Το clawback στην Υγεία: από αναγκαίο κακό σε επενδυτικό μοχλό
Υπάρχουν όροι που στον δημόσιο διάλογο ακούγονται τεχνικοί, αλλά στην πραγματικότητα αφορούν την καθημερινότητα των πολιτών. Το clawback είναι ένας από αυτούς.
Δεν είναι απλώς ένας λογιστικός μηχανισμός. Συνδέεται με τη χρηματοδότηση του συστήματος υγείας, την πρόσβαση των ασθενών σε φάρμακα και εξετάσεις, αλλά και με το πώς μια δύσκολη δημοσιονομική υποχρέωση μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο επενδύσεων.
Το clawback θεσπίστηκε το 2012, στα χρόνια της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων. Η λογική του ήταν απλή: όταν η φαρμακευτική δαπάνη ξεπερνούσε το προκαθορισμένο όριο, η υπέρβαση επιστρεφόταν στο Δημόσιο από τις εταιρείες και τους παρόχους. Ήταν ένας μηχανισμός αυτόματης συγκράτησης της δαπάνης, σε μια περίοδο που η Ελλάδα έπρεπε να αποδείξει ότι μπορεί να ελέγξει τα δημόσια οικονομικά της και να μην επιστρέψει σε ανεξέλεγκτα ελλείμματα.
Δεν χρειάζεται να ωραιοποιούμε την πραγματικότητα. Το clawback ήταν ένα αναγκαίο κακό. Η χώρα είχε πληρώσει ακριβά την απουσία ουσιαστικών μηχανισμών ελέγχου στη δημόσια δαπάνη υγείας. Έπρεπε, λοιπόν, να υπάρξει ένα εργαλείο δημοσιονομικής πειθαρχίας. Από την άλλη, όταν ένα τέτοιο μέτρο παραμένει για πολλά χρόνια και σε υψηλά επίπεδα, δημιουργεί πραγματικές πιέσεις.
Αυτή η πλευρά πρέπει να λέγεται καθαρά. Το clawback επιβαρύνει τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις, μειώνει την προβλεψιμότητα και δυσκολεύει τον επενδυτικό σχεδιασμό. Επιβαρύνει, επίσης, ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα και εργαστήρια, ιδιαίτερα μικρές και μεσαίες δομές που στηρίζουν την πρόληψη και την πρωτοβάθμια φροντίδα. Και όταν η δημόσια χρηματοδότηση δεν επαρκεί, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος μέρος του κόστους να μεταφέρεται έμμεσα ή άμεσα στους πολίτες. Άρα η συζήτηση δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη.
Η μεγάλη πρόκληση, όμως, είναι πως αυτός ο εισπρακτικός μηχανισμός μπορεί να μετατραπεί σε κάτι παραγωγικό. Εδώ βρίσκεται η σημασία του επενδυτικού clawback.
Με το επενδυτικό clawback, ένα μέρος των υποχρεωτικών επιστροφών μπορεί να συμψηφίζεται με δαπάνες Έρευνας και Ανάπτυξης και με επενδυτικά σχέδια για νέα προϊόντα, υπηρεσίες ή γραμμές παραγωγής. Με απλά λόγια, χρήματα που διαφορετικά θα κατευθύνονταν αποκλειστικά ως δημοσιονομική διόρθωση μπορούν να γίνουν εργοστάσια, ερευνητικά κέντρα, παραγωγικές μονάδες, κλινικές μελέτες και θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης.
