ΚΟΣΜΟΣ

Γιατί οι Αμερικανοί γκρεμίζουν τα αγάλματα των προγόνων τους

Γιατί οι Αμερικανοί γκρεμίζουν τα αγάλματα των προγόνων τους
Ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης αποφάσισε να απομακρύνει το άγαλμα του Θεόδωρου Ρούσβελτ από το Μουσείο της Φυσικής Ιστορίας. Associated Press

Οι πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν σε αριθμό λιγότερα αγάλματα και μνημεία σε σχέση με τις πόλεις της Ευρώπης. Όμως η ύπαρξη ορισμένων από αυτά δεν είναι αποδεκτή από όλους.

Ο Τζέικ Μακ Γκρόου, συντονιστής δημόσιας διοίκησης στο William Winter Institute for Racial Reconciliation, μία δεξαμενή σκέψης που εργάζεται για την εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων, μιλάει στο CNN Greece για την περίπλοκη ιστορία των αγαλμάτων στην Αμερική.

Εξηγεί ότι η ύπαρξη τους προέρχεται από την προσπάθεια της κυβέρνησης να ομορφύνει τις πόλεις στο τέλος του Εμφύλιου Πολέμου στην Αμερική μεταξύ του 19ο και 20ο αιώνα. Εκείνη την περίοδο, η χώρα ήταν διχασμένη ανάμεσα σε Βορρά και Νότο και το μέλλον των δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών ήταν ασαφές. Πόλεις του Βορρά έχτισαν μνημεία για να γιορτάσουν τη νίκη των Ενωτικών, αλλά δεν ήταν πολλά σε αριθμό για να μην εξαγριώσουν τους ηττημένους Νότιους της Συνομοσπονδίας.

Όμως στις πόλεις του Νότου, όπου οι λευκοί είχαν πληγεί από την ήττα, οι υπέρμαχοι της υπεροχής της λευκής φυλής ύψωσαν χιλιάδες αγάλματα στη μνήμη των πολιτικών, στρατιωτικών της πάλαι ποτέ Συνομοσπονδίας. Έτσι τα περισσότερα αγάλματα που βρίσκονται στον αμερικανικό Νότο έχουν ανεγερθεί προς τιμήν πολιτικών και στρατιωτικών προσωπικοτήτων που υποστήριζαν το καθεστώς δουλείας.

Για χρόνια υπήρχαν έντονες συζητήσεις στην Αμερική για την ύπαρξη αυτών των αγαλμάτων, όμως αυτές δεν έφταναν να γίνουν ζήτημα σε εθνικό επίπεδο. Τα τελευταία πέντε χρόνια, οι εκδηλώσεις των υπερμάχων της υπεροχής της λευκής φυλής δεν είναι αποδεκτές και το θέμα έχει φτάσει να απασχολεί την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Κάπως έτσι γεννήθηκε και το κίνημα για την προστασία της ζωής των μαύρων (Black Lives Matter Movement), από τις αυθαιρεσίες των οργάνων επιβολής τάξης.

Τώρα πιο πολύ από ποτέ, ο κόσμος έχει εξαγριωθεί και ζητά να μπει τέλος στο ρατσισμό που υπάρχει ακόμα στην Αμερική. Ο θάνατος του Τζόρτζ Φλόιντ έδωσε νέα πνοή στο κίνημα για την προστασία των δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών, που κατά ποσοστό αποτελούν τα περισσότερα θύματα δολοφονίας από αστυνομικούς. Με την πανδημία του κορωνόϊου που σκοτώνει ακόμα χιλιάδες Αμερικανούς και τα μεγάλα ποσοστά ανεργίας, ο κόσμος έχει χυθεί στους δρόμους ζητώντας εξηγήσεις.

Οι περισσότερες έρευνες που γίνονται τώρα δείχνουν ότι οι Αφροαμερικανοί κατά πλειοψηφία, αλλά και οι λευκοί ζητούν την απαλλαγή από αυτά τα αγάλματα που ξυπνούν θλιβερές μνήμες ένος ρατσιστικού παρελθόντος, που αφήνει τη σκιά του και στο παρόν.

«Άνθρωποι σε άλλες χώρες βρίσκουν παράλογο που η Αμερική έχει τόσα μνημεία σε άτομα που ήταν προδότες. Επίσης, δεν καταλαβαίνουν γιατί οι Αμερικανοί που είναι πατριώτες (περιλαμβανομένου και του προέδρου) είναι οι πιο αρνητικοί στο να ξηλωθούν αυτά τα αγάλματα. Η εξήγηση είναι ότι αυτά τα αγάλματα συμβολίζουν τον ρατσισμό και ο ρατσισμός δεν έχει πεθάνει» τονίζει ο Μακ Γκρόου.

Κατά τις τελευταίες διαδηλώσεις, τα περισσότερα αγάλματα στον Νότο που συμβολίζουν στρατιωτικές φυσιογνωμίες της Συνομοσπονδίας ή προύχοντες κατόχους σκλάβων έχουν βανδαλιστεί.

