FOCUS

Οι ΗΠΑ εξάγουν τον Ντόναλντ

Ο Ντόναλντ Τραμπ μιλά σε προεκλογική εκστρατείοα στο Κολοράντο Σπρίνγκς, την Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016 REUTERS/Carlo Allegri

Στην τελική ευθεία για τις εκλογές που θα αναδείξουν τον επόμενο πρόεδρο των ΗΠΑ, η προεκλογική εκστρατεία αποκτά άρωμα Κρεμλίνου, επιφυλάσσοντας στον Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) έναν ρόλο με πολλές προεκτάσεις, που δεν αφορούν μόνο τον ίδιο.

Την Παρασκευή 22 Ιουλίου, τρεις ημέρες πριν την έναρξη του εθνικού συνεδρίου των Δημοκρατικών στη Φιλαδέλφεια, ο ιστότοπος Wikileaks δημοσίευσε 19.252 emails με ημερομηνίες στο διάστημα Ιανουαρίου–Μαΐου 2016, που έδειχναν ότι η Εθνική Επιτροπή των Δημοκρατικών (DNC) υπέσκαπτε συστηματικά στο παρασκήνιο τον Γερουσιαστή από το Βερμόντ και υποψήφιο για το προεδρικό χρίσμα Μπέρνι Σάντερς (Bernie Sanders).

Η είδηση έσκασε σαν βόμβα στο Δημοκρατικό Κόμμα, που προετοιμαζόταν να δώσει και επισήμως στην Χίλαρι Κλίντον (Hillary Clinton) το χρίσμα. Το πρωί της Δευτέρας 25 Ιουλίου, ύστερα από μια επεισοδιακή συνάντηση με την αντιπροσωπεία των Δημοκρατικών της Φλόριντα, η βουλευτής της πολιτείας Ντέμπι Ουάσερμαν Σουλτς (Debbie Wasserman Schultz) ανακοίνωσε την παραίτησή της από πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής.

Την έναρξη του συνέδριου, που ήταν προγραμματισμένο να ξεκινήσει πανηγυρικά το ίδιο βράδυ, κήρυξε η δήμαρχος της Βαλτιμόρης Στέφανι Ρόλινγκς Μπλέικ (Stephanie Rawlings-Blake). Σε συνέντευξή της η τελευταία υποστήριξε ότι δεν ήταν το σύνολο της DNC που «επέδειξε συμπεριφορά και πράξεις, η οποίες δεν συνάδουν με τις πολιτικές και πρακτικές των Δημοκρατικών», αλλά μια ομάδα ανθρώπων.

Θα ήταν, απλώς, μια δυσάρεστη παρέκκλιση –από αυτές που συνηθίζονται στον αδυσώπητο κόσμο της πολιτικής– αν δεν επρόκειτο για υψηλόβαθμα στελέχη των Δημοκρατικών και κεντρική καθοδήγηση. Από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις ήταν αυτή του επικεφαλής των οικονομικών του κόμματος Μπραντ Μάρσαλ (Brad Marshall). «Ρώτα τον τι πιστεύει. Πιστεύει σε θεό; Λέει για την εβραϊκή κληρονομιά του. Εγώ νομίζω ότι είναι άθεος», έγραφε σε ένα από τα email, εξηγώντας στον παραλήπτη του πως για τους Βαπτιστές ψηφοφόρους των Δημοκρατικών στο Νότο έχει μεγάλη διαφορά αν είναι Εβραίος ή άθεος· εννοώντας ότι το πρώτο θα μπορούσε να γίνει ανεκτό, το δεύτερο όμως με τίποτα.

Οι Κλίντον αντεπιτίθενται

Ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον κλωτσάει μπαλόνια επί σκηνής λίγες στιγμές αφότου η σύζυγός του δέχθηκε και επισήμως το χρίσμα των Δημοκρατικών, στη τέταρτη και τελευταία ημέρα του συνεδρίου τους στην Φιλαδέλφεια, Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016 - Πηγή: REUTERS/Mike Segar

Παρά την οργή των υποστηρικτών του Σάντερς, που επί μήνες κατηγορούσαν ανοιχτά το κομματικό κατεστημένο για κάτι που έμελλε να αποδειχθεί κατόπιν εορτής, η Κλίντον ανακοίνωσε δημόσια ότι η παραιτηθείσα Σούλτς θα αναλάβει επίτιμη πρόεδρος της προεκλογικής της καμπάνιας σε εθνικό επίπεδο με ιδιαίτερη εστίαση σε πολιτείες–κλειδιά για τις εκλογές της 8ης Νοεμβρίου, όπως η Φλόριντα.

Αυτό που σε άλλες περιπτώσεις θα αποτελούσε σκάνδαλο πρώτου μεγέθους εξελίχθηκε σε κατασκοπευτικό θρίλερ. Μία μέρα πριν την έναρξη του συνεδρίου –όπου οι Δημοκρατικοί θα επιχειρούσαν να κλέψουν την παράσταση από τη χαοτική φιέστα των Ρεπουμπλικάνων– ο Ρόμπι Μουκ (Robby Mook) κατηγόρησε ευθέως τη Ρωσία για τη διαρροή.

Σε ερώτηση του CNN για το τι στοιχεία έχει, το Νο3 στην καμπάνια της Κλίντον τόνισε τη λέξη «ειδικοί». «Οι ειδικοί μάς λένε ότι ρωσικοί παράγοντες χάκαραν τους λογαριασμούς της DNC, υπέκλεψαν τα email και τα δημοσιεύουν για βοηθήσουν τον Ντόναλντ Τραμπ. Δεν είναι δικός μου ισχυρισμός. Είναι αυτό που μας λένε οι ειδικοί».

O βουλευτής της Καλιφόρνια Άνταμ Σκιφ (Adam Schiff) πήγε την κόντρα ένα βήμα παραπέρα, ισχυριζόμενος ότι ο Τραμπ είναι ο εκλεκτός της Μόσχας. Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στην επιτροπή πληροφοριών του Βουλής των Αντιπροσώπων επικαλέστηκε ως προς αυτό τα θερμά λόγια του Ρεπουμπλικανού αντίπαλου της Κλίντον για τον Βλαντιμίρ Πούτιν (Vladimir Putin), αλλά και τα όσα έχει πει ο Τραμπ για το ΝΑΤΟ και την προστασία των ανατολικοευρωπαίων συμμάχων.

Στο μακελειό του Ορλάντο ο Σκιφ είχε εμφανιστεί πολύ πιο επιφυλακτικός. Όταν σύσσωμη η κοινή γνώμη ήταν έτοιμη να δεχτεί τις κραυγές του Τραμπ για χτύπημα του ISIS, ο Αμερικάνος βουλευτής δήλωνε από τηλεοράσεως ότι, αν και υπάρχουν υψηλές ενδείξεις για τρομοκρατικό χτύπημα, θα πρέπει πρώτα να ολοκληρωθούν οι έρευνες των υπηρεσιών ασφαλείας, καθώς σε πολλές περιπτώσεις τα φαινόμενα απατούν.

Αυτή η άποψη αντανακλούσε τη γραμμή που έχει χαράξει από την αρχή του έτους ο πρόεδρος Ομπάμα με το διάγγελμά του μετά τους πυροβολισμούς στο Σαν Μπερναρντίνο. Στον Λευκό Οίκο είχαν συνειδητοποιήσει ότι οι πρόωρες κρίσεις ρίχνουν λάδι στη φωτιά, ενισχύοντας τη ρητορική μίσους του Τραμπ. Στην περίπτωση των email της DNC ο Σκιφ ήταν κάτι παραπάνω από σίγουρος για τον ένοχο.

