FOCUS

12 Οκτωβρίου 1944: Οι Γερμανοί φεύγουν, η αντίστροφη μέτρηση για τον Eμφύλιο αρχίζει

12 Οκτωβρίου 1944: Οι Γερμανοί φεύγουν, η αντίστροφη μέτρηση για τον Eμφύλιο αρχίζει
ΑP Photo

Σε αντίθεση με τη σημερινή μέρα, η 12η Οκτωβρίου του 1944 ήταν σχεδόν καλοκαιρινή. Και ήταν Πέμπτη και αυτό είναι κάτι που κανείς δεν θα θυμόταν εάν εκείνη τη μέρα δεν είχαν αποχωρήσει τα γερμανικά στρατεύματα από την Αθήνα, μετά από 1.625 μέρες Κατοχής.

Για την πολύπαθη τούτη γωνία των Βαλκανίων τελείωνε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος και κανείς δεν σκεφτόταν εκείνη τη μέρα αυτό που θα έπρεπε να είναι προφανές: Ότι το επόμενο κεφάλαιο της Iστορίας της θα ήταν εξίσου αιματηρό και με τη χειρότερη μορφή βίας που ξέρει ο άνθρωπος: την εμφύλια.

Όμως, εκείνη η μέρα ήταν μέρα χαράς. Έξαψης σχεδόν, όπως έχουν περιγράψει όλοι όσοι την έζησαν. Οι εικόνες που απαθανάτισε ο φωτογραφικός φακός εκείνη τη μέρα στην Αθήνα, δεν διαφέρουν καθόλου από τις εικόνες που είδαμε και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις: Μόνο το μνημείο στο πίσω πλάνο αλλάζει· η Ακρόπολη ή ο Πύργος του Άιφελ σε αυτές τις φωτογραφίες δείχνουν να συμμετέχουν στους πανηγυρισμούς του πλήθους, του εξαθλιωμένου πλήθους που παίρνει μια βαθειά ανάσα, ανήμπορο ακόμη να πιστέψει ότι συμβαίνει αυτό που συμβαίνει: Οι Ναζί φεύγουν.

Φεύγουν κι αφήνουν πίσω τους χώρες αποδεκατισμένες, αποσυντονισμένες, ανίκανες να σταθούν από μόνες τους στα πόδια τους, λαούς πεινασμένους, βασανισμένους, αλλοτριωμένους από τη διαρκή ανάγκη της επιβίωσης σε μια κατάσταση που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα ζούσε στον πολιτισμένο 20ο αιώνα.

Ήταν σχεδόν επόμενα τα όσα ακολούθησαν: Στις χώρες του αρραγούς μετώπου της Δύσης, τη Γαλλία για παράδειγμα, ο διχασμός που προκάλεσε η γερμανική κατοχή ανάμεσα σε όσους αντιστάθηκαν και σε όσους παραδόθηκαν ψυχή και σώμα, θα «κουκουλωνόταν» γρήγορα με μερικές δίκες και άλλα τόσα ξυρισμένα κεφάλια.

Στην Ελλάδα ο διχασμός είχε ποτίσει το σώμα του έθνους, ήταν εξάλλου κάτι πολύ παραπάνω από εκείνους που συνεργάστηκαν κι εκείνους που αντιστάθηκαν. Ήταν η μικρογραφία και η συντόμευση του διχασμού που με κάπως πιο πολιτισμένο τρόπο σημάδεψε τον κόσμο για τα επόμενα 40 χρόνια.

Από τη Νορμανδία ως το Στάλινγκραντ

Είναι αντικείμενο μεγάλης ιστορικής διαμάχης και έρευνας και πιθανώς δεν θα καταλήξουμε ποτέ για το αν οι Γερμανοί έχασαν τον πόλεμο στη Νορμανδία ή στο Στάλινγκραντ.

Ας πούμε και στα δύο, αλλιώς θα κουβεντιάζουμε για πάντα.

