ΚΟΣΜΟΣ

CNNi: Εγκλωβισμένη σε βαθιά κρίση η Γαλλία- Κοινωνική οργή, πολιτικό αδιέξοδο και οικονομική ασφυξία

CNNi: Εγκλωβισμένη σε βαθιά κρίση η Γαλλία- Κοινωνική οργή, πολιτικό αδιέξοδο και οικονομική ασφυξία
AP Photo

Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίση που ξεπερνά κατά πολύ τις βίαιες ταραχές των τελευταίων ημερών. Η κοινωνική δυσαρέσκεια, η πολιτική παράλυση και η επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών συνθέτουν ένα εκρηκτικό περιβάλλον για τον Εμανουέλ Μακρόν, λίγους μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2027.

Οι εκτεταμένες καταστροφές και οι περίπου 2.400 συλλήψεις του περασμένου Σαββατοκύριακου ανέδειξαν τις βαθύτερες αδυναμίες μιας χώρας που δυσκολεύεται να διαχειριστεί τις κοινωνικές εντάσεις και να εξασφαλίσει πολιτική σταθερότητα.

«Έχουμε μπλέξει άσχημα, για να το πούμε ωμά», παραδέχθηκε τη Δευτέρα (19/10) ο Γάλλος πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί, περιγράφοντας την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί μετά τις συγκρούσεις σε μεγάλες πόλεις της χώρας.

Η εκτίμησή του ενδέχεται, μάλιστα, να υποτιμά το μέγεθος του προβλήματος. Οι ζημιές από τους εμπρησμούς, τις λεηλασίες και τις καταστροφές υπολογίζονται σε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, ενώ η κυβέρνηση δέχεται αυξανόμενες πιέσεις, τόσο για την αστυνομική διαχείριση των επεισοδίων, όσο και για την αδυναμία αντιμετώπισης των οικονομικών προβλημάτων.

Με νέες διαδηλώσεις να προγραμματίζονται για το επόμενο Σαββατοκύριακο και τα συνδικάτα να προετοιμάζουν απεργιακές κινητοποιήσεις τον Νοέμβριο, η Γαλλία εισέρχεται σε μια περίοδο παρατεταμένης αβεβαιότητας.

France Protests

Πυροσβέστες σβήνουν μια πυρκαγιά μετά από διαδήλωση κατά της αύξησης του κόστους διαβίωσης, στην οποία συμμετείχαν και φοιτητές, στο Παρίσι, το Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026.

(AP Photo/Emma Da Silva)

Από τις μαθητικές κινητοποιήσεις στη γενικευμένη κοινωνική ένταση

Η αναταραχή ξεκίνησε στις αρχές του φθινοπώρου, όταν μαθητές άρχισαν να διαμαρτύρονται για την κατάσταση των σχολικών υποδομών, τις ελλείψεις εκπαιδευτικών και τις περιορισμένες επαγγελματικές προοπτικές.

Οι διαδηλώσεις επεκτάθηκαν σταδιακά, με περισσότερες από 6.000 συλλήψεις και ζημιές σε πάνω από 100 σχολεία κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων. Η ένταση κορυφώθηκε το περασμένο Σαββατοκύριακο, όταν σημειώθηκαν εκτεταμένες λεηλασίες στο Παρίσι, στη Μασσαλία, στο Μπορντό και σε άλλες πόλεις.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η πυρκαγιά στο ιστορικό δημαρχείο της Λιμόζ, το οποίο είχε επιβιώσει από δύο παγκόσμιους πολέμους, αλλά υπέστη σοβαρές καταστροφές, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει ο πυργίσκος του ρολογιού του.

Η αδυναμία της αστυνομίας να περιορίσει τα επεισόδια οδήγησε τον υπουργό Εσωτερικών Λοράν Νουνιέζ να υποβάλει την παραίτησή του, προσθέτοντας ένα ακόμη πρόβλημα στην ήδη δύσκολη θέση της κυβέρνησης.

Πέρα όμως από τις καταστροφές, οι κινητοποιήσεις ανέδειξαν τη δυσαρέσκεια για την κατάσταση των δημόσιων υπηρεσιών, το κόστος ζωής και τις προοπτικές της νέας γενιάς. Η συσσώρευση αυτών των προβλημάτων έχει ενισχύσει την αίσθηση ότι το κράτος αδυνατεί να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των πολιτών.

Η πολιτική πόλωση και η αποδυνάμωση του κέντρου

Η κρίση εκτυλίσσεται σε ένα πολιτικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό και αδυναμία εξεύρεσης σταθερών κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών.

Οι πρόωρες βουλευτικές εκλογές που προκήρυξε ο Μακρόν το 2024 δεν εξασφάλισαν την πολιτική σταθερότητα που επιδίωκε. Αντίθετα, άφησαν πίσω τους ένα κατακερματισμένο Κοινοβούλιο, στο οποίο οι διαδοχικές κυβερνήσεις δυσκολεύονται ακόμη και να περάσουν τον κρατικό προϋπολογισμό.

Η υποχώρηση του πολιτικού κέντρου έχει ενισχύσει τις δυνάμεις στα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος. Η Μαρίν Λεπέν, που προηγείται στις δημοσκοπήσεις για τις προεδρικές εκλογές, επιχειρεί να συνδέσει την αναταραχή με τη μεταναστευτική πολιτική και την ασφάλεια, ενώ ο Ζαν-Λικ Μελανσόν κατηγορεί την κυβέρνηση ότι οι αστυνομικές πρακτικές της εντείνουν τις συγκρούσεις.