«Δεν θα θεωρούσα τίποτα απίθανο για το Κρεμλίνο». Τοποθετώντας ανοιχτά το πλαίσιο της αντιπαράθεσης σε διεθνές επίπεδο, ο βουλευτής της πολυπληθέστερης πολιτείας των ΗΠΑ αποκάλεσε τον Τραμπ «ονειρεμένο ψηφοφόρο για τη Μόσχα» και υπερθεμάτισε λέγοντας ότι οι Ρώσοι «φοβούνται πολύ την Χίλαρι Κλίντον».

«Οι Ρώσοι έχουν το κίνητρο και έχουν σίγουρα τα μέσα», εξήγησε ο Σκιφ στο CNN, υπενθυμίζοντας ότι η Μόσχα έχει αναμιχθεί στα πολιτικά ζητήματα και άλλων χωρών. «Έχουν ξεκάθαρα ισχυρή ανάμιξη στην προεδρική κούρσα».

Μετά από το μπαράζ αυτό δηλώσεων, το περιεχόμενο των διαρροών είχε πλέον ξεχαστεί και όλοι ανέτρεχαν στην ανακοίνωση της 14ης Ιουνίου, όπου οι Δημοκρατικοί γνωστοποιούσαν πως μυστικές υπηρεσίες είχαν διεισδύσει στα ηλεκτρονικά τους συστήματα, κλέβοντας πληροφορίες επί σχεδόν έναν χρόνο. Πότε το κατάλαβαν; Μόλις τον περασμένο Απρίλιο.

Ο εκπρόσωπος της Κλίντον Μπράιαν Φάλον (Brian Fallon) δήλωσε την ίδια μέρα σε δημοσιογράφους ότι «ο Τραμπ ενστερνίζεται δημοσίως μια δέσμη εξωτερικής πολιτικής που θα ταίριαζε γάντι με τις πολιτικές του Πούτιν». Για το επιτελείο της πρώην Πρώτης Κυρίας και πρώην υπουργού Εξωτερικών, η ανάδειξη της υποκλοπής σε ζήτημα εξωτερικής πολιτικής έπαιρνε χαρακτηριστικά κεντρικού πολιτικού συνθήματος.

Η επίσημη ανακοίνωση της καμπάνιας της Χίλαρι δεν άφηνε αμφιβολία για τη γραμμή άμυνας του κόμματος. «Υπάρχουν περαιτέρω στοιχεία ότι η ρωσική κυβέρνηση προσπαθεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα των εκλογών».

Η καταγγελία ήταν πολύ σοβαρή και ξέφευγε από όσα μέχρι στιγμής χαρακτήριζαν το διπλωματικό μπραντ-ντε-φερ Ουάσιγκτον και Μόσχας σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη. Για άλλη μια φορά οι Ρώσοι είχαν εισβάλει στην Αμερική, και μάλιστα όταν αυτή είχε συγκεντρωμένο το βλέμμα της στη Φιλαδέλφεια, την κοιτίδα της αμερικανικής δημοκρατίας.

Γάτες, χάκερ και αρκούδες

Η πλευρά του Τραμπ απέρριψε τους ισχυρισμούς των Δημοκρατικών. «Είναι παράλογο, είναι τρελό», δήλωσε ο Πολ Μάναφορτ (Paul Manafort), στενός συνεργάτης του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου. Λέγοντας ότι δεν υπάρχει καμία βάση προς απόδειξη των ισχυρισμών, αντέτεινε ότι άλλο είναι το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί: «τι κατέχουν οι Ρώσοι από τον server της Χίλαρι;»

Κατά τα φαινόμενα, οι Ρεπουμπλικάνοι δεν δείχνουν να έχουν ούτε αυτοί ενδοιασμούς για το ποιος κρύβεται πίσω από τις κυβερνοεπιθέσεις. Αυτό που, όμως, θέλουν από τη δική τους την πλευρά να καταδείξουν για άλλη μια φορά είναι η ανικανότητα της Κλίντον να διαχειριστεί τα του οίκου της –ένα γνωστό μοτίβο της συντηρητικής Αμερικής που ξεκίνησε με τις εξωσυζυγικές περιπέτειες του Μπιλ Κλίντον (Bill Clinton) για να συμπεριλάβει τα πεπραγμένα της Χίλαρι ως επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας στη Λιβύη και τη Συρία.

Η πλευρά της υποψήφιας προέδρου επέδειξε γρήγορα αντανακλαστικά, θυμίζοντας ότι ο Μάναφορτ υπήρξε από το 2005 σύμβουλος του Ουκρανού ολιγάρχη Ρινάτ Αχμέτοφ (Rinat Achmetov) και από το 2010 υπεύθυνος της προεκλογικής καμπάνιας του φιλορώσου Ουκρανού προέδρου Βίκτορ Γιανουκόβιτς (Victor Yanukovych) σε μια περίοδο που η Ουάσιγκτον απεργαζόταν την ανατροπή του.

Σε μια αντιπαράθεση που θα έκανε τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές να φαντάζουν ως μονομαχίες ευγενών, ο γόνος Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ σήκωσε το γάντι. Στα χνάρια του πατέρα του συνεισέφερε στο ντιμπέιτ κάνοντας λόγο για «αηδία» και «απάτη». «Η γάτα στο σπίτι του (σ.σ του Μουκ) είπε κάποτε ότι το τάδε συμβαίνει με τους Ρώσους».

Εν όψει του συνεδρίου στη Φιλαδέλφεια, ο 38χρονος γιος του μεγιστάνα από τη Νέα Υόρκη δήλωσε στο ABC ότι οι αιτιάσεις των Δημοκρατικών «φανερώνουν την ηθική τους πυξίδα». Όπως ισχυρίστηκε, «θα πουν τα πάντα για να νικήσουν. Αυτό γίνεται κάθε φορά, ψέμα μετά το ψέμα». Γνωρίζοντας πως σε όλες τις δημοσκοπήσεις η Χίλαρι Κλίντον υστερεί στο ζήτημα της «ηθικής», οι άνθρωποι του Τραμπ επαναλαμβάνουν διαρκώς αυτήν την κατηγορία.

Από το ντιμπέιτ δεν θα μπορούσε να λείπει ο άμεσα ενδιαφερόμενος. «Το νέο ανέκδοτο είναι ότι η Ρωσία διέρρευσε τα καταστροφικά email της DNC, που δεν θα έπρεπε ποτέ να έχουν γραφτεί (ανοησία), γιατί ο Πούτιν με συμπαθεί», έγραψε ο «αληθινός» Ντόναλντ Τραμπ στο Twitter. «Για την ιστορία, έχω μηδέν επενδύσεις στη Ρωσία», πρόσθεσε προσπαθώντας να ενεργοποιήσει για πολλοστή φορά τα αντισυστημικά αντανακλαστικά της συντηρητικής Αμερικής.

Λίγες μέρες μετά, θα προκαλούσε σοκ στους πολιτικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους με μόλις 140 χαρακτήρες: «Εάν η Ρωσία ή οποιαδήποτε άλλη χώρα ή άτομο κατέχει τα 33.000 διαγραμμένα email της Χίλαρι Κλίντον, ας τα μοιραστεί με το FBI Ο προεδρικός υποψήφιος επιχειρούσε να επαναφέρει τη συζήτηση στην υπόθεση χειρισμού κυβερνητικών μηνυμάτων από ιδιωτικούς διακομιστές, που εξέθεσαν την Κλίντον σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Αυτό που κατάφερε είναι όλοι να μιλούν για ανάμιξη ξένων δυνάμεων στα εσωτερικά των ΗΠΑ με δικό του κάλεσμα. Πλήθος σοβαρών εντύπων και αναλυτών έθεταν πλέον το ερώτημα «τι συμβαίνει με τον Τραμπ και τον Πούτιν;»

Όσο τα δύο κομματικά στρατόπεδα ξέθαβαν τα τόμαχοκ του πολέμου, ο Λευκός Οίκος και το υπουργείο Εξωτερικών τηρούσαν στάση αναμονής, προσπαθώντας να κρατήσούν τις όποιες ισορροπίες.

«Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν διάφοροι παράγοντες –κρατικοί και ποινικοί– που αναζητούν ευάλωτα σημεία στην κυβερνοασφάλεια των ΗΠΑ και σ’ αυτούς συμπεριλαμβάνεται η Ρωσία», δήλωσε εκείνη τη Δευτέρα ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Τζος Έρνεστ (Josh Earnest).

Στο ίδιο πνεύμα μίλησε την ίδια πολεμική μέρα ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Τζον Κίρμπι (John Kirby). «Νομίζω ότι θα πρέπει να αφήσουμε το FBI να κάνει τη δουλειά του προτού βγάλουμε συμπεράσματα για τα κίνητρα και το τι συνέβη», δήλωσε παραπέμποντας στο Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών για οτιδήποτε άλλο.

Την επόμενη μέρα Τρίτη 25 Ιουλίου, στο Διεθνές Συνέδριο για την Κυβερνοασφάλεια που διοργάνωσε το FBI στη Νέα Υόρκη, ο υποδιευθυντής του Γραφείου Τζέιμς Τρέινορ (James Trainor) δήλωσε στο CNNMoney ότι τα μέχρι έως τώρα δεδομένα δεν αποδεικνύουν ανάμιξη της ρωσικής κυβέρνησης στην υπόθεση των email της DNC. Απ’ την άλλη σημείωσε πως, οποτεδήποτε υπήρξε η υποψία ότι Ρώσοι κατάσκοποι είχαν παραβιάσει συστήματα ασφαλείας αμερικανικών επιχειρήσεων και κυβερνητικών υπηρεσιών, το χακάρισμα ήταν υψηλού επιπέδου.

Επισήμως, το FBI είχε προηγουμένως ότι διερευνά το περιστατικό για να διαπιστωθεί η φύση και ο σκοπός του. «Μια υποχώρηση αυτού του είδους είναι κάτι που παίρνουμε πολύ στα σοβαρά. Το FBI θα φέρει προ των ευθυνών τους αυτούς που απειλούν την ασφάλεια στο κυβερνοδιάστημα», ανέφερε το Γραφείο χωρίς να κάνει αναφορά σε πιθανούς ενόχους.

Τα αμερικανικά μέσα σχολίαζαν ότι η έλλειψη επαρκών στοιχείων δεν επέτρεπε στο FBI να κατονομάσει τη Ρωσία, καθώς κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με μια άνευ προηγουμένου κλιμάκωση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες, σε μια περίοδο όπου η Ουάσιγκτον αποζητά τη συνεργασία της Μόσχας στο συριακό εν μέσω γενικευμένης γεωπολιτικής αστάθειας σε όλα τα ανοιχτά μέτωπα του πλανήτη.

Οι Δημοκρατικοί εμφανίστηκαν βέβαιοι για τους δράστες ύστερα από τη δημοσίευση αποτελεσμάτων έρευνας που διεξήγαγε ιδιωτική εταιρεία, την οποία είχαν προσλάβει επί τούτου. Τον περασμένο μήνα, ερευνητές της CrowdStrike (οι «ειδικοί» κατά τον Ρόμπι Μουκ) είχαν αποφανθεί ότι πίσω από την υποκλοπή των email βρίσκονταν δύο ρωσικές ομάδες χάκερ με τα ονόματα Cozy Bear (Όμορφη/Ανετη Αρκούδα) και Fancy Bear (Ευχάριστη Αρκούδα). Όπως είπαν, μία από τις δύο αρκούδες συνδεόταν με την GRU, την πανίσχυρη υπηρεσία πληροφοριών του ρωσικού στρατού. Αλλά, όπως τονίστηκε σε πολλά ρεπορτάζ, είθισται σε τέτοιας κλίμακας κυβερνοεπιθέσεις οι ταυτότητες των δραστών να παραλλάσσονται, παραπλανώντας τις αρχές ασφαλείας.

Μέσα σε όλα αυτά, τα Wikileaks απέρριψαν τους ισχυρισμούς πως υπάρχει ρωσικός δάκτυλος πίσω από τη διαρροή των email, χωρίς ωστόσο να κατονομάζουν όπως ήταν αναμενόμενο ποιος τους τα έδωσε.

Την ίδια Τρίτη, ήταν σειρά των Κέρι–Λαβρόβ να δώσουν στίγμα προθέσεων χιλιάδες χιλιόμετρα πιο μακριά. Από τη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών της Ένωσης Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN) στην Βιανκιάν (Vientiane) του Λάος, ο Σεργκέι Λαβρόφ (Sergei Lavrov) απάντησε με νόημα σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφου. «Δεν θέλω να χρησιμοποιήσω λέξεις με τέσσερα γράμματα». Λίγο πριν από τη χειραψία των δύο αντρών, ο Τζον Κέρι (John Kerry) είπε με τη σειρά του: «Με σεβασμό προς τον υπουργό Εξωτερικών Λαβρόφ, ήγειρα το θέμα της DNC. Όπως γνωρίζετε, το FBI διερευνά το περιστατικό και είναι σημαντικό το FBI να κάνει τη δουλειά του προτού βγάλουμε το όποιο συμπέρασμα».

Στο πλευρό των Δημοκρατικών βρέθηκαν ουκ ολίγοι πρώην διπλωμάτες και στελέχη των μυστικών υπηρεσιών που με δηλώσεις τους στον αμερικανικό τύπο εμφανίζονταν σχεδόν βέβαιοι για την εμπλοκή των Ρώσων. Το πλήθος των ειδικών έθετε επιτακτικά το ερώτημα: ποια θα είναι η απάντηση της Ουάσιγκτον;

«Πιστέψτε με, ξέρω»

Ο 29χρονος εν ετει 2013 Έντουαρντ Σνόουντεν σε συνέντευξή του στον Guardian, στο Χονγκ-Κονγκ - The Guardian via Getty Images

Τα ρεπορτάζ της εβδομάδας που πέρασε συμπεριέλαβαν αναφορές σε προηγούμενες αντίστοιχες περιπτώσεις κυβερνοεπιθέσεων, όπου η κυβέρνηση Ομπάμα δεν δίστασε όχι μόνο να κατονομάσει τους ενόχους, αλλά και να επιβάλλει ποινές.

Το 2014, η αμερικανική κυβέρνηση κατηγόρησε τη Βόρεια Κορέα ότι κρύβεται πίσω από την εισβολή στα συστήματα της Sony και μήνυσε πέντε Κινέζους αξιωματικούς –για τους οποίους το FBI βγαλε αφίσα «καταζητούνται»– ζητώντας από το Πεκίνο την έκδοσή τους. Οι πέντε κατηγορούνταν για κλοπή εμπορικών δεδομένων από τις εταιρείες αλουμινίου Alcoa, US Steel, την εταιρεία ηλεκτρισμού και πυρηνικής ενέργειας Westinghouse, τη μεταλλευτική Allegheny Technologies και τη SolarWorld. Ήταν μια χρονιά που το σχέδιο της κινεζικής ηγεσίας για στροφή της εγχώριας οικονομίας από το δευτερογενή στον τριτογενή τομέα βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη με σημαντικές παρενέργειες στις διεθνείς αγορές μεταλλευμάτων και ενέργειας.

