ΚΟΣΜΟΣ

Πανεπιστήμια στρέφονται στις προφορικές εξετάσεις για να αποτρέψουν τη χρήση ΑΙ από φοιτητές

Πανεπιστήμια στρέφονται στις προφορικές εξετάσεις για να αποτρέψουν τη χρήση ΑΙ από φοιτητές
Σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η υπερβολική χρήση εργαλείων ΑΙ στα πανεπιστήμια, οι προφορικές εξετάσεις επανέρχονται στο πρόγραμμα πολλών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων Vitaly Gariev / Unsplash

Η εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης στην εκπαίδευση οδηγεί ολοένα περισσότερα πανεπιστήμια σε μια μέθοδο αξιολόγησης που κάθε άλλο παρά καινούργια είναι: τις προφορικές εξετάσεις.

Στόχος είναι να περιοριστούν φαινόμενα αντιγραφής και η χρήση εργαλείων AI για την παραγωγή εργασιών ή απαντήσεων που δεν αντανακλούν τις πραγματικές γνώσεις των φοιτητών, αναφέρει το The Conversation.

Οι προφορικές εξετάσεις, που χρονολογούνται από την αρχαία Ελλάδα, με την ανάπτυξη της μαζικής εκπαίδευσης υποχώρησαν προς όφελος των γραπτών εξετάσεων, οι οποίες μπορούσαν να εφαρμοστούν ευκολότερα σε μεγάλο αριθμό μαθητών και φοιτητών.

Τα συν και τα πλην της προφορικής εξέτασης

Η προφορική εξέταση έχει ορισμένα σαφή πλεονεκτήματα. Επιτρέπει στον εξεταστή να ελέγξει σε πραγματικό χρόνο πόσο καλά έχει κατανοήσει ο φοιτητής ένα θέμα, να ζητήσει διευκρινίσεις ή να προχωρήσει σε συμπληρωματικές ερωτήσεις. Παράλληλα, μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη δεξιοτήτων δημόσιου λόγου και επικοινωνίας.

Δεν αποτελεί όμως απαραίτητα δίκαιη λύση για όλους. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι προφορικές εξετάσεις μπορούν να προκαλέσουν μεγαλύτερο άγχος από τις γραπτές. Γερμανική μελέτη, για παράδειγμα, διαπίστωσε αυξημένα επίπεδα άγχους μεταξύ φοιτητών όταν εξετάζονταν προφορικά. Σε τέτοιες συνθήκες, ένας καλά προετοιμασμένος φοιτητής μπορεί να δυσκολευτεί να αποδώσει όσα πραγματικά γνωρίζει.

Σε μειονεκτική θέση ενδέχεται επίσης να βρίσκονται όσοι εξετάζονται σε γλώσσα που δεν είναι η μητρική τους. Η κατανόηση του αντικειμένου μπορεί να είναι επαρκής, αλλά η ανάγκη άμεσης προφορικής διατύπωσης της απάντησης να επηρεάζει την επίδοση.

Ένα ακόμη ζήτημα είναι η συνέπεια της αξιολόγησης. Μελέτη σε σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη Νορβηγία διαπίστωσε σημαντικές αποκλίσεις στη διάρκεια των εξετάσεων: οι αρχικές παρουσιάσεις των μαθητών διαρκούσαν από 5 έως 16 λεπτά και οι συζητήσεις που ακολουθούσαν από 7 έως 23 λεπτά. Σε νεότερη έρευνα, ο αριθμός των ερωτήσεων από τους ίδιους εξεταστές κυμαινόταν από λιγότερες από δέκα έως σχεδόν 50. Τέτοιες διαφορές σημαίνουν ότι οι μαθητές δεν έχουν πάντοτε τις ίδιες ευκαιρίες να αποδείξουν τις γνώσεις τους.

Οι προφορικές εξετάσεις δεν εξαλείφουν ούτε τη δυνατότητα χρήσης της AI. Ένας φοιτητής μπορεί να αξιοποιήσει εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για να προετοιμάσει και να απομνημονεύσει πειστικές απαντήσεις. Αντίθετα, κάποιος που έχει εκπονήσει μόνος του μια εργασία μπορεί να δυσκολευτεί υπό την πίεση της εξέτασης. Αν λοιπόν η διαδικασία χρησιμοποιηθεί κυρίως ως «ανιχνευτής ψεύδους» για την AI, υπάρχει κίνδυνος να καταλήξει να μετρά περισσότερο την αυτοπεποίθηση παρά τη γνώση.

Πιο αποτελεσματικές εξετάσεις

Για να λειτουργούν αποτελεσματικά, οι προφορικές εξετάσεις πρέπει να βασίζονται σε σαφείς κανόνες. Οι μαθητές χρειάζεται να γνωρίζουν εκ των προτέρων τον σκοπό, τα κριτήρια βαθμολόγησης και το είδος των ερωτήσεων, ενώ πρέπει να έχουν επαρκή χρόνο να σκεφτούν τις απαντήσεις τους. Αντίστοιχα, οι εξεταστές μπορούν να χρησιμοποιούν κοινά πρότυπα και παρόμοιες συμπληρωματικές ερωτήσεις ώστε να περιορίζονται οι αποκλίσεις.

Οι έρευνες δείχνουν ότι η προφορική εξέταση είναι περισσότερο αποτελεσματική όταν λειτουργεί συμπληρωματικά και όχι ως υποκατάστατο της γραπτής ή πρακτικής αξιολόγησης. Ένας φοιτητής Ιστορίας, για παράδειγμα, θα μπορούσε να παραδίδει μια εργασία μαζί με τις πηγές του και στη συνέχεια να συμμετέχει σε μια σύντομη συζήτηση για τις επιλογές και τις διορθώσεις που έκανε, καθώς και για τυχόν χρήση AI.

Με σωστό σχεδιασμό, η προφορική εξέταση μπορεί να ενισχύσει την αξιοπιστία της αξιολόγησης στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Αν όμως μετατραπεί σε μορφή ανάκρισης, υπάρχει ο κίνδυνος το πρόβλημα της ακαδημαϊκής ακεραιότητας να αντικατασταθεί από ένα νέο πρόβλημα: εκείνο της άνισης και μη συνεπούς αξιολόγησης.