ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι αποτύπωμα αφήνει τελικά η ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια

Τι αποτύπωμα αφήνει τελικά η ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια

Φωτογραφία αρχείου από ιχθυοκαλλιέργειες

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΝΗΣ//EUROKINISSI

Μια έκταση μικρότερη από τη Σχοινούσα και ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα για τη θάλασσα, την παραγωγή τροφής και το μέλλον του ελληνικού πρωτογενούς τομέα.

Η συνολική μισθωμένη θαλάσσια έκταση της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας είναι μικρότερη από το μισό του «Ελευθέριος Βενιζέλος». Μια σύγκριση που αλλάζει την κλίμακα της συζήτησης για το περιβαλλοντικό της αποτύπωμα.

Η συζήτηση για την ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια έχει εγκλωβιστεί για χρόνια ανάμεσα σε δύο υπερβολές. Από τη μία βρίσκεται η αντίληψη ότι κάθε παραγωγική δραστηριότητα μέσα στη θάλασσα συνιστά σχεδόν εξ ορισμού περιβαλλοντική υποβάθμιση. Από την άλλη, η εξίσου προβληματική θέση ότι η οικονομική σημασία ενός κλάδου αρκεί για να παρακάμψει τις οικολογικές πιέσεις που μπορεί να δημιουργεί. Και οι δύο προσεγγίσεις αποφεύγουν το ουσιαστικό ερώτημα. Πόσο μεγάλο είναι πραγματικά το αποτύπωμα και σε σχέση με τι το αξιολογούμε;

Κανένα σύστημα παραγωγής τροφίμων δεν είναι περιβαλλοντικά ουδέτερο. Η κτηνοτροφία απαιτεί γη, νερό και ζωοτροφές, η γεωργία χρησιμοποιεί σημαντικούς φυσικούς πόρους και επηρεάζει τους κύκλους του αζώτου και του φωσφόρου, ενώ η αλιεία καταναλώνει καύσιμα και η βιωσιμότητά της εξαρτάται από την ορθή διαχείριση των φυσικών αποθεμάτων. Η ιχθυοκαλλιέργεια χρησιμοποιεί τροφή, ενέργεια και πρώτες ύλες και επιστρέφει οργανική ύλη και θρεπτικά στοιχεία στο θαλάσσιο περιβάλλον. Διαθέτει όμως μια ιδιαίτερη χωρική διάσταση, καθώς η παραγωγή αναπτύσσεται μέσα στον τρισδιάστατο όγκο της υδάτινης στήλης και όχι αποκλειστικά πάνω σε μια επιφάνεια γης. Η σοβαρή συζήτηση επομένως δεν αφορά το αν υπάρχει αποτύπωμα. Αφορά το μέγεθος και την έντασή του, την ικανότητα του οικοσυστήματος να το αφομοιώσει και τη διατροφική αξία που παράγεται σε σχέση με τους πόρους που χρησιμοποιούνται.

Ας δούμε την πραγματική κλίμακα. Στην Ελλάδα λειτουργούν περίπου 250 μονάδες θαλάσσιας ιχθυοκαλλιέργειας, με συνολική μισθωμένη θαλάσσια έκταση 7.832 στρεμμάτων, δηλαδή μόλις 7,832 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Αν όλες αυτές οι εκτάσεις συγκεντρώνονταν υποθετικά σε έναν ενιαίο τετραγωνικό χώρο, αυτός θα είχε πλευρά περίπου 2,8 χιλιομέτρων.

Για να γίνει ακόμη πιο απτή η σύγκριση, η συνολική αυτή επιφάνεια είναι μικρότερη από τη Σχοινούσα, ένα νησί έκτασης περίπου 8,5 τετραγωνικών χιλιομέτρων, και μικρότερη από το μισό της έκτασης των 16,5 τετραγωνικών χιλιομέτρων επί της οποίας ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών διαθέτει δικαιώματα επικαρπίας. Οι συγκρίσεις αυτές δεν αποτελούν περιβαλλοντικό άλλοθι. Μια δραστηριότητα περιορισμένης χωρικής κατάληψης μπορεί ασφαλώς να δημιουργεί σημαντικές τοπικές πιέσεις. Αποτυπώνουν, όμως, την πραγματική χωρική κλίμακα του κλάδου και μεταφέρουν τη συζήτηση εκεί όπου έχει ουσιαστικό νόημα. Πόση παραγωγή μπορεί πράγματι να υποστηρίξει κάθε συγκεκριμένος θαλάσσιος χώρος; Ποια είναι τα οικολογικά του όρια; Και πώς μπορούμε να αξιοποιούμε έναν τόσο περιορισμένο χώρο παραγωγικά, χωρίς να υποβαθμίζουμε τη λειτουργία και την ανθεκτικότητα του θαλάσσιου οικοσυστήματος;

