ΚΟΣΜΟΣ

Πώς φτάσαμε στην παραίτηση Στάρμερ: Τα στοιχήματα που δεν πέτυχε και το «αγκάθι» της οικονομίας

Πώς φτάσαμε στην παραίτηση Στάρμερ: Τα στοιχήματα που δεν πέτυχε και το «αγκάθι» της οικονομίας
AP

Ο Κιρ Στάρμερ μπορεί να εξελέγη θριαμβευτικά το 2024 στην πρωθυπουργία της Βρετανίας, ωστόσο η φθορά που έρχεται συνήθως με την παρατεταμένη παραμονή στην εξουσία, άρχισε πολύ πιο γρήγορα για εκείνον, οδηγώντας τελικά στην παραίτησή του το πρωί της Δευτέρας (22/06).

Δεχόμενος εντεινόμενες επιθέσεις αφενός για την αποτυχία του να ελέγξει την παράνομη μετανάστευση και αφετέρου για τις αντιδημοφιλείς οικονομικές πολιτικές του, η θέση του Στάρμερ επιδεινωνόταν εδώ και μήνες, όπως αναφέρει το CNNi.

Τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών του περασμένου μήνα, στις οποίες οι Εργατικοί έχασαν περισσότερες από 1.400 έδρες στα αγγλικά συμβούλια και τον έλεγχο του ουαλικού κοινοβουλίου, όπου ήταν το μεγαλύτερο κόμμα για δεκαετίες, «διέβρωσαν» την εξουσία του Στάρμερ.

Δεκάδες βουλευτές των Εργατικών πείστηκαν ότι ο Στάρμερ δεν είναι ικανός να κερδίσει τις επόμενες γενικές εκλογές - που αναμένονται το καλοκαίρι του 2029 - και ότι πρέπει να φύγει.

Προς αυτή την κατεύθυνση συνέβαλε και η επιστροφή του Άντι Μπέρναμ στο κοινοβούλιο, ο οποίος κέρδισε τις ενδιάμεσες εκλογές την περασμένη Πέμπτη (18/6) εναντίον του ακροδεξιού λαϊκιστικού κόμματος Reform UK, το οποίο αυτή τη στιγμή προηγείται στις περισσότερες δημοσκοπήσεις.

Αυτό δημιούργησε μια έντονη αντίθεση μεταξύ των δύο ανδρών και προσέδωσε εκλογικό βάρος στο επιχείρημα του Μπέρναμ ότι βρίσκεται σε καλύτερη θέση από τον Στάρμερ για να νικήσει το Reform σε γενικές εκλογές.

Η απειλή του Reform, εξάλλου, ήταν εκείνη που οδήγησε στην «επανάσταση» στους κόλπους των Εργατικών κατά του Στάρμερ.

«Θα έκανα τα πάντα για να σταματήσω τον Φάρατζ», δήλωσε χαρακτηριστικά η βουλευτής Κάθριν Γουέστ, η οποία ήταν μία από τις φωνές που ζητούσαν την παραίτηση του.

Το «αγκάθι» της οικονομίας

Ένας άλλος λόγος που ο Στάρμερ παραιτήθηκε, είναι ότι ανέλαβε την εξουσία πριν από σχεδόν δύο χρόνια με στόχο την αναζωογόνηση της προβληματικής οικονομίας της Βρετανίας και την βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών, ένα στοίχημα που αποδείχτηκε πολύ δύσκολο.

«Η αλλαγή ξεκινά τώρα», δήλωσε μετά την ηχηρή νίκη του Εργατικού Κόμματος στις εκλογές τον Ιούλιο του 2024. Ωστόσο, ακόμη δεν έχει επιτευχθεί ουσιαστική αλλαγή και το Εργατικό Κόμμα πλήρωσε ακριβά την καθυστέρηση, βλέποντας τους ψηφοφόρους να στρέφονται στο Reform στις τοπικές εκλογές, όπως σημειώνει το CNNi.

Από τότε που ανέλαβε την εξουσία το Εργατικό Κόμμα, ο μέσος εβδομαδιαίος μισθός, μετά την προσαρμογή στον πληθωρισμό, έχει αυξηθεί λιγότερο από 1% στις 494 λίρες, δηλαδή 570 ευρώ, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία.

Η κυβέρνηση του Στάρμερ έχει αποτύχει και σε άλλους τομείς. Ήταν απίθανο να επιτύχει τον στόχο της να κατασκευάσει 1,5 εκατομμύριο περισσότερα σπίτια, ενώ η οικονομική ανάπτυξη, αν και κάπως βελτιωμένη, εντούτοις παρέμεινε «νωθρή», λίγο πάνω από 1%.

Το αυξανόμενο κόστος ενέργειας λόγω του πολέμου στο Ιράν αναμένεται να επιφέρει ένα ακόμη πλήγμα: το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναμένει ότι η οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου θα αναπτυχθεί κατά μόλις 0,8% φέτος, σύμφωνα με πρόβλεψη που έγινε τον Απρίλιο, μισή ποσοστιαία μονάδα λιγότερο δηλαδή από την εκτίμηση του Ιανουαρίου.

Τι αφήνει πίσω του

Όσο για το τι αφήνει πίσω του ο Στάρμερ, αν και μένει να φανεί σε βάθος χρόνου, είναι η διάσπαση του παραδοσιακού δικομματικού συστήματος της Βρετανίας.

Οι τοπικές εκλογές στην Αγγλία και οι κοινοβουλευτικές στη Σκωτία και την Ουαλία έδειξαν ότι το παραδοσιακό δικομματικό σύστημα της Βρετανίας είχε καταρρεύσει, με το Reform να κερδίζει έδαφος σε όλη τη χώρα.

Ενώ ο αριθμός των μελών των Εργατικών μειώθηκε, του Reform αυξήθηκε, με περισσότερους από 270.000 ανθρώπους να έχουν εγγραφεί σε αυτό. Αυτή ήταν η απειλή, που ο Στάρμερ ήλπιζε ότι θα σφράγιζε την υποστήριξη προς αυτόν, λέγοντας στο Εργατικό Κόμμα του τον Φεβρουάριο ότι η μάχη με το Reform ήταν η «μάχη της ζωής μας».

Η Βρετανία λειτουργεί με το σύστημα της πλειοψηφίας των ψήφων - που σημαίνει ότι ο υποψήφιος με τις περισσότερες ψήφους κερδίζει την έδρα ανεξάρτητα από την κατανομή των ψήφων. Αυτό το σύστημα είναι φτιαγμένο για την ύπαρξη δύο ή τριών μεγάλων κομμάτων και δεν έχει δοκιμαστεί σε γενικές εκλογές με πέντε κόμματα.