Ο κλοιός έκλεισε και από τις δύο μεριές σαν μια δαγκάνα που δεν άφηνε πολλά περιθώρια ούτε για αντίσταση, ούτε για αντιστροφή, όσο κι αν η παράνοια του Χίτλερ και των πιστών του αξιωματικών οδήγησαν σε μερικά ακόμη λουτρά αίματος.

Όσοι, στην Ελλάδα, είχαν παράνομα ραδιόφωνα ή πρόσβαση στα απαγορευμένα νέα, ήξεραν ότι είναι θέμα χρόνου έως ότου οι Γερμανοί φύγουν. Αποδεκατισμένη στα πεδία των μαχών, η Βέρμαχτ πολύ απλά δεν είχε πλέον αρκετούς άντρες για να κρατήσει στην κατοχή της τα εδάφη που είχε κατακτήσει, δεν είχε και νόημα πλέον, το μεγάλο όνειρο είχε τελειώσει και ήδη μετατρεπόταν για το μέσο Γερμανό σε εφιάλτη.

Είναι ένα από τα ενδιαφέροντα της ιστορίας το πώς οι εφιάλτες δεν τελειώνουν, απλώς αλλάζουν ξενιστή.

Και μετά, τι;

Εκείνοι που ήξεραν καλύτερα απ' όλους ότι έφτανε η ώρα να αποχωρήσουν, ήταν φυσικά οι ίδιοι οι Γερμανοί, που δεν ήταν όλοι παρανοϊκοί, όσο κι αν έδρασαν κατά κανόνα ως τέτοιοι. Γι' αυτό και αναζητούσαν τρόπους ασφαλούς αποχώρησης, επιδιώκοντας διάφορες επί μέρους συμφωνίες με τους φορείς της αντίστασης. Κάτι που έκαναν σε όλες τις χώρες, σε κάποιες πιο επιτυχημένα σε κάποιες, όπως η Γιουγκοσλαβία, λιγότερο. Ο γενικός κανόνας έλεγε ότι όσο πιο σκληρή υπήρξε η κατοχή, τόσο λιγότερο πρόθυμοι ήταν οι λαοί να τους αφήσουν ατιμώρητους. Κορυφαίο παράδειγμα η Σοβιετική Ένωση, τα όσα έγιναν κατά την προέλαση των Σοβιετικών στην Ανατολική Πρωσία είναι εξίσου φρικαλέα -αν και πολύ πιο δικαιολογημάνα- με όσα έγιναν στην ίδια την ΕΣΣΔ από τους Γερμανούς.

Οι ίδιες οι χώρες, τώρα, αναζητούσαν τα πατήματά τους στον μεταπολεμικό κόσμο, κάτι καθόλου εύκολο και κάτι που είχαν αναλάβει εν πολλοίς άνθρωποι οι οποίοι ήταν μακριά από τις ίδιες τις κατεχόμενες χώρες.

Κι όσο οι τρεις μεγάλες δυνάμεις, βέβαιες πλέον για την ήττα της Γερμανίας, μοίραζαν τον κόσμο στα δύο στη Γιάλτα και την Τεχεράνη, στις 26 Απριλίου 1944, ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου που ανέλαβε να ηγηθεί της ελληνικής εξόριστης κυβέρνησης, «πατρόνος» της οποίας ήταν οι Άγγλοι.

Δύο συμφωνίες πολύ λιγότερο γνωστές από εκείνη της Βάρκιζας, η συμφωνία του Λιβάνου και η συμφωνία της Καζέρτας (Μάιος και Σεπτέμβριος του 1944 αντίστοιχα) έθεσαν τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, υπό τις διαταγές της εξόριστης κυβέρνησης Παπανδρέου, στην οποία συμμετείχαν και κάποια στελέχη του ΕΑΜ.

Δεν χρειάζονται βαθιές γνώσεις Ιστορίας για να καταλάβει κανείς ότι όλο αυτό ήταν μια τεράστια καταστροφή που απλώς περίμενε να συμβεί. Ο Γεώργιος Παπανδρέου εξάλλου, πέρα απ' όλα τα άλλα -θετικά και αρνητικά- για τα οποία τον κατέγραψε η ιστορία, είναι γνωστό ότι ήταν φανατικός αντικομμουνιστής.