Τα δημοσιεύματα των αρχών του 2014 δεν παρέλειπαν να αναφερθούν στον κατασκοπευτικό ανταγωνισμό που οργίαζε, όπως είχε αποκαλυφθεί στις διαρροές του πρώην κατασκόπου της NSA Έντουαρντ Σνόουντεν (Edward Snowden) από τον περασμένο Ιούνιο. Εμβληματική ήταν η περίπτωση της Βραζιλίας, όπου η NSA παρακολουθούσε τις επικοινωνίες της προέδρου της χώρας Ντίλμα Ρούσεφ (Dilma Rousseff) και συνεργατών της, αλλά και του πετρελαϊκού κολοσσού της χώρας Petrobras, ενώ είχε εισχωρήσει στο δίκτυο του υπουργείου Εξωτερικών Οικονομικών Υποθέσεων της χώρας. Άλλη τέτοια περίπτωση που προκάλεσε σάλο ήταν η συστηματική παρακολούθηση των Γερμανών, μέχρι του σημείου να παρακολουθείται το κινητό της Γερμανίδας καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ (Angel Merkel) από το 2002 έως το καλοκαίρι του 2013. Όπως έγινε γνωστό, η λίστα παρακολουθήσεων περιλάμβανε τα ονόματα άλλων 122 ηγετών.

Για τα επόμενα χρόνια, έντυπα με διεθνή απήχηση θα επανέρχονταν στις αποκαλύψεις Σνόουντεν με νέα στοιχεία. Ο πρώην κατάσκοπος εξελίχθηκε στον Νο.1 εχθρό της χώρας του, κάνοντας πολλούς να ζητούν τη θανατική ποινή. «Το αίμα των Γάλλων βρίσκεται στα χέρια του Σνόουντεν», δήλωσε ο πρώην διευθυντής της CIA (1993-1995) Τζέιμς Γούλσεϊ (James Woolsey) στο CNN, στον απόηχο των επιθέσεων στο Παρίσι. Όπως είπε, θα προτιμούσε να τον δει κρεμασμένο, παρά να κάθεται στην ηλεκτρική καρέκλα.

Στον αντίποδα, ο Ραντ Πολ (Rand Paul), Γερουσιαστής από το Κεντάκι και ηγετική φυσιογνωμία του Tea Party έχει κατ’ επανάληψη δηλώσει ότι δεν πρέπει να επιβληθεί μεγάλη ποινή στον Σνόουντεν, καθώς είναι αυτός που αποκάλυψε τις παρανομίες του κράτους. Ο Πολ –που είχε κατέβει ως υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων, αλλά αποσύρθηκε νωρίς, για πολλούς και λόγω Τραμπ– έχει δηλώσει ότι θα στηρίξει τον Τραμπ, πιστός στη πρωθύστερη δέσμευσή του να στηρίξει τον επίσημο υποψήφιο του κόμματος.

«Όλα τα κράτη ενέχονται σε παρακολουθήσεις», δήλωνε τον Μάιο του 2014 ο τότε Αμερικανός υπουργός Δικαιοσύνης Έρικ Χόλντερ (Eric Holder), αναφερόμενος στην κινεζική υπόθεση. «Αυτό που κάνει διαφορετική τούτη την υπόθεση είναι η χρήση των εργαλείων παρακολούθησης προς απόκτηση εμπορικού πλεονεκτήματος». Ο πρώην Γενικός Εισαγγελέας έχει δηλώσει ότι δεν θα επιβληθεί θανατική ποινή στον Σνόουντεν, ο οποίος παραμένει για χρόνια στη Ρωσία.

Δύο μήνες πριν τις δηλώσεις Χόλντερ για το τι επιτρέπεται και το τι όχι στη διεθνή κατασκοπία είχε ξεσπάσει το σκάνδαλο με επίκεντρο την Petrobras, που συγκλόνισε το πολιτικό σύστημα της Βραζιλιας, οδηγώντας φέτος στην αποπομπή της προέδρου Ρούσεφ. Πολλοί εκ των κατηγορουμένων στην υπόθεση διαφθοράς συμμετείχαν ενεργά σε αυτό που η ίδια κατήγγειλε ως πραξικόπημα.

Αν έχουν κάποια αξία τα παραπάνω δεν είναι για να υπενθυμίσουν το πώς παίζεται ο ρόλος της μεγάλης δύναμης στη διεθνή σκηνή. Εν μέσω ενός κατασκοπευτικού σκανδάλου που αγγίζει την κεντρική πολιτική σκηνή των ΗΠΑ, είναι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι πέραν του Ατλαντικού που ζυγίζουν τις πληροφορίες, καταγράφοντας τις αντιφάσεις ενός συστήματος σε κρίση ταυτότητας.

Σε σημερινό ρεπορτάζ με τίτλο «Η Ρεπουμπλικανική στιγμή των Δημοκρατικών», το CNN ανατρέχει στα όσα συνέβησαν στο εθνικό συνέδριο του Δημοκρατικού Κόμματος, διαπιστώνοντας με έκπληξη μια ολοφάνερη και κραυγαλέα πατριωτική στροφή. Βλέποντας το συνέδριο πολλοί Ρεπουμπλικάνοι ένιωσαν να τους κλέβουν τα μηνύματα. Οι ιαχές «USA, USA!» δονούσαν το Wells Fargo Center της Φιλαδέλφεια, διαδοχικοί ομιλητές απέτιναν φόρο τιμής στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας, τιμώντας όσους θυσιάστηκαν στον πόλεμο για την πατρίδα και, κυρίως, εξαίροντας την «αμερικανική ιδιαιτερότητα» («exceptionalism»).

Οι σύνεδροι υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό τον 63χρονο στρατηγό Τζον Άλεν (John Allen), ο οποίος πριν αποσυρθεί υπηρέτησε ως διοικητής των διεθνών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, ενώ έως τον περασμένο Οκτώβριο είχε αναλάβει επί έναν χρόνο εκπρόσωπος του Ομπάμα στη διεθνή συμμαχία κατά του ISIS. Από το βήμα του συνεδρίου ο τετράστερος Άλεν δήλωσε ότι η τρομοκρατική οργάνωση θα ηττηθεί και ότι η πατρίδα θα προστατευτεί –προφανώς υπό την προεδρία της Χίλαρι.

«Έχουμε τον πιο ισχυρό στρατό. Τους πιο καινοτόμους επιχειρηματίες. Τις αξίες με τη μεγαλύτερη αντοχή –ελευθερία και ισότητα, δικαιοσύνη και ευκαιρία», δήλωνε η Χίλαρι Κλίντον, αποδεχόμενη το χρίσμα εν μέσω αποθέωσης. «Θα πρέπει να είμαστε πολύ περήφανοι που αυτές οι λέξεις συνδέονται με εμάς. Που όταν τις ακούν οι άνθρωποι, ακούν Αμερική».

Ο Τζον Ποντχόρετζ (John Podhoretz) –λογογράφος των Ρόναλντ Ρήγκαν (Ronald Reagan) και πατρός Μπους και σύμβουλος της τηλεοπτικής σειράς The West Wing– έγραφε στο Twitter ότι η ομιλία του προέδρου Ομπάμα στο συνέδριο «θα μπορούσε να είναι μια ομιλία Ρήγκαν. Πιστέψτε με, ξέρω».

