ΚΟΣΜΟΣ

Γιατί η συνάντηση Τραμπ-Σι στο Λευκό Οίκο μπορεί να μην ανταποκριθεί στις προσδοκίες

Γιατί η συνάντηση Τραμπ-Σι στο Λευκό Οίκο μπορεί να μην ανταποκριθεί στις προσδοκίες

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υποδέχεται τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ κατά την άφιξή του στις ΗΠΑ, την Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2026.

ΑΠΕ-ΜΠΕ/EPA/JIM LO SCALZO

Η πολυτελής υποδοχή που επεφύλαξε ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ υποδηλώνει ότι πλησιάζει μια μεγάλη παγκόσμια στιγμή, κάτι που όμως μπορεί να μην ευοδωθεί,  όπως αναφέρει το CNNi.

Σε μια ασυνήθιστη κίνηση, ο Τραμπ μετέβη στην Στρατιωτική Βάση Άντριους για να υποδεχτεί τον Σι από την σκάλα αποβιβασης του αεροσκάφους του, όταν αυτός έφτασε την Τετάρτη για μια διαμονή δύο διανυκτερεύσεων.

Οι ηγέτες συνομίλησαν, μαζί με τις συζύγους τους, πριν περπατήσουν δίπλα-δίπλα πάνω στο κόκκινο χαλί. Υπήρξε, ωστόσο, ένα μικρό απρόοπτο στην τελετή, όταν ένα αεροσκάφος που πραγματοποιούσε πτήση επίδειξης πέρασε πάνω από τον χώρο και ο βρυχηθμός των κινητήρων του, κάλυψη το εθνικό ύμνο των ΗΠΑ που έπαιζε εκείνη την ώρα, προκαλώντας την εμφανή δυσφορία του Τραμπ.

Παρ’ όλα αυτά, οι εικόνες υποδηλώνουν ότι ηγέτες των δύο ισχυρότερων χωρών του κόσμου συναντιούνται για να χαράξουν το πεπρωμένο του πλανήτη. Η χρονική στιγμή δεν θα μπορούσε να είναι πιο ευνοϊκή, καθώς οι ΗΠΑ και η Κίνα χαράζουν νέα τεχνολογικά όρια εν μέσω προειδοποιήσεων από επικεφαλής του κλάδου ότι η τεχνητή νοημοσύνη ενδέχεται σύντομα να ξεφύγει από τον έλεγχο.

Πέρα από τις εντυπώσεις

US President Trump greets Chinese President Xi at Joint Base Andrews

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υποδέχεται τον Κινέζο Πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ στηνΒάση Άντριους, στο Μέριλαντ των ΗΠΑ, στις 23 Σεπτεμβρίου 2026.

ΑΠΕ-ΜΠΕ/EPA/JIM LO SCALZO

Όμως, οι εντυπώσεις μπορεί να παραπλανούν. Κατ’ αρχάς, η συνάντηση αναμένεται να ολοκληρωθεί χωρίς μια συμφωνία για την προστασία της ανθρωπότητας που θα ήταν αντίστοιχη με τις συμφωνίες για τον περιορισμό των πυρηνικών όπλων της δεκαετίας του 1980. Σαράντα χρόνια μετά, μια αντίστοιχη κίνηση, θα μπορούσε να περιλαμβάνει συμφωνία περιορισμών στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης ή την αμοιβαία διαφάνεια μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας όσον αφορά τις τεχνολογικές βιομηχανίες τους, με στόχο την οικοδόμηση εμπιστοσύνης και ασφάλειας.

Υπάρχει ακόμα η πιθανότητα η σύνοδος κορυφής να επιφυλάσσει εκπλήξεις, αν και για να συμβεί αυτό, θα έπρεπε να παραβιάσει τους παραδοσιακούς διπλωματικούς κώδικες της Κίνας, οι οποίοι απαιτούν περίπλοκη διπλωματία πριν από τη συνάντηση για να καθοριστούν τα αποτελέσματα. Στην πραγματικότητα, λοιπόν, ένα θετικό αποτέλεσμα θα περιοριζόταν σε μια παράταση της διμερούς εμπορικής εκεχειρίας που ανακοινώθηκε το βράδυ της Τετάρτης, σε νέες προσπάθειες για την εδραίωση της σταθερότητας μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου, καθώς και σε μικρές πρωτοβουλίες σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη, τη διακίνηση φεντανύλης, το εμπόριο και την αποφυγή στρατιωτικών συγκρούσεων.

