Πώς η Τουρκία σχεδιάζει να επωφεληθεί οικονομικά από τον πόλεμο στο Ιράν
Τουρκική σημαία κυματίζει στην Κωνσταντινούπολη
(AP Photo/Emrah Gurel)Τις συνέπειες του πολέμου στο Ιράν επειχειρεί να κεφαλαιοποιήσει η Τουρκία προκειμένου να ενισχύσει την οικονομία της.
Όπως αναφέρει ο Economist, ο πόλεμος αφήνει πίσω του οικονομικά ερείπια, καθώς μέσα στους τελευταίους τέσσερις μήνες προκάλεσε ζημιές ύψους 600 δισ. δολαρίων στο Ιράν, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), ενώ έως και το 7% του εργατικού δυναμικού έχασε τη δουλειά του.
Παράλληλα, οι οικονομίες των πλουσιότερων χωρών του Κόλπου συρρικνώθηκαν και η σύγκρουση ενδέχεται να αφαιρέσει δύο ποσοστιαίες μονάδες από την ανάπτυξη του ΑΕΠ στη Μέση Ανατολή συνολικά μέσα στη χρονιά.
Για την Τουρκία, μια μεγάλη οικονομία που βρίσκεται ανάμεσα στην ασταθή περιοχή και την Ευρώπη, η σύγκρουση στον Κόλπο αποδείχθηκε δίκοπο μαχαίρι. Η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου οδήγησε τον μηνιαίο πληθωρισμό πάνω από το 4% τον Απρίλιο, μόλις για δεύτερη φορά μέσα σε έναν χρόνο.
Παράλληλα, η κεντρική τράπεζα δαπάνησε περισσότερο από το ήμισυ των συναλλαγματικών της αποθεμάτων για να στηρίξει την τουρκική λίρα. Ωστόσο, τα προβλήματα στη γειτονική περιοχή δημιουργούν και ευκαιρίες. «Ο Κόλπος έχει χάσει σημαντικό μέρος της επιχειρηματικής του δραστηριότητας τους τελευταίους μήνες και πιστεύουμε ότι μπορούμε να απορροφήσουμε ένα μέρος της», δηλώνει αξιωματούχος του τουρκικού υπουργείου Οικονομικών.
Η μετεξέλιξη της Τουρκίας σε εμπορικό κόμβο
Η Κωνσταντινούπολη, αλλά και συνολικά η Τουρκία, εξελίσσεται ήδη σε εμπορικό κόμβο που συνδέει την Κεντρική Ασία, τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη. Μπορεί να μην διαθέτει τη λάμψη των χωρών του Κόλπου, όμως παρουσιάζει έντονη κινητικότητα. Καταναλωτές που περιηγούνται στις μπουτίκ της αριστοκρατικής συνοικίας Νισάντασι της Κωνσταντινούπολης δηλώνουν ότι υπό διαφορετικές συνθήκες θα βρίσκονταν στο Ντουμπάι.
Στην απέναντι πλευρά του Βοσπόρου, ο τρίτος μεγαλύτερος τερματικός σταθμός εμπορευματοκιβωτίων της χώρας λειτουργεί σχεδόν στα όριά του.
Λιμενεργάτες αναφέρουν ότι ο όγκος των φορτίων έχει τριπλασιαστεί μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, προσθέτοντας ότι τα τουρκικά λιμάνια δεν είχαν διαχειριστεί ποτέ τόσο μεγάλο όγκο φορτίων την άνοιξη.
Την ίδια ώρα, αυξάνονται και οι ποσότητες ορυκτών καυσίμων που μεταφέρονται μέσω των αγωγών που διασχίζουν την Τουρκία και συνδέουν την Ευρώπη με τους ενεργειακούς προμηθευτές της. Οι ροές μέσω του αγωγού πετρελαίου Κιρκούκ-Τζεϊχάν από το Ιράκ αναμένεται να τριπλασιαστούν έως τον Αύγουστο σε σύγκριση με τον Απρίλιο.