Ο πρώην πρόεδρος των Ρεπουμπλικάνων Μάικλ Στιλ (Michael Steele) έγραψε στο Twitter ότι «απολάμβανε αυτό το ρεπουμπλικανικό συνέδριο, όπου ένας στρατηγός με τέσσερα αστέρα διοικούσε τη σκηνή, με το πλήθος να ζητωκραυγάζει “USA, USA!”». Η λεπτομέρεια σε αυτήν τη σκηνή είναι ότι οι ιαχές υπέρ πίστεως και πατρίδος ακούστηκαν για να μην επαναληφθεί αυτό που είχε συμβεί την προηγούμενη βραδιά, όταν οι υποστηρικτές του Μπέρνι Σάντερς διέκοψαν την ομιλία του πρώην υπουργού Εξωτερικών και διευθυντή της CIA Λίον Πανέτα (Leon Panetta), φωνάζοντας «όχι άλλο πόλεμο!»

Το δημοσίευμα του CNN ανέτρεξε στα έργα και τις ημέρες του προέδρου Ομπάμα, θυμίζοντας πως στα χρόνια του η χρήση drones επεκτάθηκε σε μέγιστο βαθμό, όπως και η κατασκοπευτική δραστηριότητα εις βάρος των εχθρών της χώρας. Ανέτρεξε και στην επιδρομή κατά του Οσάμα Μπιν Λάντεν (Osama bin Laden), όπου έχει μείνει στην ιστορία η φωτογραφία από τα υπόγεια της δυτικής πτέρυγας του Λευκού Οίκου την 1η Μαΐου 2011 με τον πρόεδρο, την υπουργό Εξωτερικών και όλα τα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας να παρακολουθούν με αγωνία την επιχείρηση live (βλ. φωτ.).

Το στρατόπεδο του Τραμπ κατηγορεί επανειλημμένα και με ιδιαίτερη ένταση τόσο τον Ομπάμα όσο και την Κλίντον ότι δεν τολμούν να κατονομάσουν τα χτυπήματα του τελευταίου εξαμήνου στη χώρα ως «ισλαμική τρομοκρατία». Όπως χαρακτηριστικά λέγεται στα φόρουμ των Ρεπουμπλικανών, η λέξη «ISIS» δεν αναφέρθηκε ούτε μια φορά στο συνέδριο των Δημοκρατικών.

Πολλοί πολιτικοί αναλυτές σημειώνουν ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική επί των τελευταίων δύο Δημοκρατικών κυβερνήσεων δεν υπήρξε λιγότερο παρεμβατική και επιθετική στο εξωτερικό απ’ όσο θέλουν να πιστεύουν τα συντηρητικά κέντρα.

Ποιος γνωρίζει στην πραγματικότητα που οδηγείται η Αμερική;

Κάθε συνέδριο τελειώνει με Ντόναλντ

Πριν από την οριστικοποίηση της επικράτησης Κλίντον, υπήρχε η αίσθηση ότι η νικήτρια των primaries θα έκανε άνοιγμα στην πλευρά του Σάντερς, αναγνωρίζοντας τη δυναμική που προσέδωσε η υποψηφιότητά του στις τάξεις των Δημοκρατικών. Η επιλογή της για τον υποψήφιο αντιπρόεδρο και τα όσα διαδραματίστηκαν στο συνέδριο του κόμματος κατέδειξαν πως το επιτελείο της Κλίντον επιλέγει να κινηθεί προς τα δεξιά του πολιτικού φάσματος.

Με δεδομένο ότι τα μεγάλα τζάκια των Ρεπουμπλικανών δεν κρύβουν την απέχθειά τους για τον Ντόναλντ Τραμπ (χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Τζεμπ Μπους που δήλωσε ότι δεν θα ψηφίσει ούτε Κλίντον ούτε Τραμπ τον Νοέμβριο), η κίνηση αυτή εξηγείται ως προσπάθεια προσεταιρισμού παραδοσιακών συντηρητικών ψηφοφόρων, που θεωρούν τον Ντόναλντ Τραμπ εισοδιστή –ένα system error. Θα ‘λεγε κανείς ότι αυτή είναι μια σίγουρη συνταγή νίκης. Πολλοί όμως αμφιβάλλουν αν τελικά ταιριάζει με τις περιστάσεις.

Οι Ρεπουμπλικάνοι είδαν με έκπληξη τους Δημοκρατικούς να μετατρέπουν το συνέδριό τους σε πατριωτική φιέστα σε μια εποχή όπου κατά κοινή ομολογία γίνονται τεκτονικές μετατοπίσεις στο εκλογικό σώμα. Η καμπάνια του Μπέρνι Σάντερς απελευθέρωσε μια δυναμική που είχε να εμφανιστεί πολλές δεκαετίες σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Αντίστοιχα, η υποστήριξη στον Τραμπ πήρε χαρακτηριστικά επανάστασης της λαϊκής δεξιάς κατά του συστήματος και απενεχοποιήσης ρατσιστικών αντιλήψεων και δράσεων. Τόσο ο Τραμπ όσο και η Κλίντον παραμένουν από τους πιο αντιδημοφιλείς υποψηφίους που έχουν ποτέ εισέλθει στην προεδρική κούρσα.

Πριν από τη διεξαγωγή των δύο συνεδρίων, δεν ήταν λίγες οι αναφορές που ήθελαν τους ψηφοφόρους του Σάντερς να στρέφονται προς τον Τραμπ. Οι περισσότεροι πολιτικοί αναλυτές δεν έχουν καμία αμφιβολία ότι οι υποστηρικτές του Γερουσιαστή που αυτοαποκαλείται «σοσιαλιστής» θα ψηφίσουν την υποψήφια του κόμματος. Άλλοι δημόσιοι σχολιαστές, όπως ο σκηνοθέτης και ακτιβιστής Μάικλ Μουρ (Michael Moore), σημειώνουν πως οι απογοητευμένοι ψηφοφόροι του Σάντερς θα ψηφίσουν Χίλαρι, αλλά δεν θα μπουν στον κόπο να πείσουν άλλους συμπολίτες τους. Το ακριβώς αντίθετο αναμένεται να συμβεί με τους οπαδούς του Τραμπ, βάζοντας σε κίνδυνο μία φαινομενικά –στην αρχή τουλάχιστον– άνετη επικράτηση της Κλίντον. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι όχι μόνο έχει κλείσει η ψαλίδα αλλά ότι ο Τραμπ αποκτά δυναμική προβαδίσματος.

Όσο πληθαίνουν οι δηλώσεις πόλωσης και οι συγκινητικές αναφορές στα ιδανικά της ισχυρότερης χώρας του κόσμου, τόσο αραιώνουν οι αναφορές –με όρους πολιτικού προγράμματος– στην κρίση και την οικονομική κατάσταση των χαμηλότερων στρωμάτων. Οι επιλογές του εκλογικού σώματος προσδιορίζονται ωσάν να αφορούν σε οτιδήποτε άλλο πλην της καθημερινότητάς τους.

Ζητήματα, όπως τα φοιτητικά δάνεια, η υποαπασχόληση, οι εγκαταλελειμμένες πόλεις, η εκτόξευση των τιμών αγοράς κατοικίας στα μεγάλα μητροπολιτικά κέντρα που αναγκάζει τα φτωχότερα στρώματα να πληρώνουν πανάκριβα ενοίκια, οι κοινωνικές ανισότητες που αποκτούν γεωγραφική κατανομή, ακόμα και η αστυνομική βία και αυθαιρεσία ή η ανεπάρκεια του σωφρονιστικού συστήματος, έχουν χαθεί πίσω από τις αντεγκλήσεις για κατασκοπεία, χρήση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αναφορές στον ISIS και την πανταχού παρούσα κόκκινη αρκούδα. Με λίγες αυθεντικές εξαιρέσεις, όπως αυτή του θαυμαστού ρήτορα, αντιπροέδρου Τζο Μπάιντεν (Joe Biden), το δράμα των ταπεινωμένων και καταφρονεμένων χάθηκε στη λάμψη. (Στο συνέδριο των Ρεπουμπλικάνων δεν περιγράφηκε ούτε κατά διάνοια).