Γιατί οι προσδοκίες είναι τόσο χαμηλές;

Γιατί όμως οι προσδοκίες είναι τόσο χαμηλές, ειδικά όταν ο υπόλοιπος κόσμος παρακολουθεί τις ΗΠΑ και την Κίνα να ανταγωνίζονται για την πρωτιά σε έναν αγώνα εξοπλισμών στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης;

Το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό του χάσματος που χωρίζει τους δύο αντιπάλους. Ο καθένας πιστεύει ότι μπορεί να επικρατήσει, και αμφότεροι αντιλαμβάνονται τι διακυβεύεται σε αυτή τη μονομαχία υπερδυνάμεων: «Όποιος προηγηθεί στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, κερδίζει», όπως το έθεσε ο Τραμπ. Και οι δύο αντιστέκονται σε οποιονδήποτε ουσιαστικό περιορισμό σε έναν τομέα που είναι ζωτικής σημασίας για τη στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης. Πολλοί αναλυτές πιστεύουν ότι η Κίνα υστερεί στον αγώνα της τεχνητής νοημοσύνης και δεν θα συμφωνούσε σε καμία αμοιβαία επιβράδυνση του κλάδου. Συνήθως θεωρεί κάθε κίνηση που αποσκοπεί στον περιορισμό της τεχνολογικής της ανόδου ως μέρος μιας δυτικής στρατηγικής για να την στερήσει από τη νόμιμη παγκόσμια δύναμή της.

Η ασυμφωνία χαρακτήρων μεταξύ του αυθόρμητου Τραμπ και του μελετημένου Σι αποτελεί επίσης κακό οιωνό για την εν θερμώ λήψη αποφάσεων. Τα πολιτικά συστήματα των ΗΠΑ και της Κίνας είναι τόσο διαφορετικά και όλο και περισσότερο προσανατολισμένα στην αντιμετώπιση του άλλου, που υπάρχουν ελάχιστα κοινά σημεία.

Και κάθε πλευρά θέλει να αποφύγει την κλιμάκωση, αλλά στερείται της επιρροής για να επιβάλει παραχωρήσεις.

Η κατακόρυφη πτώση των ποσοστών του Τραμπ στις δημοσκοπήσεις εν μέσω του πολέμου με το Ιράν κινδυνεύει να υπονομεύσει την παγκόσμια επιρροή του. Πέρυσι διαπίστωσε ότι οι απειλές της Κίνας να περιορίσει τις εξαγωγές ορυκτών σπάνιων γαιών προς τις ΗΠΑ θα μπορούσαν να ματαιώσουν την εμπορική του επίθεση. Και ενώ ο Σι δεν ανησυχεί για οργισμένους ψηφοφόρους και προστατεύει αδίστακτα την εσωτερική του εξουσία, αντιμετωπίζει κρίση στον τομέα των ακινήτων και οικονομικά προβλήματα στη χώρα του.

Τα όρια της «Διπλωματίας των Κορυφών» του Τραμπ

Donald Trump,Xi Jinping

Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο Κινέζος Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ συνομιλούν στην Βάση Άντριους, στο Μέριλαντ, την Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026.

AP Photo/Mark Schiefelbein

Για να είμαστε δίκαιοι απέναντι στον Τραμπ, οι περισσότερες παγκόσμιες συνόδους κορυφής δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες. Και οι συναντήσεις μεταξύ των ηγετών των ΗΠΑ και της Κίνας εξελίσσονται εν μέσω δυσμενών συγκρίσεων με τις ιστορικές συναντήσεις της δεκαετίας του 1970 μεταξύ του προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον και του Μάο Τσε Τουνγκ.

Παρ’ όλα αυτά, ο Τραμπ δίνει συχνά την εντύπωση ότι τον ενδιαφέρει περισσότερο το θέαμα των παγκόσμιων συνόδων κορυφής παρά η ουσία τους, ένας λόγος για τον οποίο οι συναντήσεις με τον Σι αυτή την εβδομάδα ενδέχεται να αποφέρουν ελάχιστα συγκεκριμένα αποτελέσματα. Οι πολυσυζητημένες συναντήσεις του με τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν κατά την πρώτη θητεία του, καθώς και η περσινή συνάντηση στην Αλάσκα με τον πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν, απέδωσαν ελάχιστα πέρα από φωτογραφίες του Τραμπ με τους άλλους ισχυρούς ηγέτες.

Εδώ και μήνες απολαμβάνει την προοπτική της επίσκεψης του Σι και ανταπέδωσε τον συμβολισμό του κόκκινου χαλιού, τον οποίο θεώρησε ως ένδειξη μεγάλου προσωπικού σεβασμού όταν ταξίδεψε στο Πεκίνο τον Μάιο.

Ο Τραμπ δεν είναι ο πρώτος πρόεδρος που πιστεύει ότι οι στενές προσωπικές σχέσεις του με ξένους ηγέτες είναι καθοριστικές στις παγκόσμιες υποθέσεις. Σε περίπτωση κρίσης, τέτοιοι δεσμοί θα μπορούσαν να είναι σημαντικοί.

Ο Λάιλ Γκόλντσταϊν, ανώτερος ερευνητής και διευθυντής του Προγράμματος για την Ασία στο κέντρο μελετών «Defense Priorities», δήλωσε ότι οι συναντήσεις αυτές ήταν «θετικό γεγονός» και ότι η προσωπική διπλωματία μεταξύ του Σι και του Τραμπ συνέβαλε στη σταθεροποίηση των σχέσεων και στη μείωση των στρατιωτικών εντάσεων, μεταξύ άλλων και όσον αφορά την Ταϊβάν.

Ωστόσο, ο Τραμπ έχει ανεβάσει την πίστη του στη δική του αναντικατάστατη θέση σε νέα επίπεδα. Συχνά καυχιόταν, για παράδειγμα, για τη «υπέροχη σχέση» του με τον Σι σε προεκλογικές συγκεντρώσεις του 2024, με έναν τρόπο που φαινόταν απομακρυσμένος από τα κύρια προβλήματα που απασχολούν τους ψηφοφόρους. Στο Πεκίνο, ξαναμίλησε με ενθουσιασμό για αυτή τη σχέση. «Είναι τιμή μου να είμαι φίλος σου», είπε ο Τραμπ στον οικοδεσπότη του. «Υπάρχουν κάποιοι που λένε ότι αυτή είναι η μεγαλύτερη σύνοδος κορυφής που έγινε ποτέ».

Η αποφασιστικότητα του Τραμπ να προστατεύσει αυτό που θεωρεί ως προσωπικούς δεσμούς του με ηγέτες τον οδηγεί μερικές φορές να βρει δικαιολογίες για λογαριασμό τους. Τον Ιούλιο, για παράδειγμα, είπε στους δημοσιογράφους ότι «κάνουμε κι εμείς πράγματα εναντίον τους· δεν είναι μονόδρομος», όταν ρωτήθηκε για τις καταγγελίες σχετικά με την κινεζική παρέμβαση στις εκλογές του 2020. Αυτό το μήνα, ο πρόεδρος υποβάθμισε επίσης τους ισχυρισμούς ότι το Πεκίνο έδωσε στο Ιράν δορυφορικές εικόνες μιας βάσης στην Ιορδανία πριν από μια επίθεση εναντίον αμερικανικών στρατευμάτων. Η Κίνα αρνήθηκε το δημοσίευμα της «Wall Street Journal», η οποία επικαλέστηκε ανώνυμους Αμερικανούς αξιωματούχους.

Ο Κινέζος ηγέτης σπάνια ανταποκρίνεται με προσωπική θερμότητα προς τον Τραμπ, δείχνοντας ότι παίζει ένα μακροπρόθεσμο διπλωματικό παιχνίδι που θα διαρκέσει πολύ μετά την αποχώρηση του 47ου προέδρου από το αξίωμα. Πρώην αξιωματούχοι έχουν δηλώσει ότι ο Σι είναι πιο πρόθυμος να συμμετάσχει σε αυθόρμητες συνομιλίες κατ’ ιδίαν σε σύγκριση με τον αυστηρό προκάτοχό του, Χου Τζιντάο. Ωστόσο, εξακολουθεί να περιορίζεται από τα πρωτόκολλα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας και τις συντηρητικές διπλωματικές συνήθειες. Επίσης, έχει αποφύγει εμφανώς την επιδεικτική κολακεία που χρησιμοποιούν άλλοι ηγέτες για να κερδίσουν την εύνοια του Τραμπ.

