ΚΟΣΜΟΣ

Επιστολή-πρόκληση της Τουρκίας στον ΟΗΕ:  «Νόμιμη» η εισβολή του 1974 στην Κύπρο

Επιστολή-πρόκληση της Τουρκίας στον ΟΗΕ:  «Νόμιμη» η εισβολή του 1974 στην Κύπρο

Συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών

AP Photo/Yuki Iwamura

Την πάγια προκλητική θέση της Τουρκίας, ότι η στρατιωτική επέμβαση του 1974 στην Κύπρο ήταν «νόμιμη και δικαιολογημένη» επαναφέρει έγγραφο που διαβιβάστηκε στα Ηνωμένα Έθνη, απορρίπτοντας τους όρους «εισβολή» και «κατοχή» και προβάλλοντας εκ νέου τη θέση περί δύο κυρίαρχων κρατών.

Με επιστολή ημερομηνίας 16 Ιουλίου 2026, ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Τουρκίας στον ΟΗΕ, Αχμέτ Γιλντίζ, ζήτησε από τον Γενικό Γραμματέα τη διανομή του εγγράφου ως επίσημου κειμένου της Γενικής Συνέλευσης και του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Στο παράρτημα περιλαμβάνεται επιστολή του εκπροσώπου του ψευδοκράτους στη Νέα Υόρκη, Μουράτ Σοϊσάλ, ως απάντηση σε τοποθέτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας για τη σεξουαλική βία σε συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων.

Τι αναφέρει η επιστολή

Ο Σοϊσάλ κατηγορεί την ελληνοκυπριακή πλευρά ότι «εκμεταλλεύεται εδώ και καιρό την απουσία του Τουρκοκυπριακού λαού από τα διεθνή φόρουμ», προκειμένου, όπως υποστηρίζει, να παρουσιάζει το Κυπριακό αποκλειστικά ως ζήτημα «εισβολής» και «κατοχής».

Στο ίδιο κείμενο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Τουρκία ενήργησε το 1974 ως εγγυήτρια δύναμη, σύμφωνα με τη Συνθήκη Εγγύησης, μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου. Μάλιστα, χαρακτηρίζεται η τουρκική στρατιωτική επέμβαση ως ενέργεια που «έφερε την πολυαναμενόμενη ειρήνη και ασφάλεια στο νησί».

Ιδιαίτερα επικριτική είναι η επιστολή και απέναντι στο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουλίου 2026 για τον αντίκτυπο της τουρκικής εισβολής στις Κύπριες γυναίκες και κορίτσια και για τα εγκλήματα που αποδίδονται στις τουρκικές δυνάμεις.

Η τουρκοκυπριακή πλευρά απορρίπτει τις αναφορές του ψηφίσματος ως «αβάσιμες και παράλογες κατηγορίες» και υποστηρίζει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει «χάσει εντελώς την αμεροληψία» της στο Κυπριακό, επειδή, κατά την επιστολή, ευθυγραμμίζεται με τις θέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Παράλληλα, επαναλαμβάνεται η θέση ότι στο νησί υπάρχουν «δύο ξεχωριστά κράτη και δύο ξεχωριστοί λαοί», ενώ απορρίπτεται η προοπτική συνέχισης της υφιστάμενης βάσης διαπραγμάτευσης.

«Μια νέα προσέγγιση έχει καταστεί αναπόφευκτη», αναφέρεται στο έγγραφο, το οποίο υποστηρίζει ότι μια συμφωνία μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από σχέση συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών «ως κυρίαρχων ίσων, που απολαμβάνουν ισότιμο διεθνές καθεστώς».