Τα αποτελέσματα είναι ήδη ορατά. Η φαρμακοβιομηχανία αποτελεί σήμερα έναν από τους δυναμικότερους κλάδους της ελληνικής οικονομίας. Η συνολική της συνεισφορά στο ΑΕΠ, με βάση τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία, εκτιμάται σε περίπου 6,9 δισ. ευρώ για το 2023, δηλαδή 3,1% του ΑΕΠ, ενώ η συνολική επίδραση στην απασχόληση φτάνει τις 119.000 καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Οι εξαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων ανήλθαν το 2024 σε 2,8 δισ. ευρώ, περίπου 5,7% των συνολικών εξαγωγών αγαθών της χώρας.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η πορεία από το 2019 έως σήμερα. Το 2019 οι εξαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων ήταν περίπου 1,9 δισ. ευρώ και αντιστοιχούσαν στο 4,4% των ελληνικών εξαγωγών αγαθών. Το 2024 έφτασαν τα 2,8 δισ. ευρώ και το 5,7%. Δηλαδή, μέσα σε πέντε χρόνια αυξήθηκαν κατά περίπου 900 εκατ. ευρώ, σχεδόν 46%. Αυτό δείχνει ότι μιλάμε για μια πραγματική ατμομηχανή της οικονομίας, και είναι σίγουρο ότι τα επόμενα χρόνια θα συνεχιστεί αυτή η δυναμική πορεία με μεγαλύτερη ένταση.
Παράλληλα, το επενδυτικό clawback έχει συμβάλει στην κινητοποίηση επενδύσεων μεγάλης κλίμακας. Μιλάμε για νέα εργοστάσια, ερευνητικά κέντρα, μονάδες παραγωγής και χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης. Η προοπτική επέκτασης του μηχανισμού έως το 2030, με εθνικούς πόρους, δείχνει ότι η κυβέρνηση αναγνωρίζει τον κρίσιμο αναπτυξιακό ρόλο του φαρμάκου και επιλέγει να στηρίξει έναν κλάδο με προστιθέμενη αξία, εξαγωγικό προσανατολισμό, καινοτομία και παραγωγικότητα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η προσπάθεια του Υπουργείου Υγείας να κάνει το πλαίσιο πιο λειτουργικό και πιο φιλικό. Μέσα από νομοθετικές και κανονιστικές πρωτοβουλίες επιχειρείται η άρση εμποδίων, η διόρθωση στρεβλώσεων και η διαμόρφωση ενός πιο προβλέψιμου περιβάλλοντος. Η μείωση του clawback στα διαγνωστικά κέντρα, η αλλαγή στον τρόπο κατανομής, οι περιορισμοί μέσω ΗΔΙΚΑ και η προσπάθεια καλύτερου ελέγχου της δαπάνης δείχνουν ότι υπάρχει αναγνώριση του προβλήματος και βούληση άμβλυνσης των συνεπειών του.
Το συμπέρασμα είναι σαφές. Το clawback δεν είναι κάτι για το οποίο πρέπει να πανηγυρίζει κανείς. Ήταν ένα δύσκολο, αναγκαστικό μέτρο μιας δύσκολης εποχής. Όμως η αξία της πολιτικής κρίνεται ακριβώς εκεί: στο να μπορεί να παίρνει ένα «αναγκαίο κακό» και να το μετατρέπει σε ευκαιρία για νέες επενδύσεις, νέες θέσεις εργασίας και ανάπτυξη.
Σήμερα, το επενδυτικό clawback δείχνει ότι αυτό είναι εφικτό. Από μηχανισμός δημοσιονομικής πίεσης μπορεί να γίνει μοχλός επενδύσεων, παραγωγής, αποκέντρωσης και νέων θέσεων εργασίας. Με σχέδιο, ρεαλισμό και ενσυναίσθηση για όσους εξακολουθούν να πιέζονται, η χώρα μπορεί να χτίσει ένα πιο βιώσιμο σύστημα υγείας και ταυτόχρονα μια πιο παραγωγική οικονομία.
* Ο Γιώργος Βρεττάκος είναι Βουλευτής ΝΔ Β Πειραιώς και Μηχανολόγος Μηχανικός, MSc
Εξιτήριο για τους δύο χειριστές του πυροσβεστικού ελικοπτέρου που έπεσε στη λίμνη Αώου
12:48
«Πώς να πάω το παιδί στο νοσοκομείο; Αφού ήταν μακριά»: H απολογία της μητέρας του 3χρονου
12:47
Βενεζουέλα: Οικογένειες σκάβουν με τα χέρια στα ερείπια - Πάνω από 50.000 οι αγνοούμενοι
12:47
Όταν ο Αδριανός Γολέμης μίλησε στο CNN Greece για το όνειρό του να γίνει αστροναύτης
12:42