Εκτός από τον αμερικανιοκό Νότο και στις βόρειες πολιτείες πολλά αγάλματα βρίσκονται σε «κίνδυνο», όπως εκείνα του Χριστόφορου Κολόμβου, ο οποίος με τον ερχομό του στον Νέο Κόσμο έκανε την αρχή για τη γενοκτονία και τον αφανισμό των ιθαγενών Ινδιάνων που ακολούθησε. Στο στόχαστρο βρίσκονται επίσης και πολιτικοί του 20ου αιώνα που εξέεφραζαν ρατσιστικές απόψεις.

Δεν έχουν όλα τα αγάλματα βανδαλιστεί, σε κάποιες πόλεις, δήμαρχοι και πολιτικοί αποφάσισαν να τα κατεβάσουν, όχι επειδή συνδέονταν με την Συνομοσπονδία, αλλά επειδή είχαν ρατσιστικό χαρακτήρα. Όπως το άγαλμα του Άντριου Τζάκσον στην πρωτεύουσα της πολιτείας του Μισισίπι, πόλη που φέρει το όνομά του. Ο Αντριου Τζάκσον έζησε χρόνια πριν από τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο, ήταν ιδρυτής του προγόνου του σημερινού Δημοκρατικού Κόμματος, υπήρξε ο έβδομος πρόεδρος των ΗΠΑ, ήταν ήρωας του Πολέμου της Ανεξαρτησίας, είχε όμως σκλάβους και ως στρατιωτικός πέρασε στην Ιστορία για την εκκαθάριση χιλιάδων Ινδιάνων κατά την κατάκτηση της «Άγριας Δύσης» από τους λευκούς. Το ίδιο συνέβη και με το άγαλμα του στο Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια, το οποίο επίσης απομακρύνθηκε (βλ. βίντεο).

Αξιοσημείωτο παράδειγμα επίσης αποτελεί η απόφαση του δημάρχου της Νέας Υόρκης να κατεβάσει το άγαλμα του Θεόδωρου Ρούσβελτ από το Μουσείο της Φυσικής Ιστορίας. Μπορεί ο Ρούσελβετ να μην σχετίζεται με πολιτικές διακρίσεων έναντι των Αφροαμερικανών, όμως το άγαλμα μεταφέρει ένα μήνυμα λευκής υπεροχής, καθώς δείχνει τον Ρούσβελτ να είναι πάνω σε ένα άλογο και δεξιά και αριστερά του να βρίσκονται πεζή Αφρικανοί και Ινδιάνοι.

«Μπορεί τα αγάλματα να μην είναι ο λόγος που δημιουργήθηκε ρατσισμός, αλλά σίγουρα είναι το αποτέλεσμα μιας ρατσιστικής Αμερικής», υποστηρίζει ο Μακ Γκρόου. «Το να αφαιρεθούν είναι σαν να βγάζουμε ένα σύμπτωμα από την αρρώστια, δεν λύνει το πρόβλημα. Αυτό όμως δεν αλλάζει την σημασία αυτής της κίνησης γιατί το να βελτιώσεις ένα σύμπτωμα που προκαλεί πόνο είναι εξίσου σημαντικό».

Μαζί με την αφαίρεση των αγαλμάτων, οι ΗΠΑ χρειάζονται αλλαγές στην Αστυνομία, το σχολικό διαχωρισμό και σε πολλά άλλα εξηγεί ο Μακ Γκρόου.

Συνεχίζει δε λέγοντας ότι αυτοί που υποστηρίζουν την παραμονή των αγαλμάτων είναι γιατί έχουν πολιτικούς λόγους και όχι ιστορικούς. Άλλωστε εάν οι λόγοι ήταν ιστορικοί, δεν θα υπήρχε μόνο ένα άγαλμα Αφροαμερικανού σε ολόκληρη την πολιτεία του Μισισίπι, αφού η πολιτεία είχε περισσότερους μαύρους παρά λευκούς.

«Εάν τα αγάλματα ήταν για την διατήρηση της Ιστορίας τότε την έχουν αγνοήσει σχεδόν όλη», είπε ο Μακ Γκρόου.

Μάλιστα, υπήρχε και προπαγάνδα γραμμένη πάνω στα αγάλματα, που υποστήριζε ότι η απόσχιση δεν είχε γίνει για τη διατήρηση του καθεστώτος δουλείας, ενώ η ίδια η πολιτεία του Μισισίπι είχε τοποθετηθεί ξεκάθαρα υπέρ.

«Το μέλλον θα δει τους λευκούς να είναι η μειοψηφία. Πολλοί θα θελήσουν να διατηρήσουν το παρελθόν τους αλλά το τι θα γίνει είναι στα χέρια των νέων γενιών», καταλήγει ο Μακ Γκρόου.