Εδώ αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο η έννοια της φέρουσας ικανότητας. Το βάθος, τα ρεύματα, η θερμοκρασία, το διαλυμένο οξυγόνο, η μορφολογία και η σύσταση του πυθμένα, η παρουσία ευαίσθητων ενδιαιτημάτων και η ένταση της παραγωγής καθορίζουν τι μπορεί να υποστηρίξει κάθε περιοχή. Οι μονάδες λειτουργούν βάσει εγκεκριμένων περιβαλλοντικών όρων, ενώ οι επιδράσεις της δραστηριότητας αποτελούν υποχρέωση με μετρήσεις και αξιολόγηση από επιστημονικούς φορείς κάθε δυο χρόνια. Πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και κρατικοί επιστημονικοί φορείς έχουν επίσης αναπτύξει σημαντική ερευνητική δραστηριότητα γύρω από την επίδραση της ιχθυοκαλλιέργειας στο θαλάσσιο περιβάλλον. Η περιβαλλοντική προστασία παύει έτσι να αποτελεί γενική διακήρυξη και μετατρέπεται σε εφαρμοσμένη θαλάσσια επιστήμη.

Η ίδια λογική ισχύει και στην παραγωγή. Το ψάρι, ως ποικιλόθερμος οργανισμός, δεν δαπανά μεταβολική ενέργεια για να διατηρεί σταθερή θερμοκρασία σώματος όπως τα θηλαστικά και τα πτηνά, ενώ η άνωση του νερού υποστηρίζει το σώμα του. Αυτά τα βιολογικά χαρακτηριστικά ευνοούν την αποτελεσματική μετατροπή της τροφής σε βιομάζα. Κάθε ποσότητα τροφής που δεν αξιοποιείται αποτελεσματικά αποτελεί ταυτόχρονα οικονομική απώλεια και δυνητικό περιβαλλοντικό φορτίο. Γι’ αυτό η καλύτερη διατροφή, η υγεία των ψαριών, η ακριβέστερη εκτίμηση της βιομάζας και η ορθότερη διαχείριση της σίτισης υπηρετούν ταυτόχρονα την παραγωγική και την περιβαλλοντική αποτελεσματικότητα.

Η σύγχρονη μονάδα άλλωστε δεν είναι απλώς κλωβοί και δίχτυα. Υποβρύχιες κάμερες, αισθητήρες οξυγόνου και θερμοκρασίας, συστήματα ακριβούς σίτισης, μέθοδοι εκτίμησης της βιομάζας και υδροδυναμικά μοντέλα μεταφέρουν την παραγωγή προς τη διαχείριση ακριβείας. Σε μια Μεσόγειο που γίνεται θερμότερη και ξηρότερη έχει σημασία και κάτι ακόμη. Παρότι γλυκό νερό και γη χρησιμοποιούνται σε διαφορετικά στάδια της παραγωγικής αλυσίδας, η ίδια η θαλάσσια φάση πάχυνσης δεν απαιτεί γλυκό νερό ως μέσο διαβίωσης ούτε χερσαία έκταση για τη στέγαση των ψαριών. Η δυνατότητα παραγωγής ζωικής πρωτεΐνης στη θάλασσα αποκτά έτσι ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία το νερό και η διαθέσιμη γη γίνονται ολοένα πολυτιμότεροι πόροι.