Μια πολύ σουρεαλιστική σκηνή

Δεν υπάρχουν πολλά λογικά πράγματα στον πόλεμο, στον Β'ΠΠ ιδιαίτερα, αλλά η τελευταία σκηνή της αποχώρησης των γερμανών από την Αθήνα πρέπει να καταγράφεται ως μία από τις σουρεαλιστικές στιγμές της Ιστορίας.

Ο μεγάλος όγκος των γερμανικών στρατευμάτων αποχώρησε από την πόλη το βράδυ της 11ης Οκτωβρίου. Έμειναν πίσω λίγοι αξιωματικοί και στρατιώτες. Το πρωί της 12ης Οκτωβρίου συγκεντρώθηκαν στην Πλατεία Συντάγματος και εκεί, ο επικεφαλής των δυνάμεων κατοχής, αντιπτέραρχος Χέλμουτ Φέλμι, συνοδευόμενος από τον κατοχικό δήμαρχο Αθηναίων Άγγελο Γεωργάτο, κατέθεσε στεφάνι στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη.

Στις 9:15 το πρωί, ένας Γερμανός στρατιώτης κατέβασε βιαστικά τη σημαία με τη σβάστικα από την Ακρόπολη και αυτό μάλλον ήταν το σήμα που χρειάζονταν οι κάτοικοι της πόλης για να βγουν στους δρόμους.

Αν και Οκτώβριος, οι Αθηναίοι υποδέχθηκαν την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων σαν να ήταν Πάσχα. «Χριστός Ανέστη» έλεγαν ο ένας στον άλλον, ψάλλοντας τον Εθνικό Ύμνο και χορεύοντας στους δρόμους της πόλης.

Η ευφορία δεν θα κρατούσε πολύ, αλλά εκείνες τις στιγμές δεν το σκεφτόταν κανείς.

«Ήταν ένα κάρο φορτωμένο νέους και νέες που φώναζαν. Στο άλογο που τραβούσε το κάρο καθότανε καβάλα μια γυναίκα μελαχρινή σα γύφτισσα που είχε στο κεφάλι και στους ώμους ένα σάλι επαναστατικά κατακόκκινο. Φορούσε κίτρινο φουστάνι κι είχε διάφορα χαϊμαλιά στο στήθος, κρατούσε μια ελληνική σημαιούλα και ξεφώνιζε τραγουδώντας: «Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη…». Μια παρέα μάγκες γυρίζανε με ένα χαρτονένιο Χίτλερ κρεμασμένο σε ένα κοντάρι και φωνάζανε ρυθμικά «Εμπατίρησε»… Πολλά τραμ και καμιόνια ανεβοκατέβαιναν τους κεντρικούς δρόμους φορτωμένα παιδιά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που φωνάζανε συνθήματα των οργανώσεών τους. Είδα και μια παρέλαση πιτσιρίκων με ξύλινα τουφέκια, του «παιδικού μετώπου» του ΕΑΜ», γράφει ο συγγραφέας Γιώργος Θεοτοκάς για τη «μεγάλη ημέρα» (Γιώργος Θεοτοκάς,Τετράδια Ημερολογίου, Αθήνα: Εστία).

Για τις επόμενες έξι μέρες η χώρα ήταν ουσιαστικά ακυβέρνητη, την τυπική εξουσία ανέλαβε μια τριμελής επιτροπή, αποτελούμενη από τους Θεμιστοκλή Τσάτσο, Φίλιππο Μανουηλίδη και Γιάννη Ζεύγο, μαζί με το διοικητή της Αστυνομίας Αθηνών, Άγγελο Έβερτ, πατέρα του Μιλτιάδη Έβερτ.

Δύο ημέρες αργότερα ήρθαν οι Άγγλοι: Το 3ο Σώμα του βρετανικού στρατού υπό τον αντιστράτηγο Ρόναλντ Σκόμπι έγινε δεκτό στην Αθήνα με ενθουσιασμό.