Μπορεί η αμερικανική οικονομία να τα έχει καταφέρει καλύτερα από τις ευρωπαϊκές, εμφανίζοντας καλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης και απασχόλησης, για πολλούς όμως Αμερικανούς πολίτες οι συνέπειες της κρίσης παραμένουν. Η ανάκαμψη παραμένει αργή, η Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα διστάζει να αυξήσει τα επιτόκια, δείγμα πως η διευκολυντική πολιτική παραμένει αναγκαία για να ελεγχθούν οι αγορές και να τονωθεί η οικονομία, ενώ το χάσμα ανάμεσα στο κόσμο της Wall Street και τον μικρόσκομο της Main Street φαντάζει αγεφύρωτο. Εν ολίγοις, το 2008 φαντάζει μακρινό παρελθόν, όταν είναι οι συνέπειές του που οπλίζουν τα χέρια των ψηφοφόρων.

Βασική επιδίωξη των Δημοκρατικών ήταν να πείσουν την κοινή γνώμη πως διαφέρουν από τους Ρεπουμπλικάνους. Η γραφικότητα και τα ευτράπελα στο Εθνικό Ρεπουμπλικανικό Συνέδριο προμήνυε ότι θα το κατάφερναν. Η συγκλονιστική ομιλία της Μισέλ Ομπάμα (Michelle Obama) θεωρήθηκε απάντηση στην κωμικοτραγική λογοκλοπή της Μελάνια Τραμπ (Melania Trump). Αναμφίβολα, η φράση «κάθε πρωί ξυπνάω σε ένα σπίτι που έχει χτιστεί από σκλάβους» θα μείνει στην ιστορία. Δύο εβδομάδες πριν είχε γίνει viral στο διαδίκτυο βίντεο με έναν Αφροαμερικάνο που εξηγούσε γιατί είναι επικίνδυνο μέχρι θανάτου για έναν μαύρο να παίζει Pokémon στο δρόμο. Η ιστορία δεν χαρίζεται σε κανέναν.

Αυτό που τελικά κατάφεραν οι Δημοκρατικοί είναι όλος ο κόσμος να ασχολείται ξανά και ξανά με τον Ντόναλντ Τραμπ.

Εξάγοντας τον Ντόναλντ

Ο υποψήφιος Ντόναλντ κρατά δυο μωρά σε προεκλογική εκδήλωση στο Κολοράντο Σπρίνγκς (Colorado Springs), τη Δευτέρα 29 Ιουλίου 2016 - Πηγή: REUTERS/Carlo Allegri

Ο διασημότερος Ντόναλντ στον 20ο αιώνα δεν είχε πορτοκαλί δέρμα και δεν φορούσε κοστούμι, είχε πλούσιο θείο, σε καμία περίπτωση δεν ήταν ευκατάστατος ο ίδιος, ήταν μονίμως ερωτευμένος με μια πάπια και είχε τρία ανιψάκια.

Ο Ντόναλντ Ντακ δεν μοιάζει σε τίποτα με τον Ντόναλντ Τραμπ πλην ίσως των ξεσπασμάτων οργής που οδηγούν σε ακατάληπτες κραυγές. Και πάλι, όμως, οι κραυγές του διασημότερου Ντόναλντ στον 20ο αιώνα έκαναν όλα τα παιδιά να γελούν. Δεν είναι σίγουρο ότι και σήμερα όλα γελούν ακούγοντας τον 70χρονο μεγιστάνα να αποκαλεί τους γονείς τους βιαστές και εγκληματίες. Το πρόβλημα είναι υπαρκτό. Πολλά παιδιά ισπανόφωνων στις ΗΠΑ φοβούνται ότι αν βγει ο Τραμπ θα χωριστούν από τους γονείς τους και πολλοί συμμαθητές τους από την λευκή πλειοψηφία φοβούνται ότι θα χάσουν τους φίλους τους.

Στις 7 Φεβρουαρίου 2014, ο Economist δημοσίευε το γράφημα της ημέρας: παρά την υπόσχεσή του για μεταρρύθμιση της μεταναστευτικής πολιτικής, επί Μπαράκ Ομπάμα (Barack Obama) έγιναν οι περισσότερες απελάσεις στην αμερικανική ιστορία. Στο σχετικό editorial το βρετανικό περιοδικό αναφερόταν στον commander-in-chief ως deporter-in-chief.

Το 1971 –δύο χρόνια πριν από το αμερικανοκίνητο πραξικόπημα– είχε εκδοθεί με μεγάλη επιτυχία στη Χιλή ένα βιβλίο με τον τίτλο «Para leer al Pato Donald» («How to Read Donald Duck» / «Πώς διαβάζεται ο Ντόναλντ Ντακ») ή όπως έχει μεταφραστεί στα ελληνικά «Ντόναλντ ο απατεώνας / Η διήγηση του ιμπεριαλισμού στα παιδιά».

Στο βιβλίο αυτό ο Αμερικανοχιλιανός Άριελ Ντόρφμαν (Ariel Dorfman), σύμβουλος επί θεμάτων πολιτισμού του προέδρου Αλιέντε, και ο Βέλγος κοινωνιολόγος Αρμάν Ματλάρ (Armand Mattelart) υποστήριζαν ότι οι χαρακτήρες του Ντίσνεϊ αντανακλούν και αμβλύνουν την πολιτική εκμετάλλευσης που ασκούν οι ΗΠΑ επί των χωρών της λατινικής Αμερικής.

Είτε αποδέχεται είτε απορρίπτει κανείς αυτήν την ερμηνεία (σ.σ. ο ίδιος ο Ντόρφμαν χρόνια αργότερα αναγνώρισε στον Καρλ Μπαρκς έναν ανεπανάληπτο σατιρικό συγγραφέα), εκείνος ο Ντόναλντ υπήρξε το εξαγώγιμο προϊόν μιας Αμερικής, η οποία για τον μισό τουλάχιστον πλανήτη ήταν σημείο αναφοράς και για όλον τον κόσμο η κυρίαρχη αφηγήτρια της μεταπολεμικής ιστορίας. Η Αμερική εξήγαγε ένα πολιτιστικό της προϊόν που αντανακλούσε τη δική της εξωστρέφεια και ευημερία. Ο Ντόναλντ Ντακ δεν ήταν πρόβλημα της Αμερικής –τουλάχιστον. Όμως, ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται πως είναι· και φαίνεται πως ως πρόβλημα εξάγεται στον υπόλοιπο κόσμο, που αρνείται να κάνει την πάπια.

Η εξαγωγή εσωτερικών πολιτικών προβλημάτων υπό μορφή γεωπολιτικών εντάσεων δεν είναι άγνωστη συνθήκη στις διεθνείς σχέσεις. Η θεωρία λέει ότι όταν η πολιτική ελίτ μιας χώρας αντιμετωπίζει ανυπέρβλητα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα ενδέχεται να ακολουθήσει παρακινδυνευμένη εξωτερική πολιτική ή ακόμα και να καταφύγει σε πόλεμο προκειμένου να αποσπάσει την προσοχή της κοινής γνώμης από τα προβλήματα.

Απέναντι στη θεωρία του αντιπερισπασμού έχουν διατυπωθεί πολλές ενστάσεις, όχι τόσο για την το σχημα εσωτερικής–εξωτερικής σύγκρουσης και την ανασφάλεια των ελίτ, όσο για το υπόβαθρο αυτού του σχήματος και το περιεχόμενό του.

Φερειπείν, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η εσωτερική διαμάχη δεν οδηγεί αυτόματα σε επιθετική συμπεριφορά ενός ισχυρού κράτους. Επειδή, όμως, ανατρέπει τρόπον τινά την εσωτερική ιεραρχία της ισχύος, αποσταθεροποιεί τις διεθνείς ισορροπίες και επιτρέπει έτσι σε έναν θεωρητικά πιο αδύναμο αντίπαλο να αυξήσει την επιθετικότητά του με απρόσμενες συνέπειες. Άλλες εμπειρικές αναλύσεις δείχνουν ότι δεν χρειάζεται να υπάρχουν εμφανή προβλήματα για μία ελίτ όταν επιχειρεί αντιπερισπασμό στο εσωτερικό. Δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις έχουν κάνει επίδειξη ισχύος στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια προεκλογικών περιόδων όπου τα οικονομικά αποτελέσματα παραμένουν αρκετά ουδέτερα ώστε να χτιστεί με αξιώσεις πάνω σε αυτά η όποια εκλογική στρατηγική. Σε κάθε περίπτωση η εξαγωγή ενός προβλήματος δεν είναι μια ξένη συνθήκη στο διεθνές στερέωμα.

Στις αρχές του χρόνου, το Ιράν δια μέσου του υπουργού Εξωτερικών κατηγόρησε τη Σαουδική Αραβία ότι πράττει κατ’ επανάληψη με αυτόν τον τρόπο, στην περίπτωση της Τουρκίας είναι σύνηθες να λέγεται ότι η Άγκυρα εξάγει στο Αιγαίο τις κρίσεις που ξεσπούν στο πολιτικό της σύστημα, ενώ οι εντάσεις ανάμεσα στην Αργεντινή και την Βρετανία για το καθεστώς των νήσων Φόκλαντς ερμηνεύονται στη σχετική βιβλιογραφία ως η διαχρονική επιλογή των κυβερνήσεων του Μπουένος Άιρες να στρέψουν την προσοχή των Αργεντίνων μακριά από τα εσωτερικά προβλήματα της χώρας.

Ακόμα και στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις γίνονται παρόμοιες αναγνώσεις, όταν φερειπείν υποστηρίζεται πως η Κίνα εξάγει τα περιβαλλοντικά της προβλήματα με το να προχωρά σε αθρόες εισαγωγές ξυλείας, καταστρέφοντας τον δασικό πλούτο άλλων χωρών. Έχει γραφτεί, επίσης, ότι η γερμανική πολιτική υψηλών πλεονασμάτων εξάγει ανεργία στην υπόλοιπη ευρωζώνη. Ή ότι οι ΗΠΑ εξήγαγαν πληθωρισμό στον υπόλοιπο κόσμο, τυπώνοντας δολάρια: η προσπάθεια τόνωσης της αμερικανικής οικονομίας μέσω της τεχνητής ζήτησης που επιβάλλει η επεκτατική νομισματική πολιτική, προκάλεσε στις αρχές τις δεκαετίας την υποτίμηση του δολαρίου, εξαναγκάζοντας τις κεντρικές τράπεζες των αναδυόμενων οικονομιών να απορροφούν την πλεονάζουσα ρευστότητα, ακολουθώντας αντίστοιχη διευκολυντική πολιτική για τη στήριξη της ανταγωνιστικότητας, που με τη σειρά της έφερε πληθωριστικές πιέσεις. Ήταν το 2010 όταν ο υπουργός Οικονομικών της Βραζιλίας μίλησε πρώτος για «διεθνή νομισματικό πόλεμο», περιγράφοντας τις νομισματικές υποτιμήσεις μέσω των οποίων οι εξαγωγές χωρών όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα γίνονταν πιο ανταγωνιστικές.

Οι οικονομικοί ανταγωνισμοί υπονομεύουν παραγωγικές σχέσεις και υποδομές, προκαλώντας βαθιές κοινωνικές πληγές σε βάθος χρόνου. Είναι, όμως, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις αυτές που σημάνουν συναγερμό στην κοινή γνώμη· το πραγματικό αίμα συγκλονίζει περισσότερο από μια οικονομία που ματώνει.

Μιλώντας για εξαγωγή κρίσεων, το πεδίο της γεωπολιτικής σύγκρουσης τείνει να εντοπίζεται στην αναπτυσσόμενη περιφέρεια, στα όρια του αναπτυγμένου κόσμου. Κατά μία έννοια είναι πολύ πιο εύκολο να κατηγορήσει κανείς τη χούντα της Αργεντινής ότι επιδίωξε έναν πόλεμο αντιπερισπασμού (diversionary war) στις Μαλβίνες από το να ασκήσει αντίστροφα κριτική στη Μάργκαρετ Θάτσερ πως δεν αρνήθηκε την πρόκληση ακριβώς για να κερδίσει το εσωτερικό μέτωπο μιας Βρετανίας σε κοινωνικό αναβρασμό.

Αντιπερισπασμοί κάθε είδους γεμίζουν σελίδες επί σελίδων στα ακαδημαϊκά εγχειρίδια. Αντίστοιχα, στις αίθουσες σύνταξης οι δημοσιογράφοι διαπιστώνουν συχνά πόσο πιο εύκολο είναι ένας δημοκρατικά εκλεγμένος ηγέτης να αυξήσει την απήχησή του, όταν αναφέρεται στην πάταξη ή εξολοθρευση ενός εξωτερικού εχθρού.

Τέτοια ήταν η περίπτωση του Μπαράκ Ομπάμα όταν κέρδισε το παρατεταμένο χειροκρότημα στο Καπιτώλιο στην Ομιλία του προς το Έθνος τον Ιανουάριο του 2012. Είπε τότε μεταξύ άλλων ο Αμερικανός πρόεδρος πως «για πρώτη φορά εδώ και δυο δεκαετίες ο Οσάμα Μπιν Λάντεν δεν αποτελεί απειλή για τη χώρα», πως δεν έχει αμφιβολία ότι «το καθεστώς Άσαντ σύντομα θα ανακαλύψει ότι οι δυνάμεις της αλλαγής δεν γυρίζουν πίσω, ότι κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την ανθρώπινη αξιοπρέπεια», πως «η Αμερική είναι αποφασισμένη να εμποδίσει το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα» και ότι δεν απορρίπτει καμιά επιλογή προς την επίτευξη του σκοπού αυτού.

Εκ των πραγμάτων, η αμερικανική διοίκηση κατέχει πλείστους άλλους τρόπους να κερδίσει το εσωτερικό ακροατήριο πέραν μιας προεδρικής επίδειξης ισχύος απέναντι σε κατώτερους επιχειρησιακά αντιπάλους.

Ασφαλώς, μπορεί κανείς να επικαλεστεί ποσοτικά στοιχεία για να καταδείξει ότι ένα τέτοιο κίνητρο δεν είναι εκτός τόπου και χρόνου. Όμως, δεν θα πρέπει να ξεχνά ότι στις διεθνείς σχέσεις η επίκληση μετρήσιμων παραμέτρων (όπως τα κέρδη της αμυντικής βιομηχανίας) ή εμπειρικών δεδομένων (όπως τα αποτελέσματα μιας εκλογικής αναμέτρησης) συχνά οδηγούν σε αντιφατικές διαπιστώσεις, καθώς δεν αποφεύγουν στερεότυπες αφηγήσεις και προκατειλημμένες κρίσεις.

«Ο Θεός ανακάλυψε τους οικονομολόγους για να φαίνονται καλοί οι αστρολόγοι» τιτλοφορούνταν άρθρο στο Forbes τον Οκτώβριο του 2013. Αν η οικονομική θεωρία είναι η αστρολογία της εποχής, η θεωρία των διεθνών σχέσεων είναι ένα μαντείο των Δελφών, κατά το «Ήξεις αφήξεις ουκ εν πολέμω θνήξεις», όπου ένα κόμμα αλλάζει όλο το νόημα.

Πού μπαίνει το κόμμα στην περίπτωση κάθε πρότασης που περιέχει τον Ντόναλντ Τραμπ;

Ο Μπιλ Κλίντον μιλά για προεκλογική καμπάνια της Χίλαρι στο Olive Recreation Center του Μπέρμπανκ (Burbank) στην Καλιφόρνια, την Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016, εν όψει των προκριματικών της πολιτείας τέσσερις ημέρες μετά - Πηγή: David McNew/Getty Images

Η τελευταία πρόταση της υπερδύναμης

Η σύμπτωση των τελευταίων ημερών, όπου το ξέσπασμα ενός προεκλογικού σκανδάλου στις τάξεις του κυβερνώντος κόμματος στις ΗΠΑ ακολουθεί μια ομοβροντιά καταγγελιών εναντίον της Ρωσίας είναι αν μη τι άλλο αξιοπρόσεκτη.

Έστω ότι υπάρχει μια ιδανική κατάσταση όπου μετά από διαρροή στα Wikileaks αποκαλύπτεται ότι ο εκλεκτός του Βλαντιμίρ Πούτιν για τη διαδοχή του στο προεδρικό αξίωμα και σύσσωμος ο μηχανισμός του κυβερνώντος κόμματος υπέσκαπτε συστηματικά έναν ριζοσπαστικό συνυποψήφιο, που τελικά κι ενώ όλα έχουν κριθεί δηλώνει τη στήριξή του στο κόμμα, καθώς απέναντι κυκλοφορεί ένας άλλος διεκδικητής που απειλεί να ανατινάξει την καθεστηκυία τάξη στη Ρωσία. Στο υποθετικό αυτό σενάριο, ο πρόεδρος Πούτιν λέει εμμέσως πλην σαφώς ότι αυτή η διαρροή είναι αποτέλεσμα αμερικανικών ενεργειών. Όλοι τότε θα μιλούσαν για επιχείρηση αντιπερισπασμού της Μόσχας, με εξαγωγή ενός εσωτερικού της προβλήματος στη διεθνή σκηνή.

Το παραπάνω σενάριο ελέγχεται για μερικά πραγματολογικά στοιχεία: στην περίπτωση Πούτιν–Ρωσίας ενδεχομένως να μην υπήρχαν καν συνυποψήφιοι. Σε ένα σύστημα με πλείστες όσες δημοκρατικές ελλείψεις, είναι άκυρο να αναζητά κανείς εσωκομματική δημοκρατία. Το σύστημα θα είχε κάνει ήδη τις επιλογές του και θα τις επέβαλλε με άλλοθι τη λαϊκή ψήφο. Όμως, αν αυτό είναι το αντεπιχείρημα, τότε το πρόβλημα αποκαλύπτεται σε όλο του το μεγαλείο. Αλίμονο σε μια δημοκρατία που διαφέρει από μία ολιγαρχία μόνο επειδή δίνει περισσότερες επιλογές πριν από την κάλπη, διατηρώντας την ίδια λογική μετά την απομάκρυνση από το ταμείο.

Μετά από χρόνια οικονομικής δυσκαμψίας, οι ψηφοφόροι της Δύσης συνειδητοποιούν ότι η δημοκρατική εκλογή έγκειται σε διαβαθμίσεις της ίδιας πολιτικής. Οι επιλογές τους μοιάζουν ως οι διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος, με το οποίο καλούνται να πληρώσουν για τα λάθη και τις παραλείψεις ανθρώπων που εξακολουθούν να κατέχουν θέσεις εξουσίας. Οι πολλές επιλογές για μία πολιτική δεν διαφέρουν από τη μία επιλογή για μία πολιτική.

Είναι δυνατόν να συνιστούν οι Κλίντον και Τραμπ μία πολιτική; Οι διαφορές τους είναι μεγάλες με τον τρόπο που ο Τραμπ υπόσχεται να χτίσει τα συνορα και να απελάσει έντεκα εκατομμύρια παράνομους μετανάστες, ενώ στις δύο θητείες Ομπάμα έχουν απελαθεί δύο εκατομμύρια. Όταν ο Μπαράκ Ομπάμα είχε εκλεγεί με κεντρικό πολιτικό σύνθημα «Change» («Αλλαγή»), λιγότερο από το ένα πέμπτο των ψηφοφόρων ενέκρινε το κοινοβουλευτικό έργο, ποσοστό που σήμερα κυμαίνεται πολύ χαμηλότερα. Οι Δημοκρατικοί ισχυρίζονται ότι δεν κατάφεραν να προωθήσουν ένα μέρος της προοδευτικής τους ατζέντας, γιατί ήταν υποχρεωμένοι να τηρήσουν το γράμμα των νόμων που είχαν ψηφιστεί από τους Ρεπουμπλικάνους.

Όμως, οι διογκούμενες κοινωνικές ανισότητες παραμένουν κοινή εμπειρία για τους ψηφοφόρους της βάσης. Η πολιτική που προωθεί οικείες ιδεολογικές αναφορές στα επιμέρους ακροατήρια αλλά δεν λύνει σε αυτή τη ζωή το πρόβλημα της ανισοκατανομής των εισοδημάτων ανακυκλώνει την απογοήτευση: μια νομαδική απογοήτευση που περνά από τόπο σε τόπο με οδηγό τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Οι έρευνες δείχνουν ότι η οικονομία παραμένει το πρώτο κριτήριο των ψηφοφόρων.

Που μπαίνει το κόμμα στην αμερικανική εσωτερική πολιτική και τι μπορεί αυτό να σημαίνει στην πρότασή της για τον υπόλοιπο κόσμο;

Σε τηλεοπτική του συνέντευξή την περασμένη Τρίτη στο NBC ο Αμερικανός πρόεδρος άφησε εμμέσως πλην σαφώς να εννοηθεί ότι οι ρωσικές υπηρεσίες επιχειρούν να παρέμβουν στις προεδρικές εκλογές. «Όλα είναι πιθανά» ήταν η τελευταία του απάντηση στις πιεστικές ερωτήσεις της δημοσιογράφου.

Αν ίσχυε η θεωρία του αντιπερισπασμού, λένε οι επικριτές της, τότε από το 2008 και μετά θα είχαν ξεσπάσει εκατοντάδες συγκρούσεις ανά την υφήλιο. Ελάχιστες χώρες παρέμειναν ανεπηρέαστες από τη χρηματοπιστωτική κρίση. Η έκταση των εσωτερικών εντάσεων που συσσωρεύτηκαν σε κάθε μια από αυτές θα είχε μετατρέψει τον κόσμο σε ένα ατέλειωτο πεδίο μάχης, γεμίζοντας τις ειδήσεις με αγέλαστα παιδιά.

Η Αμερική που αναζητά εχθρούς έχει ανάγκη τον Ντόναλντ. Η Αμερική, που αναζητά εχθρούς, έχει ανάγκη τον Ντόναλντ. Το κάθε κόμμα κάνει τη διαφορά. Απομένουν τρεις μήνες για να αποσαφηνιστεί η πρόταση και να διαλέξουν οι Αμερικανοί πολίτες ταυτότητα –εντός και εκτός συνόρων.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

× Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης