ΚΟΣΜΟΣ

Αφγανιστάν - DW: Ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο στο αεροδρόμιο της Καμπούλ

Αφγανιστάν - DW: Ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο στο αεροδρόμιο της Καμπούλ
Senior Airman Taylor Crul/U.S. Air Force via AP, File

Η Μάριαμ δεν τα κατάφερε. Ο Αχμάντ είχε περισσότερη τύχη... Μαρτυρίες στη Deutsche Welle από δύο Γερμανούς που προσπάθησαν να φύγουν από το αεροδρόμιο της Καμπούλ.

Είναι οι ιστορίες δύο Γερμανών που θα μπορούσε να διηγηθεί κάθε άλλος που βρέθηκε αυτές τις ημέρες στο χώρο γύρω από το αεροδρόμιο της Καμπούλ.

Εκεί όπου δεκάδες άλλοι, Αφγανοί κυρίως, έχασαν τη ζωή τουw στο διπλό τρομοκρατικό χτύπημα. Εκεί που παίχτηκαν οι τύχες χιλιάδων άλλων που θέλησαν να μπουν στην πίστα του αεροδρομίου για να φύγουν από το Αφγανιστάν. Άλλοι τα κατάφεραν, άλλοι όχι.

«Χάος»

Η Μάριαμ Κ. ανήκει ανάμεσα στους τελευταίους. Παντρεύτηκε Αφγανό, είναι έγκυος 6 μηνών και τον περασμένο Ιούλιο επισκέφθηκε την οικογένεια του συζύγου της στην Καμπούλ. Στις 24 Αυγούστου είχαν βγάλει εισιτήρια επιστροφής με κανονική πτήση. Αλλά κανείς τους δεν περίμενε τις εξελίξεις. Ότι οι Ταλιμπάν θα έφταναν μέχρι την πρωτεύουσα. Εν ριπή οφθαλμού.

«Εγγραφήκαμε στο ηλεκτρονικό σύστημα Γερμανών στο εξωτερικό του υπουργείου Εξωτερικών και την επόμενη, 23.08 μιλήσαμε με έναν ευγενικό κύριο του υπουργείου που μας καθησύχασε και μας κατέγραψε. Πήρε μάλιστα και το ονόματα μελών του στενού πυρήνα της οικογένειάς μας, πεθερά, κουνιάδα και κουνιάδο και συνέκρινε τους αριθμούς διαβατηρίων μας. Μας είπε ότι σε δύο ώρες θα παίρναμε κάποιο μέιλ με εισιτήρια που θα μας βοηθούσαν να φτάσουμε στο σημείο συνάντησης κοντά στο αεροδρόμιο για να μας πάρουν. Όλα πολύ γραφειοκρατικά, γερμανικά. Πακετάραμε τα πράγματά μας αλλά τίποτα. Πέρασε μια ώρα, δύο, τρεις, έφτασε μεσάνυχτα, μέχρι τις 5 το πρωί ήμασταν ξύπνιοι. Αλλά τίποτα» αναφέρει.

Η αδελφή της Μάριαμ τηλεφώνησε πάλι στο υπουργείο Εξωτερικών για να δει τι συμβαίνει. «Από το νέο τηλεφώνημα δεν μάθαμε τίποτα το νεώτερο. Αργότερα πήραμε άλλο ένα μέιλ που στάλθηκε σε όλους, μας έλεγε να αποφύγουμε το αεροδρόμιο. Παρόλα αυτά πήγαμε» αναφέρει και αφηγείται:

