ΑΠΟΨΕΙΣ

Ταμείο Ανάκαμψης: Παράταση ή χαμένη ευκαιρία;

Ταμείο Ανάκαμψης: Παράταση ή χαμένη ευκαιρία;
EUROKINISSI/ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ

Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αποτέλεσε την πιο φιλόδοξη συλλογική απόκριση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μια υγειονομική κρίση χωρίς προηγούμενο.

Σχεδιάστηκε για να επιταχύνει την ψηφιακή και πράσινη μετάβαση των κρατών-μελών, ενισχύοντας παράλληλα την οικονομική τους ανθεκτικότητα. Ωστόσο, καθώς η προθεσμία υλοποίησης — τέλος Αυγούστου 2026 — πλησιάζει με ταχείς ρυθμούς, γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι η παράταση της προθεσμίας δεν είναι απλώς επιθυμητή· είναι επιτακτική ανάγκη.

Τα στοιχεία μιλούν από μόνα τους. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δεδομένα του Απριλίου 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχώρησε σε εκταμίευση 1,18 δισ. ευρώ στο πλαίσιο του διπλού αιτήματος πληρωμής που είχε καταθέσει η Αθήνα τον περασμένο Δεκέμβριο. Μετά την κίνηση αυτή, η Ελλάδα έχει πλέον εισπράξει συνολικά 24,6 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 68,5% του συνολικού προϋπολογισμού του Ταμείου για τη χώρα. Το ποσοστό αυτό, αν και αξιόλογο και απτή απόδειξη συστηματικής προσπάθειας, αποκαλύπτει ταυτόχρονα το μέγεθος της εκκρεμότητας: σχεδόν το ένα τρίτο των πόρων καλείται να απορροφηθεί και να υλοποιηθεί σε ελάχιστους μήνες. Πρόκειται για έναν ρεαλιστικά ανέφικτο στόχο, αν ληφθεί υπόψη ότι τα εναπομείναντα έργα αφορούν κυρίως σύνθετες επενδύσεις σε τομείς όπως η ενέργεια, η ψηφιακή μετάβαση και η κυβερνοασφάλεια — τομείς που απαιτούν χρόνο, σχεδιασμό και θεσμική ωριμότητα.

Η εικόνα όμως γίνεται ακόμα πιο ανησυχητική όταν δούμε τη συνολική ευρωπαϊκή εικόνα: μόλις 14 από τις 27 χώρες-μέλη έχουν ολοκληρώσει πάνω από το 50% των οροσήμων και στόχων τους. Αυτό σημαίνει ότι 13 κράτη-μέλη — σχεδόν οι μισές χώρες της ΕΕ — δεν έχουν φτάσει καν στο μισό της υλοποίησης, με λιγότερους από τέσσερις μήνες να απομένουν έως την εκπνοή της προθεσμίας.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα που αναδεικνύουν το πρόβλημα είναι η περίπτωση της Ουγγαρίας. Μετά τις εκλογές, ο νέος πρωθυπουργός Πέτερ Μαγιάρ καλείται να «ξεπαγώσει» περίπου 18 δισ. ευρώ ευρωπαϊκών πόρων που παρέμεναν δεσμευμένοι επί Όρμπαν. Ως εκ τούτου, είναι πέρα από κάθε ρεαλιστική προσδοκία να ολοκληρωθούν τα προγραμματισμένα έργα εντός της ασφυκτικής προθεσμίας. Έτσι, Βρυξέλλες και Βουδαπέστη αναζητούν ήδη «έξυπνες» λύσεις, όπως η διοχέτευση των πόρων μέσω εθνικής αναπτυξιακής τράπεζας, η οποία θα χρηματοδοτήσει στη συνέχεια τα έργα χωρίς χρονικό περιορισμό. Αυτό, στην ουσία, ισοδυναμεί με de facto παράταση της προθεσμίας για την Ουγγαρία. Και εδώ γεννάται το κρίσιμο ερώτημα: γιατί η ίδια λογική να μην εφαρμοστεί για το σύνολο των κρατών-μελών; Η αφορμή είναι εξαιρετική ώστε να επιχειρηθεί η γενική παράταση του Ταμείου, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις στον σχετικό Κανονισμό.

Η πίεση των χρονοδιαγραμμάτων, βέβαια, δεν αφορά μόνο την Ουγγαρία ή την Ελλάδα. Πολλές χώρες τρέχουν να προλάβουν την προθεσμία, με ορατό τον κίνδυνο ποιοτικών εκπτώσεων στα έργα. Επενδύσεις που απαιτούν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και διαβούλευση εκτελούνται πρόχειρα και βιαστικά — ή δεν εκτελούνται καθόλου, με αποτέλεσμα την οριστική απώλεια πόρων. Μια τέτοια απώλεια θα ήταν τραγική και αδικαιολόγητη, ειδικά εν μέσω μιας πρωτοφανούς ενεργειακής κρίσης λόγω του πολέμου στο Ιράν, που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ούτε πόσο θα κρατήσει, ούτε ποιες θα είναι οι μακροπρόθεσμες συνέπειες του.

Συνοψίζοντας, η παράταση του Ταμείου Ανάκαμψης, τουλάχιστον κατά έξι μήνες ως πρώτο βήμα, συνιστά την πιο λογική, ρεαλιστική και απαραίτητη απόκριση σε μια σειρά από γεγονότα που κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει το 2021. Το παράδειγμα της Ουγγαρίας αποδεικνύει ότι η εφευρετικότητα υπάρχει όταν υπάρχει και η πολιτική βούληση. Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα καλούνται να δράσουν γρήγορα και «έξω από το κουτί», πριν η πίεση του χρόνου μετατρέψει μια ιστορική ευκαιρία σε ιστορικά χαμένη ευκαιρία.

*Ο Δημήτρης Τζανιδάκης είναι Διεθνολόγος και Πολιτικός Επιστήμονας, μέλος του ΔΣ του Δικτύου για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη