ΚΟΣΜΟΣ

«Μας χτυπούν κατάμουτρα»: Ντοκουμέντα ιρανικών καταστροφών σε αμερικανικές βάσεις στη Μέση Ανατολή

«Μας χτυπούν κατάμουτρα»: Ντοκουμέντα ιρανικών καταστροφών σε αμερικανικές βάσεις στη Μέση Ανατολή

Στρατιώτες του στρατού των ΗΠΑ επιθεωρούν πλήγματα σε αμερικανική βάση στη Μέση Ανατολή (φωτογραφία αρχείου)

AP Photo/Ali Abdul Hassan

Αρκετά ακριβά φαίνεται πως πληρώνουν οι ΗΠΑ τη νέα φάση κλιμάκωσης στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής, καθώς η Τεχεράνη φέρεται να εξαπέλυσε σημαντικές επιθέσεις κατά αμερικανικών στρατιωτικών στόχων με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Από αυτά τα νέα ιρανικά χτυπήματα προκλήθηκαν εκτεταμένες ζημιές, όπως αποκαλύπτουν φωτογραφίες που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας.

Συγκεκριμένα, τα νέα ντοκουμέντα που προήλθαν από φωτογραφίες που τράβηξαν οι ίδιοι οι Αμερικανοί στρατιώτες και προβλήθηκαν από το τηλεοπτικό δίκτυο CBS News, δείχνουν κατεστραμμένο αεροσκάφος, σκισμένα αντίσκηνα και διαλυμένα παραπήγματα.

Οι φωτογραφίες που τραβήχτηκαν σε αμερικανική βάση στη Σαουδική Αραβία και σε άλλες δύο στο Κουβέιτ, στάλθηκαν στο αμερικανικό μέσο από μέλη των ενόπλων δυνάμεων που ζήτησαν να μην αποκαλυφθούν τα ονόματά τους.

«Πρόκειται για σοβαρές ζημιές στις βάσεις μας, για τις οποίες δεν ενημερώθηκε το αμερικανικό κοινό», είπε η μία από αυτές τις πηγές στο CBS.

«Παραμένουμε εκεί, με κλειστά τα μάτια, να μας χτυπούν κατάμουτρα», πρόσθεσε.

Η έκθεση του Πενταγώνου

Ο γενικός επιθεωρητής του Πενταγώνου, σε μια έκθεση του τη Δευτέρα, εξήγησε ότι η Αμερικανική Στρατιωτική Διοίκηση για τη Μέση Ανατολή (Centcom) είχε αναφέρει τις σημαντικές ζημιές στις αμερικανικές εγκαταστάσεις.

Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι τα ιρανικά πλήγματα «προκάλεσαν ζημιές ή κατέστρεψαν εκατοντάδες κτίρια και υποδομές στις αμερικανικές βάσεις του Κουβέιτ, του Μπαχρέιν, του Κατάρ, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, της Σαουδικής Αραβίας, του Ιράκ, του Ομάν και της Ιορδανίας».

«Δεκάδες αμερικανικά αεροσκάφη καταστράφηκαν ή υπέστησαν ζημιές», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με αυτήν την έκθεση, ο πόλεμος στο Ιράν μέχρι τα τέλη Ιουνίου στοίχισε στην Ουάσιγκτον 33,4 δισεκατομμύρια δολάρια, όμως στο ποσό αυτό δεν περιλαμβάνεται «το κόστος επισκευής των υποδομών».