Η διατύπωση αυτή επαναφέρει ενώπιον του ΟΗΕ την τουρκική αξίωση για αναγνώριση της λεγόμενης κυριαρχικής ισότητας και του ίσου διεθνούς καθεστώτος των Τουρκοκυπρίων, θέση που αποκλίνει από το συμφωνημένο πλαίσιο λύσης και τις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας.

tourkiko-ypeks.jpg

Το κτήριο του τουρκικού ΥΠΕΞAP

Photo/Lefteris Pitarakis

Ολόκληρη η επιστολή:

Επιστολή με ημερομηνία 16 Ιουλίου 2026 από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη, απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα
Έχω την τιμή να σας διαβιβάσω με την παρούσα επιστολή με ημερομηνία 16 Ιουλίου 2026, απευθυνόμενη σε εσάς από τον Μουράτ Σοϊσάλ, Αντιπρόσωπο της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου (βλ. παράρτημα).

Θα σας ήμουν ευγνώμων εάν η παρούσα επιστολή και το παράρτημά της μπορούσαν να κυκλοφορήσουν ως έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης, στο πλαίσιο του θέματος 40 της ημερήσιας διάταξης, και του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Αχμέτ Γιλντίζ
Μόνιμος Αντιπρόσωπος

Παράρτημα στην επιστολή με ημερομηνία 16 Ιουλίου 2026 από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη προς τον Γενικό Γραμματέα

Σας γράφω σχετικά με τη δήλωση που έκανε ο Ελληνοκύπριος εκπρόσωπος στη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας με θέμα «Τιμώντας την υπόσχεση του
διεθνούς δικαίου προς τα θύματα σεξουαλικής βίας που σχετίζεται με συγκρούσεις», που πραγματοποιήθηκε στις 8 Ιουλίου 2026. Καθώς η εν λόγω περίσταση αξιοποιήθηκε για άλλη μια φορά για να διαστρεβλωθούν τα γεγονότα που αφορούν την Κύπρο, αναγκάστηκα να απαντήσω γραπτώς, ιδίως δεδομένου του γεγονότος ότι
ο τουρκοκυπριακός λαός εξακολουθεί να στερείται του δικαιώματός του για διεθνή
εκπροσώπηση.

Αρχικά, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι Ελληνοκύπριοι εκπρόσωποι εκμεταλλεύονται εδώ και καιρό την απουσία του Τουρκοκυπριακού λαού από τα διεθνή φόρουμ για να παρουσιάσουν το Κυπριακό ως ζήτημα «εισβολής» και «κατοχής», σαν να είχε λάβει χώρα η επέμβαση της Τουρκίας στο κενό και το Κυπριακό να είχε ξεκινήσει το 1974 και όχι το 1963. Υπό αυτό το πρίσμα, είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε ότι κανένα από τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας για την Κύπρο δεν περιγράφει τη νόμιμη και δικαιολογημένη τουρκική επέμβαση στο νησί, η οποία πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις Διεθνείς Συνθήκες για την Κύπρο του 1959-1960, ως «εισβολή» ή την επακόλουθη παρουσία της στο νησί ως «κατοχή».

Στις 20 Ιουλίου 1974, μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 που οργανώθηκε από τη στρατιωτική χούντα στην Αθήνα και τους Ελληνοκύπριους συνεργάτες της στην Κύπρο, το οποίο στόχευε στην προσάρτηση ολόκληρου του νησιού στην Ελλάδα (ένωση) με κάθε κόστος, συμπεριλαμβανομένης της πλήρους εξόντωσης του Τουρκοκυπριακού λαού, η Τουρκία, ως εγγυήτρια δύναμη, αναγκάστηκε να παρέμβει, ενεργώντας σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της βάσει της Συνθήκης Εγγύησης.

