωκεανογραφικά δεδομένα, ανανέωση υδάτων, βάθη, ρεύματα), από τη βιοασφάλεια, από το πώς διαχειρίζονται τα οργανικά φορτία, από την ποιότητα παρακολούθησης και από την επιβολή κανόνων.

Η μεγάλη εικόνα της FAO δείχνει ότι η παραγωγή αυξάνει μεν, αλλά το ζητούμενο είναι να αυξάνει μέσα σε πλαίσια που διασφαλίζουν οικολογική ακεραιότητα, κοινωνική αποδοχή και διαφάνεια με μετρήσιμους δείκτες, ιχνηλασιμότητα και συνεχή βελτίωση. Αυτό είναι και το σημείο όπου η ιχθυοκαλλιέργεια αποκτά τη «βαρύτητα» ενός σοβαρού εργαλείου πολιτικής: μεταφέρει την παραγωγή από τη σφαίρα της αβεβαιότητας (άγρια αποθέματα υπό πίεση και μεταβαλλόμενη παραγωγικότητα λόγω κλίματος) στη σφαίρα της ελεγχόμενης, μετρήσιμης και βελτιούμενης παραγωγής, όπου η επιστήμη μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός διακυβέρνησης.

Η ιχθυοκαλλιέργεια δεν είναι πανάκεια, ούτε απαλλαγμένη προκλήσεων. Είναι, όμως, η πιο ρεαλιστική και τεχνολογικά ώριμη διαδρομή για να αυξηθεί η θαλάσσια πρωτεΐνη χωρίς αντίστοιχη αύξηση πίεσης στη φύση ιδίως καθώς οι ζωοτροφές αποδεσμεύονται σταδιακά από τα θαλάσσια συστατικά και οι εκπομπές γίνονται αντικείμενο στοχευμένων παρεμβάσεων. Και σε έναν κόσμο που καλείται να «μετρήσει» την επιβίωσή του σε θερμίδες, πρωτεΐνες, εκπομπές και βιοποικιλότητα, η ιχθυοκαλλιέργεια είναι από τους λίγους κλάδους τροφίμων όπου η πρόοδος μπορεί να αποτυπωθεί με δεδομένα, όχι με υποσχέσεις.

* Ο Δημήτρης Ν. Πάφρας είναι Ιχθυολόγος (BSc, MSc, Phd cand.) και
Υποψήφιος Διδάκτωρ στην Θαλάσσια βιολογία και αλιευτική δυναμική