Μια χώρα σε ερείπια

Τι άφησαν πίσω τους οι Γερμανοί; Ότι και παντού, με μερικές ιδιαιτερότητες: Η Ελλάδα έβγαινε από την περιπέτεια εντελώς κατεστραμμένη. Είχε χάσει μισό εκατομμύριο ανθρώπους στις μάχες, τις κακουχίες, την πείνα, τις εκτελέσεις και τα στρατόπεδα. Περισσότερα από 150.000 κτήρια είχαν καταστραφεί. 1.700 ελληνικά χωριά είχαν εξαφανιστεί από το χάρτη.

Η οικονομία ήταν πλέον ανύπαρκτη: Στο 80% έφτανε η μείωση της γεωργικής παραγωγής, στο 50% της κτηνοτροφικής για τα μεγάλα ζώα και στο 30% για τα μικρά, τα δάση είχαν συρρικνωθεί κατά 20%, η βιομηχανική παραγωγή είχε διαλυθεί κατά 50%, οι συγκοινωνίες είχαν εξαϋλωθεί, το 70% των αυτοκινήτων είχαν κατασχεθεί και η εμπορική και επιβατηγός ναυτιλία της χώρας είχε μειωθεί κατά 73%.

Πέρα απ' όλα αυτά, υπήρχαν πολλά και άλυτα θέματα στο παρασκήνιο, κυρίως διάφορες εδαφικές διεκδικήσεις της Ελλάδας, σε σχέση με τη Βόρειο Ήπειρο, την Κύπρο και τα Δωδεκάνησα. Στη διάρκεια του πολέμου, δεν είχαν λείψει οι διαπραγματεύσεις και οι συζητήσεις για τα ζητήματα αυτά τόσο ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και τους Βρετανούς, όσο και μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, γεγονός που δημιουργούσε πολλές προσδικίες στους Έλληνες μέσα στη γενική ευφορία.

Τελικά, το μόνο που πήρε η χώρα ήταν τα Δωδεκάνησα, κάτι το οποίο πραγματοποιήθηκε με τη Συνθήκη των Παρισίων το Φεβρουάριο του 1947. Με την προσάρτηση των Δωδεκανήσων, η Ελλάδα απέκτησε τα σημερινά της σύνορα.

Η ώρα του Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήρθε στην Ελλάδα στις 18 Οκτωβρίου, μαζί με την κυβέρνησή του. Την ίδια μέρα ύψωσε την ελληνική σημαία στην Ακρόπολη και στη συνέχεια μίλησε στο συγκεντρωμένο πλήθος που είχε γεμίσει ασφυκτικά την πλατεία Συντάγματος από τον εξώστη του υπουργείου Οικονομικών, το σημερινό κτίριο των Public.

Ήταν μια ομιλία «τρέιλερ» για τα όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν. Ο Παπανδρέου εξήγγειλε τις προθέσεις της κυβέρνησής του, τονίζοντας, μεταξύ άλλων, την ανάγκη να ικανοποιηθούν οι εθνικές διεκδικήσεις, να αποκατασταθεί η λαϊκή κυριαρχία, να επιλυθεί το πολιτειακό ζήτημα μετά από ελεύθερο δημοψήφισμα και να τιμωρηθούν οι συνεργάτες των κατακτητών.

Το πλήθος, που φώναζε συνθήματα υπέρ του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, υποδέχθηκε τις εξαγγελίες του με την κραυγή: «Λαοκρατία»

Ο Παπανδρέου, προσπαθώντας να ακροβατήσει μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, απάντησε με τη φράση που έμεινε στην ιστορία: «Πιστεύομεν και εις την λαοκρατίαν». Δεν πίστευε, αλλά αυτό δεν το ήξερε κανείς απ' όσους τον παρακολουθούσαν εκστασιασμένοι και αισιόδοξοι.

Η χαρά για την απελευθέρωση κράτησε μόνο 53 ημέρες. Μέχρι, δηλαδή, να ξεκινήσουν τα «Δεκεμβριανά» που έπνιξαν την Ελλάδα στο αίμα.