Η Άγκυρα βλέπει νέες επενδυτικές ευκαιρίες
Η Τουρκία επιδιώκει πολύ περισσότερα. Ο ασφυκτικός έλεγχος του Ιράν στα Στενά του Ορμούζ επανέφερε στο προσκήνιο σχέδια για τουλάχιστον τρεις νέους σιδηροδρομικούς και οδικούς διαδρόμους που θα συνδέουν τη Μέση Ανατολή με την Ευρώπη. Οι τουρκικές αρχές εκτιμούν ότι τα έργα αυτά θα μπορούσαν να προσελκύσουν ξένες επενδύσεις ύψους πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο Σιδηρόδρομος του Χετζάζ, για παράδειγμα, προβλέπεται να μεταφέρει αργό πετρέλαιο αλλά και επιβάτες από τη Σαουδική Αραβία.
Παράλληλα, κυβερνητικοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι περισσότεροι επισκέπτες, όπως όσοι πραγματοποιούν σήμερα αγορές στην Κωνσταντινούπολη, θα φτάσουν σύντομα στη χώρα, ενισχύοντας κλάδους όπως ο τουρισμός και η ψυχαγωγία.
Την ίδια στιγμή, η τουρκική αμυντική βιομηχανία, η οποία έχει ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια μέσω κρατικών επιχορηγήσεων, εξήγαγε το 2025 περίπου τον ίδιο όγκο οπλικών συστημάτων με τη Γερμανία. Σύμφωνα με δύο Τούρκους αξιωματούχους, από τον Φεβρουάριο τρεις χώρες του Κόλπου έχουν ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για συμφωνίες αγοράς εξοπλισμών.
Στόχος η προσέλκυση τραπεζών και επενδυτών
Ένα ακόμη σημαντικό στοίχημα για την Τουρκία είναι η προσέλκυση επενδυτών που εγκαταλείπουν τις χώρες του Κόλπου. Το Χρηματοοικονομικό Κέντρο της Κωνσταντινούπολης (IFC), ένα σύγχρονο συγκρότημα γυάλινων ουρανοξυστών που εγκαινιάστηκε το 2023 για να φιλοξενήσει διεθνείς τράπεζες και εταιρείες χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, μέχρι τον περασμένο Φεβρουάριο στέγαζε αποκλειστικά κρατικές τράπεζες και ρυθμιστικές αρχές.
Ο επικεφαλής του IFC, Αχμέτ Ιχσάν Ερντέμ, και ο υπουργός Οικονομικών της Τουρκίας, Μεχμέτ Σίμσεκ, υποστηρίζουν ότι περίπου 40 τράπεζες και εταιρείες συμβούλων από τον Κόλπο εξετάζουν το ενδεχόμενο να ανοίξουν γραφεία στο κέντρο. Τον Μάιο η κυβέρνηση ανακοίνωσε γενναίες φορολογικές ελαφρύνσεις για τους ξένους επενδυτές, προβλέποντας επιπλέον προνόμια για όσους εγκατασταθούν στο IFC.
Η προσπάθεια αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι, υπό τον Μεχμέτ Σίμσεκ και τον διοικητή της κεντρικής τράπεζας Φατίχ Καραχάν, η μακροοικονομική διαχείριση της χώρας θεωρείται πλέον πιο ορθολογική σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, όταν ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν υποστήριζε, μεταξύ άλλων, ότι τα υψηλότερα επιτόκια προκαλούν αντί να περιορίζουν τον πληθωρισμό.
Το 2025 η τουρκική οικονομία κατέγραψε ανάπτυξη 3,6%, ενώ ο ετήσιος πληθωρισμός μειώθηκε κατά 24 ποσοστιαίες μονάδες, στο 35%. Από τον Φεβρουάριο, η αύξηση του τουρισμού και των εμπορευματικών μεταφορών συνέβαλε στον περιορισμό των άμεσων επιπτώσεων από τις υψηλές τιμές της ενέργειας, ενώ η εκεχειρία του Απριλίου οδήγησε τον μηνιαίο πληθωρισμό στο μόλις 1,7% τον Μάιο.