Η επέμβαση της Τουρκίας ακολούθησε τα δεκαετή βάσανα που υπέστη ο Τουρκοκυπριακός λαός, κατά τη διάρκεια των οποίων αναγκάστηκε να ζήσει σε θύλακες που αποτελούσαν έως και το 3% του εδάφους του νησιού, ενώ παράλληλα υπέστη κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η παρέμβαση της Εγγυήτριας Τουρκίας έφερε την πολυαναμενόμενη ειρήνη και ασφάλεια στο νησί, θέτοντας τέλος όχι μόνο στις φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν εναντίον του Τουρκοκυπριακού λαού, αλλά και στη βία που διαπράχθηκε από την Ελληνοκυπριακή πολιτοφυλακή εναντίον του ίδιου του λαού της. Λαμβάνοντας υπόψη τις εμπειρίες του παρελθόντος και την αδυναμία της διεθνούς κοινότητας να τερματίσει τα τρέχοντα ανθρώπινα βάσανα που προκαλούνται από τις πρόσφατες συγκρούσεις παγκοσμίως, είναι αναμφίβολα ότι το σύστημα εγγυήσεων στην Κύπρο, το οποίο απέτρεψε την ολοκληρωτική εξόντωση του Τουρκοκυπριακού λαού, είναι πλέον πιο επίκαιρο και απαραίτητο από ποτέ.
Όπως έχει τεκμηριωθεί εκτενώς στα αρχεία των Ηνωμένων Εθνών, μεταξύ 1963 και 1974, οι Τουρκοκύπριοι υπέστησαν συστηματικά παραβιάσεις των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στη ζωή, από την ελληνοκυπριακή πλευρά.

Στην πραγματικότητα, η μεγάλης κλίμακας βία που διαπράχθηκε κατά του Τουρκοκυπριακού λαού και οι επακόλουθες κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες περιελάμβαναν επίσης σεξουαλική βία που σχετίζεται με τη σύγκρουση, κατέστησαν αναγκαία την ανάπτυξη από το Συμβούλιο Ασφαλείας της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο (UNFICYP) στο νησί το 1964, προκειμένου να σταματήσει η αιματοχυσία και οι φρικαλεότητες που διαπράττονται κατά του Τουρκοκυπριακού λαού.

Παρά την πληθώρα εγγράφων των Ηνωμένων Εθνών που πιστοποιούν αυτά τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία αναφορά στα βάσανα του του τουρκοκυπριακού λαού στην εν λόγω δήλωση αποτελεί απόδειξη του γεγονότος ότι αυτά τα σχόλια δεν βασίζονται σε γεγονότα, αλλά αποτελούν ένα ακόμη επεισόδιο του γνωστού ελληνοκυπριακού μηχανισμού προπαγάνδας.

Ομοίως, η ελληνοκυπριακή πλευρά εκμεταλλεύεται την απουσία εκπροσώπησης των Τουρκοκυπρίων σε διεθνείς πλατφόρμες, όχι μόνο για να αποσπάσει την προσοχή από την ευθύνη της τόσο για τη δημιουργία όσο και για τη συνεχιζόμενη διαιώνιση του Κυπριακού αλλά και για να προωθήσει την παραπλανητική της αφήγηση ότι είναι ο μοναδικός εκπρόσωπος του νησιού.

Ενώ υπάρχουν δύο ξεχωριστά κράτη και δύο ξεχωριστοί λαοί στο νησί, το καθένα με τη δική του ξεχωριστή γλώσσα, πολιτισμό και θρησκεία, η αναφορά του ελληνοκυπριακού εκπροσώπου στην «κυπριακή κοινωνία» σαν να υπήρχε ένας ενιαίος ομοιογενής λαός στο νησί αποτελεί έναν εντελώς παραπλανητικό χαρακτηρισμό της πραγματικότητας.

Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η παράλειψη του Ελληνοκύπριου εκπροσώπου, στην προαναφερθείσα συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, να αναγνωρίσει τις φρικαλεότητες και τις κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράχθηκαν εναντίον του τουρκοκυπριακού λαού από την Ελληνοκυπριακή πλευρά μεταξύ 1963 και 1974, ενώ αποδίδει στην Τουρκία γεγονότα που δεν συνέβησαν ποτέ και, ταυτόχρονα, υπονοεί απλώς το ψήφισμα 1325 (2000) του Συμβουλίου Ασφαλείας και τα επακόλουθα ψηφίσματα για τις γυναίκες, την ειρήνη και την ασφάλεια, αποτελεί μια ακόμη προσπάθεια συστηματικής διαστρέβλωσης ιστορικών και νομικών γεγονότων.