«Ήταν η απόλυτη καταστροφή. Σκεφτήκαμε ότι ίσως βοηθούσε να κρατάμε στο χέρι τα γερμανικά διαβατήρια. Αλλά ο ένας ήταν επάνω στον άλλο, νεογέννητα, τραυματίες, ένα άντρας να κλαίει δίπλα στη νεκρή γυναίκα του, άλλοι να πέφτουν λιπόθυμοι. Η απογευματινός καύσωνας ήταν αφόρητος. Συναντήσαμε Αμερικανούς που μας γύρισαν πίσω και επιστρέψαμε σπίτι. Μια γνωστή μας Αφγανή που εργάζεται στο Ίδρυμα Κόνραντ Αντενάουερ, έμεινε τη νύχτα μαζί μας με την ελπίδα ότι ως Γερμανίδα, θα έπαιρνε το πολυπόθητο μέιλ για να ξεκινούσαμε μαζί για το αεροδρόμιο. Την Πέμπτη επιχειρήσαμε και πάλι. Χάος. Κάποιος μας έδωσε το τηλέφωνο ενός Γερμανού. Μας είπε ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος και να γυρίσουμε σπίτι. Γυρίσαμε. Τρία δευτερόλεπτα αργότερα έγινε η διπλή επίθεση αυτοκτονίας. Μια στο αεροδρόμιο, η άλλη στην πόλη. Δεν μας μένει από το να ελπίζουμε ότι κάποια στιγμή θα ξεκινήσουν κανονικές πτήσεις, αλλά μεγάλες ελπίδες δεν τρέφουμε».

«Ποδοπατημένοι ή χτυπημένοι με σφαίρες»

Αλλά υπάρχει και η ιστορία του Αχμάντ Ρ., προγραμματιστή από τη νότια Γερμανία. Παντρεύτηκε στο Μαζάρ ι Σαρίφ και ήθελε με τη γυναίκα του να φύγει πριν τις εξελίξεις, αλλά όλες οι κανονικές πτήσεις ακυρώνονταν. Ο Αχμάντ ακολούθησε την ίδια διαδικασία όπως και η Μάριαμ και ενημερώθηκαν ότι έπρεπε να πάνε στο αεροδρόμιο της Καμπούλ.

«Φύγαμε αμέσως στο αεροδρόμιο. Το πλήθος ήταν η κυρίαρχη εικόνα. Ξεπερνούσε τους 10.000. Από το σπρώξιμο λιποθύμησε η γυναίκα μου. Κάποιος κύριος την μετέφερε στην άκρη. Ρίχναμε νερό για να δροσιστούμε, ο καύσωνας μας πλάκωνε. Καταφέραμε να φτάσουμε στην άλλη πύλη, την βόρεια, αλλά από το σπρώξιμο δεν μπορέσαμε να πλησιάσουμε. Αμερικανοί στρατιώτες φώναζαν ‚go away‘ και μας απειλούσαν με όπλα. Μετά από προσπάθειες βρήκαμε έναν Γερμανό στρατιώτη και τον ρωτήσαμε εάν μπορούσαμε να μπούμε στο αεροδρόμιο γιατί η γυναίκα μου ήταν αδύναμη και νηστικιά από το πρωί. Μας είπε να περιμένουμε αλλά δεν ξαναγύρισε».

Περιγραφή μιας απίστευτης περιπέτειας που όμως είχε θετική εξέλιξη.

«Πηγαίνοντας στο σπίτι μας, μάς έριξαν δακρυγόνα. Ευτυχώς είχαμε νερό. Είδα όμως γυναίκες και παιδιά να κείτονται στο δρόμο. Είδα και τραυματίες που ήταν χτυπημένοι με σφαίρες ή είχαν ποδοπατηθεί. Την επόμενη ημέρα μας έπιασε απελπισία. Δεν περιμέναμε από πουθενά βοήθεια, δεν είχαμε καμιά πληροφορία. Δεν είχε νόημα. Αλλά η γυναίκα μου επέμενε να πάμε στο αεροδρόμιο. Για τρίτη φορά ξαναπήγαμε και μετά από 4 ώρες φτάσαμε στο αεροδρόμιο. Για καλή μας τύχη βρήκαμε Γερμανούς στρατιώτες. Από εκεί και μετά όλα ήταν ευκολότερα. Δείξαμε τα χαρτιά μας σε Αφγανό στρατιώτη και μας άφησε να μπούμε μέσα. Στις 21 Αυγούστου το απόγευμα πετάξαμε για Τασκένδη και από εκεί στην Φρανκφούρτη. Είμαστε χαρούμενοι που είμαστε στη Γερμανία, αλλά αφήσαμε πίσω τους δικούς μας. Το σοκ έχει ριζώσει βαθιά μέσα μας»...