FOCUS

Γλυπτά Παρθενώνα: Τα σενάρια, η διάψευση και η παγίδα

Γλυπτά Παρθενώνα: Τα σενάρια, η διάψευση και η παγίδα
Η χρήση των εισαγωγικών στην λέξη «επιστροφή» μόνον τυχαία δεν θα μπορούσε να είναι: Η βρετανική πλευρά προσανατολίζεται περισσότερο στο να δώσει πίσω τα Μάρμαρα του Παρθενώνα στην Ελλάδα υπό τη μορφή δανεισμού. AP Photo / Petros Karadjias

Τις τελευταίες εβδομάδες τα διεθνή ΜΜΕ αφιερώνουν εκτενή ρεπορτάζ και άρθρα αναφορικά με την τύχη των Μαρμάρων του Παρθενώνα και την ενδεχόμενη «επιστροφή» τους από το Βρετανικό Μουσείο στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στο Μουσείο της Ακρόπολης

Η χρήση των εισαγωγικών στην λέξη «επιστροφή» μόνον τυχαία δεν θα μπορούσε να είναι: Η βρετανική πλευρά προσανατολίζεται περισσότερο στο να δώσει πίσω τα Μάρμαρα του Παρθενώνα στην Ελλάδα υπό τη μορφή δανεισμού.

Αυτό, τουλάχιστον, εξακολουθεί να προκύπτει από το σύνολο των ειδήσεων που έχουν δημοσιευτεί το τελευταίο διάστημα στο διεθνή έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο.

Το «γαϊτανάκι» των δημοσιευμάτων

Η Βρετανία βρίσκεται, πράγματι, σε προκαταρκτικές - αναφέρονται συχνά και υπό τον όρο «μυστικές» - συνομιλίες με την ελληνική πλευρά, ήδη από τις αρχές Δεκεμβρίου του 2022, όταν ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, είχε βρεθεί στο Λονδίνο.

Τη σχετική είδηση είχε αποκαλύψει στις 3 Δεκεμβρίου ο βρετανικός Guardian, φιλοξενώντας δηλώσεις του υπουργού Επικρατείας, Γιώργου Γεραπετρίτη, ενώ μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο τα γραφόμενα της βρετανικής εφημερίδας είχε επιβεβαιώσει και ο ίδιος ο κ. Γεραπετρίτης.

Σχεδόν δύο εβδομάδες αργότερα, στις 16 Δεκεμβρίου, κι ενώ η συζήτηση είχε πλέον «ανάψει» για τα καλά, ο Πάπας Φραγκίσκος αποφάσισε να δωρίσει θραύσματα του Παρθενώνα που βρίσκονταν στα μουσεία του Βατικανού, «ως μαρτυρία και ένδειξη της επιθυμίας για συνέχιση της οικουμενικής πορείας αλήθειας».

Μάλιστα, μετά και την κίνηση αυτή, υπήρξε ευχαριστήριο τηλεφώνημα του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Δένδια στον ομόλογό του στην Αγία Έδρα, Αρχιεπίσκοπο Πολ Ρίτσαρντ Γκάλαχερ.

Στις 3 Ιανουαρίου 2023 το ειδησεογραφικό πρακτορείο Bloomberg, με εκτενές κείμενό του, ανέφερε ότι Ελλάδα και Βρετανία κοντά σε συμφωνία για τα Γλυπτά του Παρθενώνα.

Δεν πέρασε παρά λίγη ώρα από τη δημοσίευση του συγκεκριμένου άρθρου, όταν πηγές του Υπουργείου Πολιτισμού διέψευσαν το κείμενο του Bloomberg, αναφέροντας ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Ένα εικοσιτετράωρο αργότερα, στις 4 Ιανουαρίου ο βρετανικός Guardian επανήλθε στο όλο ζήτημα και με νέο άρθρο του ανέφερε πως «το Βρετανικό Μουσείο επιβεβαιώνει συζητήσεις για την επιστροφή των Γλυπτών στην Ελλάδα».

Αντίστοιχα άρθρα δημοσίευσαν, τόσο η ιταλική La Repubblica όσο και οι Times του Λονδίνου.

Ωστόσο, και πάλι το Υπουργείο Πολιτισμού παρενέβη στις 5 Ιανουαρίου στην όλη συζήτηση, υπογραμμίζοντας την πάγια θέση της Ελλάδας ότι δεν αναγνωρίζει στο Βρετανικό Μουσείο νομή, κατοχή και κυριότητα των Γλυπτών του Παρθενώνα.

Την ίδια ημέρα, η βρετανική Telegraph αποκάλυψε τα «ανταλλάγματα» που φέρεται να έχει ζητήσει από την Ελλάδα το Βρετανικό Μουσείο, ώστε να «επιστρέψει» τα Μάρμαρα του Παρθενώνα.

Όμως η βρετανική εφημερίδα δεν περιορίστηκε σε αυτό. Τη σκυτάλη έλαβε την Παρασκευή (06/01) ο αρθρογράφος της βρετανικής Telegraph, Ντέιβιντ Φροστ, με κείμενό του που τιτλοφόρειται: «Η Βρετανία θα πρέπει να δώσει τα Ελγίνεια στην Ελλάδα».

Ο Φροστ στο κείμενό του κάνει μια σύντομη αναδρομή στο πώς τα Μάρμαρα του Παρθενώνα βρέθηκαν στα χέρια του λόρδου Έλγιν και «μεταφέρθηκαν στη Βρετανία στις αρχές του 19ου αιώνα, πιθανότατα με τη σύμφωνη γνώμη των οθωμανικών αρχών».

Τονίζει δε πως «η ελληνική κυβέρνηση δεν αποδέχτηκε ποτέ τη νομιμότητα της αφαίρεσής τους και διεκδίκησε δυναμικά την επιστροφή τους στο Μουσείο της Ακρόπολης».

«Παρά την ομολογουμένως ελαφρώς σκοτεινή φύση των ενεργειών του Έλγιν, νομίζω ότι η νομική μας υπόθεση είναι καλή. Αλλά ποτέ δεν με έχουν πείσει τόσο πολύ τα ηθικά, καλλιτεχνικά και πολιτιστικά επιχειρήματα. Πιστεύω ότι τα Μάρμαρα του Παρθενώνα αποτελούν μια ειδική κατάσταση στην οποία θα πρέπει να προσπαθήσουμε να βρούμε μια ειδική λύση», γράφει ο Βρετανός αρθρογράφος.

«Οι ζωφόροι του Παρθενώνα αποτελούν μια από τις κορυφαίες εκφράσεις της αρχαίας ελληνικής, άρα και δυτικής, τέχνης. Δημιουργήθηκαν για ένα συγκεκριμένο κτήριο και ένα συγκεκριμένο πολιτιστικό και θρησκευτικό πλαίσιο. Σε αντίθεση με πολλά αρχαία γλυπτά, γνωρίζουμε ακριβώς ποιο ήταν αυτό το πλαίσιο και τι επρόκειτο να σηματοδοτήσει το έργο τέχνης. Δεν πρόκειται για τυχαία εκθέματα του μουσείου. Για όσο διάστημα δεν τα βλέπουμε ως σύνολο, είναι λιγότερα από το άθροισμα των μερών τους», εξηγεί ο Ντέιβιντ Φροστ.

Εν συνεχεία, ο ίδιος κάνει μια αναφορά στην ελληνική μόρφωση και κουλτούρα που έχει αποκτήσει:

«Έχω μάθει ελληνικά στην Ελλάδα και έχω ζήσει στην Κύπρο. Αναμφίβολα έχω επηρεαστεί από αυτή την εμπειρία, αλλά μου έδωσε επίσης τη δυνατότητα να δω το επιχείρημα από την ελληνική οπτική γωνία. Για εμάς, τα μάρμαρα είναι απλώς ένα, αν και πολύ σημαντικό, έκθεμα στα εθνικά μας μουσεία. Για την Ελλάδα, είναι μέρος της εθνικής της ταυτότητας και εθνική πολιτιστική υπόθεση.

Δεν εννοώ ότι κάθε Έλληνας πολίτης ξυπνάει κάθε πρωί και αναρωτιέται: "Πότε θα επιστρέψουν τα μάρμαρα του Παρθενώνα;", αλλά ότι ένα πολύ σημαντικό μέρος της σύγχρονης ελληνικής εθνικής ταυτότητας, το σύγχρονο ελληνικό κράτος, βασίζεται στη συνέχεια με την αρχαία Ελλάδα και την κληρονομιά της. Η Ακρόπολη και τα κτήριά της είναι το πιο ορατό και συμβολικό μέρος αυτού του γεγονότος, οπότε καταλαβαίνω γιατί είναι τόσο σημαντικό για την Ελλάδα να φέρει αυτό το μέρος της διάσπαρτης κληρονομιάς της στο σπίτι της σήμερα».

Ο Φροστ επιμένει πως «το θέμα είναι πολιτικό» ενώ χαρακτηρίζει λανθασμένο το γεγονός ότι οι συζητήσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές «θα πρέπει να είναι μυστικές».

Η παγίδα του δανεισμού

Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η λέξη «επιστροφή» εντός εισαγωγικών έχει βαρύνουσα σημασία, καθώς υπονοεί το δανεισμό των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα και όχι την πραγματική επιστροφή τους στο Μουσείο της Ακρόπολης.

Αυτό φαίνεται και από τα γραφόμενα του ίδιου του Φροστ:

«Ο νόμος του 1963 για το Βρετανικό Μουσείο ορθώς απαγορεύει στο μουσείο να αποξενώνει τις συλλογές του - μια προστασία που χρειάζεται περισσότερο σήμερα, όταν τόσοι πολλοί έφοροι μουσείων διακατέχονται από ένα μετα-αποικιακό σύνδρομο και φαίνονται διατεθειμένοι να δώσουν ή να κλείσουν εκθέματα για τους πιο αδύναμους και ψευδείς λόγους. Ωστόσο, το μουσείο μπορεί να συμφωνήσει μια συμφωνία δανεισμού. Οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία γίνει αποδεκτή από τους Έλληνες θα πρέπει να είναι πολύ εκτεταμένη - και το κατά πόσον οι όροι της θα είναι αποδεκτοί από εμάς είναι ένα ζήτημα εθνικού συμφέροντος και για αυτή τη χώρα. Επομένως, η κυβέρνηση πρέπει να εμπλακεί».

Ο αρθρογράφος της Telegraph επιμένει πάντως πως «ήρθε η ώρα για μια μεγάλη χειρονομία» και σημειώνει:

«Μόνο η κυβέρνηση μπορεί να την κάνει. Είναι να προσφέρει την επιστροφή των μαρμάρων ως εφάπαξ δώρο αυτής της χώρας στην Ελλάδα, ως μέρος μιας νέας ευρύτερης αγγλοελληνικής εταιρικής σχέσης».

Telegraph: Τρεις λόγοι για την επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα στην Ελλάδα

Ο Ντέιβιντ Φροστ επιμένει πως τα πλεονεκτήματα της επιστροφής των Γλυπτών και για τις δύο πλευρές θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε τρία σημαντικά κέρδη:

«Πρώτον, μια μουσειακή σύμπραξη: υψηλής ποιότητας αναπαραγωγές των μαρμάρων στο Λονδίνο συν μια συμφωνία της Ελλάδας να δανείσει μερικά από τα πιο διάσημα έργα τέχνης της, προσωρινά, σε αντάλλαγμα, ίσως και σε μουσεία εκτός Λονδίνου.

Δεύτερον, μια ευρύτερη πολιτιστική εταιρική σχέση: ένα διμερές ίδρυμα, ίσως σε μεγάλο βαθμό χρηματοδοτούμενο από τους πολλούς πλούσιους ιδιώτες που ενδιαφέρονται για το ζήτημα αυτό, για να ανεβάσει την ακαδημαϊκή και επιστημονική συνεργασία σε ένα νέο επίπεδο- και μια συμφωνία για χαλάρωση ή εξάλειψη των περιορισμών (τα εμπόδια είναι πολύ ισχυρότερα στην ελληνική πλευρά από ό,τι στη δική μας) στη διδασκαλία της γλώσσας, στο πολιτιστικό έργο και στην καλλιτεχνική απόδοση από τους πολίτες του άλλου.

Τρίτον, μια κοινή εκστρατεία για την επιστροφή στην Ελλάδα όσων τμημάτων των μαρμάρων βρίσκονται σε άλλα μουσεία παγκοσμίως - γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, αν και το Βρετανικό Μουσείο έχει τα περισσότερα, δεν τα έχει όλα. Μια τέτοια σύμπραξη θα πρέπει να παραμερίσει οριστικά τα δικαιώματα και τα λάθη της αρχικής απόκτησης και της μετέπειτα μεταχείρισης των μαρμάρων από τις δύο χώρες. Θα έπρεπε επίσης να είναι σαφές ότι δεν αποτελεί προηγούμενο για αιτήματα "επιστροφής" για οτιδήποτε άλλο».

Καταλήγει δε:

«Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς τι θα κέρδιζε η Ελλάδα από αυτό. Τι θα κερδίζαμε εμείς; Θα επιλύαμε αυτή τη διαμάχη, ενώ θα λαμβάναμε κάτι σημαντικό σε αντάλλαγμα. Θα αποδεικνύαμε ότι το εννοούμε όταν λέμε ότι τα Μάρμαρα είναι μέρος της κοινής μας δυτικής κληρονομιάς, κάτι που μπορεί να δημιουργήσει εταιρική σχέση με την Ελλάδα, όχι διαίρεση. Αλλά θα δείχναμε επίσης κάτι για το είδος της χώρας που είμαστε και φιλοδοξούμε να γίνουμε - μια χώρα που μπορεί να κοιτάξει πέρα από το "ό,τι έχουμε, κρατάμε" και μπορεί να σκεφτεί τη φήμη μας, την επιστήμη μας και τον πολιτισμό μας. Ας σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων και ας κάνουμε μια συμφωνία».