Ορισμένοι Ρεπουμπλικάνοι έχουν επικρίνει σφοδρά την προσέγγιση του Τραμπ. Σε εξαιρετικά σκληρές δηλώσεις που έκανε την Τρίτη, ο γερουσιαστής Ρότζερ Γουίκερ, πρόεδρος της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας, καταδίκασε την συνάντηση. «Ο αρχιστράτηγός μας πρέπει να έχει κατά νου ότι ο καλεσμένος του είναι ένας βίαιος, μη εκλεγμένος και καταπιεστικός δικτάτορας, ο οποίος επιδιώκει να κυριαρχήσει στους γείτονές του και του οποίου το τεράστιο στρατιωτικό οπλοστάσιο στρέφεται απευθείας κατά των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής», δήλωσε ο Γουίκερ.

Η τεχνητή νοημοσύνη στο επίκεντρο των συνομιλιών

Η σύνοδος κορυφής Σι-Τραμπ απέκτησε επιπλέον σημασία λόγω των πρόσφατων προειδοποιήσεων από προγραμματιστές και ηγέτες στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης ότι τα προϊόντα τους θα μπορούσαν σύντομα να ξεφύγουν από τον έλεγχο και να απειλήσουν την ανθρωπότητα.

Ωστόσο, την Τρίτη, ο Τραμπ μετονόμασε την τεχνητή νοημοσύνη σε «υπερνοημοσύνη» και δήλωσε στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ότι «απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε προσπάθεια δημιουργίας ενός παγκόσμιου σχεδίου για τον έλεγχο» της τεχνολογίας αυτής. Η ραγδαία επέκταση της χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης σε στρατιωτικές εφαρμογές, εν τω μεταξύ, προσθέτει ένα επιπλέον επίπεδο πολυπλοκότητας, καθώς οποιαδήποτε κίνηση είτε από το Πεκίνο είτε από την Ουάσιγκτον για τον περιορισμό της τεχνολογίας θα μπορούσε να προσφέρει στην αντίπαλη υπερδύναμη ένα πιθανό πλεονέκτημα στο πεδίο της μάχης.

Η αντίθεση του προέδρου σε οποιαδήποτε ρύθμιση, είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό, έχει ήδη αποκλείσει το ενδεχόμενο μιας σημαντικής συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας σχετικά με το θέμα. Ενώ η Κίνα αντιδρά στον εξωτερικό έλεγχο, έχει δείξει μεγαλύτερη ανοχή στη δημιουργία θεσμικών διασφαλίσεων και μιας παγκόσμιας συναίνεσης σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης, αν και η προθυμία της να προχωρήσει πέρα από τη ρητορική παραμένει ασαφής.

Η τεχνητή νοημοσύνη έχει υιοθετηθεί σε εξαιρετικά ευρεία κλίμακα στην Κίνα. Η κλειστή πολιτική κοινωνία της σημαίνει ότι δεν έχει υπάρξει σχεδόν καμία συζήτηση ή αντίδραση σχετικά με την τεχνολογία, όπως αυτές που ξέσπασαν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ.

Την Τετάρτη, ο μόνιμος εκπρόσωπος του Πεκίνου στα Ηνωμένα Έθνη, Φου Κονγκ, επέκρινε σφοδρά, σε συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ με επικεφαλής του τομέα της τεχνητής νοημοσύνης από «ορισμένες μεγάλες χώρες» τις οποίες κατηγόρησε ότι δημιουργούν μια «μικροπρεπή κλίκα του τύπου “εμείς εναντίον αυτών”» και ότι αναγκάζουν άλλες χώρες να χρησιμοποιούν τη δική τους τεχνολογία αντί της κινεζικής.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει κάποια αναγνώριση και από τις δύο πλευρές όσον αφορά την παγκόσμια ανησυχία για την τεχνητή νοημοσύνη. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ δήλωσε τη Δευτέρα στο CNBC ότι, εν όψει της συνόδου κορυφής, οι ΗΠΑ και η Κίνα συζητούσαν το ενδεχόμενο να ανοίξουν ένα κανάλι επικοινωνίας σχετικά με περιστατικά που αφορούν την τεχνητή νοημοσύνη, προκειμένου να προσδιοριστούν «ποιοι είναι οι κύριοι κίνδυνοι της τεχνητής νοημοσύνης».