Ο δρόμος για τα «Δεκεμβριανά»

Στις 5 Νοεμβρίου ο Γεώργιος Παπανδρέου ανακοίνωσε ότι ύστερα από τη συνεργασία που είχε με τον στρατηγό Σκόμπι, ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ θα αποστρατεύονταν ως τις 10 Δεκεμβρίου 1944.

Το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ είχε ένα καλά συγκροτημένο στρατιωτικό σώμα και διεκδικούσε μερίδιο στην εξουσία. Απέναντί του οι αστικές δημοκρατικές δυνάμεις ήταν τελείως αδύναμες, ενώ μεγάλο μέρος του κρατικού μηχανισμού έφερε -και όχι άδικα- τη σφραγίδα του συνεργάτη των Γερμανών. Το ρόλο του καταλύτη έπαιξαν οι Άγγλοι.

Η απόφαση της αποστρατικοποίησης ήταν απόλυτα λογικό να μην αρέσει στο ΕΑΜ και το ΚΚΕ, που είχαν συμβάλει καθοριστικά στην Εθνική Αντίσταση.

Οι διαπραγματεύσεις για την αποστράτευση των αντιστασιακών οργανώσεων ναυάγησαν στις 28 Νοεμβρίου και την 1η Δεκεμβρίου οι Υπουργοί του ΕΑΜ αποχώρησαν από την κυβέρνηση Παπανδρέου.

Το ΕΑΜ διοργανώνει την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου ένα μεγάλο παναθηναϊκό συλλαλητήριο στην Πλατεία Συντάγματος, παρά την κυβερνητική απαγόρευση. Υπολογίζεται ότι πήραν μέρος πάνω από 100.000 άνθρωποι, ενώ κάποιοι ιστορικοί τους ανεβάζουν και στις 500.000. Το συλλαλητήριο βάφτηκε στο αίμα, καθώς οι διαδηλωτές δέχθηκαν καταιγισμό πυρών από την πλευρά των δυνάμεων ασφαλείας, με συνέπεια να σκοτωθούν 30 άτομα και να τραυματισθούν 148.

Την επομένη, μετά τις κηδείες των θυμάτων, οι συγκρούσεις γενικεύτηκαν, με τη συμμετοχή στρατιωτικών δυνάμεων του ΕΛΑΣ. Το ΕΑΜ συγκρότησε νέα διαδήλωση, με αποτέλεσμα να υπάρχουν κι άλλοι νεκροί. Το ίδιο βράδυ, ο Παπανδρέου υπέβαλε την παραίτησή του, αλλά μεταπείστηκε από τους Άγγλους και παρέμεινε στη θέση του. Η πλάστιγγα άρχισε να γέρνει με το μέρος του ΕΛΑΣ, που έλεγχε σχεδόν όλη την Αθήνα, εκτός από το κέντρο της πρωτεύουσας.

Οι δυνάμεις του ανέρχονταν σε περίπου 20.000 άνδρες. Η κυβέρνηση Παπανδρέου μπορούσε να υπολογίζει σε περίπου 10.000 μάχιμους, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και οι άνδρες της εμπειροπόλεμης 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας, που είχε έλθει με δάφνες από το Ρίμινι με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Θρασύβουλο Τσακαλώτο, θείο του Ευκλείδη Τσακαλώτου, και στη βρετανική δύναμη υπό τον Σκόμπι, που ήταν και η καλύτερα εξοπλισμένη απ’ όλους τους εμπλεκόμενους και αριθμούσε γύρω στους 5.000 άνδρες.

Η σύγκρουση ανάμεσα στος δύο Ελλάδες ξεκίνησε και άφησε πίσω της πολλούς νεκρούς και ακόμη περισσότερη πίκρα.

Τα όσα ακολούθησαν οδήγησαν στην ήττα του ΚΚΕ και του ΕΑΜ και τον αφοπλισμό μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας. Ήταν και ο σπόρος που έβγαλε ρίζες και έως σήμερα ανθίζει ως η μια ή η άλλη μορφή εθνικού διχασμού.