Οι προκλήσεις παραμένουν
Παρά τα θετικά σημάδια, οι Μεχμέτ Σίμσεκ και Φατίχ Καραχάν εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις. Ο πόλεμος επιβάρυνε τόσο τον κρατικό προϋπολογισμό όσο και το ισοζύγιο πληρωμών της Τουρκίας. Οι φορολογικές ελαφρύνσεις στα καύσιμα, που συνέβαλαν στον περιορισμό του ενεργειακού κόστους, ενδέχεται να κοστίσουν το 0,6% του ΑΕΠ.
Ταυτόχρονα, τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας μειώθηκαν από 79 δισ. δολάρια τον Ιανουάριο σε μόλις 18 δισ. δολάρια τον Απρίλιο, καθώς η κεντρική τράπεζα πωλούσε δολάρια προκειμένου να στηρίξει τη λίρα. Αν και τα αποθέματα έχουν πλέον σταθεροποιηθεί, νέα παρέμβαση χωρίς προηγούμενη αναπλήρωσή τους θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω απώλεια εμπιστοσύνης προς την κεντρική τράπεζα, σε νέα άνοδο του πληθωρισμού και, τελικά, στην επιβολή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων.
Ορισμένοι δυτικοί χρηματοοικονομικοί παράγοντες εκφράζουν φόβους για επιστροφή σε δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές του παρελθόντος, ιδίως μετά τις πληροφορίες περί ρήξης μεταξύ του Μεχμέτ Σίμσεκ και του προέδρου Ερντογάν. Ήδη, από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, ξένοι επενδυτές έχουν αποσύρει τουλάχιστον 10 δισ. δολάρια από την Τουρκία.
Παράλληλα, πολλοί επενδυτές που εγκαταλείπουν τις χώρες του Κόλπου επιλέγουν άλλους προορισμούς. Διαχειριστές hedge funds που έφυγαν από το Ντουμπάι κατευθύνθηκαν κυρίως προς το Μαϊάμι και το Μιλάνο και όχι προς την Κωνσταντινούπολη. Στελέχη επιχειρήσεων με υψηλά εισοδήματα, τα οποία αναζητούν ποιοτικά σχολεία για τα παιδιά τους, προτιμούν το Λονδίνο ή τη Γενεύη.
Σύμφωνα με συνομιλίες με δώδεκα νέους εγκατεστημένους στο IFC, οι περισσότερες εταιρείες απασχολούν λιγότερους από 50 εργαζόμενους στην Κωνσταντινούπολη. Παράλληλα, λίγοι από τους ξένους επισκέπτες που πραγματοποιούν αγορές στο Νισάντασι δηλώνουν ότι σκοπεύουν να επιστρέψουν, ενώ η άνθηση στους τομείς των logistics και της ναυτιλίας, που αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το ένα δέκατο της τουρκικής οικονομίας, από μόνη της δεν αρκεί για να αλλάξει την εικόνα.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή προσφέρει στην Τουρκία μια σημαντική ευκαιρία να αποτινάξει τη φήμη της ως οικονομίας με χρόνια προβλήματα. Ωστόσο, για να μετατραπεί σε πραγματικό οικονομικό θαύμα θα χρειαστεί πολύ περισσότερα από την αστάθεια που επικρατεί στη γειτονιά της.
Λαϊκό Λαχείο: Τέσσερις μεγάλοι νικητές κέρδισαν από 250.000 ευρώ τους τελευταίους 2 μήνες
17:59
Φωτιά στο Δερβένι: «Μισή ανάσα από τα σπίτια» το πύρινο μέτωπο λέει ο πρόεδρος κοινότητας Λητής
17:59
Φωτιά στα Εξαμίλια Κορινθίας - Μήνυμα του 112 για εκκένωση δύο οικισμών
17:56
Στο 2,3% η μείωση του πληθωρισμού στη Γερμανία
17:55