ΚΟΣΜΟΣ

Γιατί το ξανθό μαλλί γίνεται καφέ με το πέρασμα των χρόνων; Η επιστήμη απαντά

Γιατί το ξανθό μαλλί γίνεται καφέ με το πέρασμα των χρόνων; Η επιστήμη απαντά

Σε πολλά ξανθά παιδιά το χρώμα των μαλλιών αρχίζει να σκουραίνει μπαίνοντας στην εφηβεία

Magnific

Ένα παιδί που γεννιέται με κατάξανθα μαλλιά μπορεί, καθώς μεγαλώνει, να δει το χρώμα τους να αλλάζει σταδιακά, αποκτώντας καστανές ή ακόμη και μαύρες αποχρώσεις. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που παρατηρείται σε αρκετά παιδιά, ιδιαίτερα κατά την εφηβεία, χωρίς όμως να συμβαίνει σε όλους.

Γιατί ορισμένοι άνθρωποι διατηρούν τα ξανθά μαλλιά τους σε όλη τους τη ζωή, ενώ άλλοι αποκτούν πολύ πιο σκούρα μαλλιά πριν ακόμη ενηλικιωθούν; Η απάντηση βρίσκεται σε μια σύνθετη αλληλεπίδραση ανάμεσα στα γονίδια, τα κύτταρα που παράγουν τις χρωστικές ουσίες και τις ορμόνες.

Παρότι οι επιστήμονες έχουν εντοπίσει πολλά από τα γονίδια που καθορίζουν το χρώμα των μαλλιών, δεν έχουν καταφέρει ακόμη να εξηγήσουν πλήρως γιατί τα ξανθά μαλλιά ορισμένων παιδιών σκουραίνουν, ενώ άλλων παραμένουν αμετάβλητα. «Εξαρτάται από τη γενετική τους κληρονομιά», εξηγεί στο Live Science ο Ντέσμοντ Τόμπιν, καθηγητής Δερματολογικών Επιστημών στο University College του Δουβλίνου.

Ο ρόλος της μελανίνης

Το χρώμα των μαλλιών καθορίζεται από τη μελανίνη, μια χρωστική ουσία που παράγεται από εξειδικευμένα κύτταρα, τα μελανοκύτταρα, τα οποία βρίσκονται στους θύλακες των τριχών.

Υπάρχουν δύο βασικοί τύποι μελανίνης: η ευμελανίνη, που ευθύνεται για τις καστανές και μαύρες αποχρώσεις, και η φαιομελανίνη, που συμβάλλει στη δημιουργία κίτρινων και κόκκινων αποχρώσεων. Η ποσότητα και το είδος της μελανίνης που παράγει κάθε θύλακας καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το χρώμα της τρίχας.

Όσο περισσότερη ευμελανίνη παράγεται, τόσο πιο σκούρα είναι συνήθως τα μαλλιά. Ωστόσο, η δραστηριότητα των θυλάκων δεν παραμένει απαραίτητα σταθερή σε όλη τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Καθώς το παιδί αναπτύσσεται, μεταβάλλονται και τα βιολογικά σήματα που ρυθμίζουν την παραγωγή χρωστικών ουσιών.

Σύμφωνα με τον Τόμπιν, σε πολλά ξανθά παιδιά η πιο αισθητή αλλαγή στο χρώμα των μαλλιών παρατηρείται κατά την εφηβεία, συνήθως μεταξύ 10 και 13 ετών. Πιθανότατα, οι ορμονικές μεταβολές αυτής της περιόδου, ιδιαίτερα η αύξηση των οιστρογόνων και των ανδρογόνων, διεγείρουν την παραγωγή ευμελανίνης, με αποτέλεσμα τα μαλλιά να σκουραίνουν σταδιακά. Αντίθετα, όσοι παραμένουν ξανθοί διαθέτουν συνήθως μια γενετικά καθορισμένη τάση για περιορισμένη παραγωγή ευμελανίνης.

Το μυστήριο των ορμονών

Ο ακριβής μηχανισμός με τον οποίο οι ορμόνες ενδέχεται να προκαλούν αυτή την αλλαγή παραμένει άγνωστος. Μια πιθανή εξήγηση σχετίζεται με τις μελανοκορτίνες, μια ομάδα ορμονών που συμμετέχουν στη ρύθμιση της παραγωγής μελανίνης. Μία από αυτές είναι η ορμόνη α-MSH, η οποία δίνει στα μελανοκύτταρα το σήμα να παράγουν περισσότερη μελανίνη.

Στο δέρμα, η έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία ενεργοποιεί έναν μηχανισμό που ενισχύει τη δράση αυτής της ορμόνης, προκαλώντας το μαύρισμα. Ωστόσο, οι επιστήμονες δεν έχουν αποδείξει ότι η αύξηση της α-MSH, της τεστοστερόνης, των οιστρογόνων ή κάποιας άλλης συγκεκριμένης ορμόνης ευθύνεται για το σκούρεμα των ξανθών μαλλιών κατά την εφηβεία.

«Δεν έχουμε ακόμη εντοπίσει τα γονίδια που ελέγχουν αυτή τη διαδικασία», επισημαίνει ο Βόιτσεχ Μπρανίτσκι, ερευνητής της γενετικής της ανθρώπινης μελάγχρωσης στο Πανεπιστήμιο Γιαγκελονιάν της Πολωνίας.

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ορμόνες ενδέχεται να επηρεάζουν διαφορετικά τους θύλακες των τριχών κάθε παιδιού, ανάλογα με το γενετικό του υπόβαθρο. Θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να επηρεάζουν είτε την παραγωγή μελανίνης είτε τη μεταφορά της χρωστικής μέσα στον θύλακα.

Έτσι, δύο παιδιά που αρχικά έχουν εξίσου ξανθά μαλλιά μπορεί να αντιδράσουν διαφορετικά στις ορμονικές αλλαγές της εφηβείας. Το ένα ενδέχεται να συνεχίσει να παράγει μικρές ποσότητες ευμελανίνης, διατηρώντας το ξανθό χρώμα, ενώ στο άλλο η παραγωγή της χρωστικής μπορεί να αυξηθεί, με αποτέλεσμα οι νέες τρίχες να αποκτούν σταδιακά πιο σκούρα απόχρωση. «Η έρευνα σχετικά με τις παραλλαγές του ανθρώπινου γονιδιώματος είναι αρκετά προχωρημένη, αλλά δεν έχουν εξηγηθεί ακόμη όλες οι πτυχές», δήλωσε ο Μπρανίτσκι.