Η Ελλάδα έχει ήδη διανύσει μια εντυπωσιακή διαδρομή. Το 1985 διέθετε μόλις 12 μονάδες θαλάσσιας ιχθυοκαλλιέργειας και παραγωγή περίπου 100 τόνων. Σήμερα γύρω από τον κλάδο έχει δημιουργηθεί ένα οικοσύστημα γνώσης και εξειδικευμένης εργασίας, με ιχθυολόγους, θαλάσσιους βιολόγους, κτηνιάτρους, γενετιστές, ειδικούς διατροφής, μηχανικούς και τεχνικούς και περίπου 12.000 άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας, πολλές στην ελληνική περιφέρεια. Ο πρωτογενής τομέας δεν είναι υποχρεωμένος να αποτελεί οικονομία του παρελθόντος. Μπορεί να είναι οικονομία γνώσης.

Τα ελληνικά ψάρια αποτελούν τρόφιμα υψηλής διατροφικής αξίας και παράγονται μέσα σε ένα αυστηρό ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο για την ασφάλεια των τροφίμων, την ιχνηλασιμότητα και την περιβαλλοντική διαχείριση. Παράλληλα, επιχειρήσεις και μονάδες εφαρμόζουν διεθνή πρότυπα και συστήματα πιστοποίησης, μεταξύ των οποίων ISO, GLOBALG.A.P., ASC και Friend of the Sea, ανάλογα με την επιχείρηση, τη μονάδα και το προϊόν. Το 2024 οι ελληνικές εξαγωγές τσιπούρας και λαβρακιού έφθασαν τους 94.132 τόνους σε περισσότερες από 40 χώρες, με αξία 585,1 εκατομμύρια ευρώ. Την ίδια χρονιά, σύμφωνα με τον FAO, η παγκόσμια παραγωγή εκτρεφόμενων υδρόβιων ζώων ξεπέρασε τα 100 εκατομμύρια τόνους. Ο πληθυσμός της γης πριν 60 χρόνια την δεκαετία του 1966 ήταν 3,4 δις, σήμερα είναι 8,3 δις, και περίπου 10 δις το 2050, η θάλασσα καταλαμβάνει το 70% της επιφάνειας του πλανήτη οπότε είναι ουτοπία να συζητάμε ότι μπορεί να τραφεί ο πληθυσμός της γης χωρίς την συμμετοχή της υδατοκαλλιέργειας. Η υδατοκαλλιέργεια αποτελεί πλέον βασικό μέρος της παγκόσμιας παραγωγής υδρόβιων τροφίμων.

Μπορούμε λοιπόν να απαιτούμε από τον Ευρωπαίο παραγωγό αυστηρότερα περιβαλλοντικά πρότυπα, μεγαλύτερη ιχνηλασιμότητα και μικρότερο αποτύπωμα και ταυτόχρονα να δυσκολεύουμε την παραγωγή μέσα στην ίδια την Ευρώπη; Αν η παραγωγή μετακινηθεί, η κατανάλωση δεν εξαφανίζεται. Μαζί της μετακινούνται η εργασία, η τεχνογνωσία, η προστιθέμενη αξία και οι όποιες περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

Σε αυτή τη λογική εντάσσονται και οι Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών. Οι ΠΟΑΥ συνδέουν την οργανωμένη χωροθέτηση με την επιστημονική αξιολόγηση και τον αποτελεσματικότερο περιβαλλοντικό έλεγχο. Η προσπάθεια θεσμοθέτησής τους διαρκεί περίπου δεκαπέντε χρόνια, αλλά έχει συναντήσει σημαντικές καθυστερήσεις. Η Πολιτεία οφείλει να διαμορφώσει ένα σταθερό πλαίσιο μέσα στο οποίο η παραγωγή τροφής και η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος δεν θα αντιμετωπίζονται ως αντίπαλοι στόχοι.

Και αν μια χώρα με τη θαλάσσια γεωγραφία, την επιστημονική γνώση, το ανθρώπινο δυναμικό και τέσσερις δεκαετίες συσσωρευμένης εμπειρίας δεν μπορεί να μετατρέψει έναν συνολικό μισθωμένο θαλάσσιο χώρο μικρότερο από το μισό του «Ελευθέριος Βενιζέλος» σε διεθνές πρότυπο υπεύθυνης παραγωγής τροφής, τότε ποια χώρα μπορεί;