Ως Εκπρόσωπος της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου στη Νέα Υόρκη,
επιθυμώ να εκφράσω τη βαθιά μου ανησυχία και τη βαθιά μου απογοήτευση σχετικά με το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουλίου 2026 σχετικά με «τον αντίκτυπο της τουρκικής «εισβολής» του 1974 στις Κύπριες γυναίκες και κορίτσια, και τα εγκλήματα που διέπραξαν οι τουρκικές δυνάμεις και τις συνέπειες στην ισότητα των φύλων» (2026/2617(RSP)), το οποίο περιέχει αβάσιμες και παράλογες κατηγορίες κατά των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Καταδικάζουμε έντονα αυτή τη μονόπλευρη απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία όχι μόνο αγνοεί τις αγωνίες που υφίσταται ο τουρκοκυπριακός λαός, αλλά και εκμεταλλεύεται ένα ανθρωπιστικό ζήτημα με προκατειλημμένο, προκατειλημμένο και πολιτικά υποκινούμενο τρόπο.

Είναι σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι θεσμοί της έχουν χάσει εντελώς την αμεροληψία τους στο κυπριακό ζήτημα, ευθυγραμμιζόμενες με την ελληνοκυπριακή πλευρά σαν να ήταν ενεργό μέρος του κυπριακού ζητήματος.

Ως εκ τούτου, καλούμε την Ευρωπαϊκή Ένωση να εγκαταλείψει τη μονόπλευρη προσέγγισή της, να απόσχει από την πολιτικοποίηση των ανθρωπιστικών πτυχών του κυπριακού ζητήματος ως μέσο πολιτικής προπαγάνδας και να αναγνωρίσει και να σεβαστεί τις ιστορικές πραγματικότητες στο νησί, συμπεριλαμβανομένων των δεινών που υφίσταται ο τουρκοκυπριακός λαός.

Συμπερασματικά, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τα σχόλια του Ελληνοκύπριου
εκπροσώπου, τα οποία δεν επιβεβαιώνονται και δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν ούτε από νομικά ούτε από ιστορικά γεγονότα που αφορούν το νησί, αποτελούν ένα ακόμη επεισόδιο της γνωστής ελληνοκυπριακής προπαγάνδας.

Αντί να εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία για να προωθήσει αβάσιμες κατηγορίες και εχθρική ρητορική, είναι καιρός η ελληνοκυπριακή πλευρά να υιοθετήσει μια ειλικρινή προσέγγιση με στόχο την επίτευξη μιας βιώσιμης και δίκαιης συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών που να αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα του νησιού και να σέβεται, μεταξύ άλλων, τα εγγενή δικαιώματα του τουρκοκυπριακού λαού.

Μετά την αποτυχία όλων των προσπαθειών και πρωτοβουλιών των προηγούμενων δεκαετιών, μια νέα προσέγγιση έχει καταστεί αναπόφευκτη. Μια δίκαιη, διαρκής και βιώσιμη συμφωνία μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της δημιουργίας μιας σχέσης συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών, ως κυρίαρχων ίσων, που απολαμβάνουν ισότιμο διεθνές καθεστώς.

Επωφελούμενος από την παρούσα ευκαιρία, θα ήθελα επίσης να υπενθυμίσω στην ελληνοκυπριακή κυβέρνηση ότι η αντίστοιχη είναι, και ήταν πάντα, η τουρκοκυπριακή πλευρά, όχι η Τουρκία.

Θα ήμουν ευγνώμων αν η παρούσα επιστολή μπορούσε να κυκλοφορήσει ως έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης, στο θέμα 40 της ημερήσιας διάταξης, και του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Μουράτ Σοϊσάλ»