Η αντιπαράθεση των δύο πλευρών έγινε ιδιαίτερα έντονη μετά τα επεισόδια. Ο Λεκορνί απάντησε στον Μελανσόν ότι δεν μπορεί να ζητά τον τερματισμό της βίας και ταυτόχρονα να δικαιολογεί όσους την ασκούν.

Από την πλευρά της, η Λεπέν υποστήριξε ότι η χώρα βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα στη βία και την κρατική αδυναμία, ενώ ο πρόεδρος του Εθνικού Συναγερμού, Ζορντάν Μπαρντελά, ζήτησε να χαρακτηριστούν τρομοκρατικές οργανώσεις ομάδες της άκρας αριστεράς και του λεγόμενου Black Bloc.

Σύμφωνα με την ανάλυση του CNNi, ο πολιτικός κατακερματισμός αποτελεί κεντρικό παράγοντα της γαλλικής κρίσης και ενδέχεται να συνεχιστεί και μετά τις εκλογές του 2027, περιορίζοντας τη δυνατότητα της επόμενης κυβέρνησης να διαμορφώσει συνεκτική πολιτική.

Ο καθηγητής Σύγχρονης Γαλλικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Χιούστον, Ρόμπερτ Ζαρέτσκι, επισημαίνει σε άρθρο του στο The Atlantic ότι η πολυδιάσπαση των υποψηφιοτήτων στον κεντρώο χώρο ενδέχεται να διευκολύνει την επικράτηση των πολιτικών άκρων στον δεύτερο γύρο.

MACRON MAKRON ΜΑΚΡΟΝ

Η στάση του Μακρόν

Στο τηλεοπτικό του διάγγελμα την Κυριακή (18/10), ο Εμανουέλ Μακρόν καταδίκασε τα βίαια επεισόδια και προειδοποίησε για την προσπάθεια πολιτικής εκμετάλλευσης της αναταραχής.

Ωστόσο, δεν ανακοίνωσε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση των αιτίων της κρίσης, ενώ στη συνέχεια αναχώρησε για τριήμερη επίσκεψη στις χώρες του Κόλπου.

Η απουσία μιας σαφούς κυβερνητικής απάντησης συμπίπτει με την έντονη υποχώρηση της δημοτικότητάς του. Σύμφωνα με διαφορετικές δημοσκοπήσεις, η αποδοχή του Γάλλου προέδρου κινείται πλέον μεταξύ 15% και 17%.

Η απαισιοδοξία αποτυπώνεται και στις αντιλήψεις των πολιτών για τη συνολική πορεία της χώρας. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση της Ipsos-BVA, το 85% των ερωτηθέντων εκτίμησε ότι η Γαλλία βρίσκεται σε παρακμή, ενώ το 98% εξέφρασε δυσαρέσκεια για την υφιστάμενη κατάσταση.

Τα ευρήματα αυτά αποτυπώνουν μια κρίση εμπιστοσύνης που δεν περιορίζεται στον σημερινό πρόεδρο, αλλά αφορά ευρύτερα την ικανότητα του πολιτικού συστήματος να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της χώρας.

Η οικονομική στασιμότητα και το βάρος του δημόσιου χρέους

Η πολιτική κρίση επιδεινώνεται από τη δυσμενή εικόνα της γαλλικής οικονομίας, η οποία παρουσιάζει σημάδια στασιμότητας, ενώ το υψηλό δημόσιο χρέος περιορίζει τις δυνατότητες κυβερνητικών παρεμβάσεων.

Ο αγροτικός τομέας επηρεάστηκε από το ιδιαίτερα θερμό και ξηρό καλοκαίρι, ενώ η άνοδος των διεθνών τιμών ενέργειας ενίσχυσε τις πληθωριστικές πιέσεις. Την ίδια στιγμή, οι γαλλικές επιχειρήσεις εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι στην πολιτική αβεβαιότητα, με τις επενδύσεις να έχουν υποχωρήσει κατά περίπου 1% το πρώτο εξάμηνο του 2026.

Το σοβαρότερο πρόβλημα, ωστόσο, παραμένει το δημόσιο χρέος, το οποίο έφτασε στο 119% του ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Παράλληλα, η Γαλλία σχεδιάζει να εκδώσει μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα ομόλογα ύψους 340 δισ. ευρώ το 2027, ποσό που αποτελεί ιστορικό υψηλό.

Η αυξανόμενη ανησυχία των επενδυτών αποτυπώθηκε και στην αγορά ομολόγων, με την απόδοση του γαλλικού δεκαετούς τίτλου να φτάνει το 4,9% τη Δευτέρα (19/10), αυξάνοντας το κόστος δανεισμού της χώρας.

Σύμφωνα με αναλυτές της Oxford Economics, τους οποίους επικαλείται το CNNi, ο συνδυασμός υψηλού χρέους και πολιτικού αδιεξόδου δημιουργεί τις προϋποθέσεις για περαιτέρω επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών.

Οι αναλυτές εκτιμούν ότι ο πολιτικός κατακερματισμός μπορεί να διατηρηθεί και μετά τις εκλογές του 2027, καθυστερώντας τη λήψη αποφάσεων για τη δημοσιονομική εξυγίανση και παρατείνοντας την αβεβαιότητα που επηρεάζει την κατανάλωση και τις επενδύσεις.

Η επόμενη κυβέρνηση θα κληθεί επομένως να διαχειριστεί μια δύσκολη ισορροπία, να περιορίσει το δημόσιο χρέος, την ώρα που η κοινωνία διεκδικεί περισσότερους πόρους για την εκπαίδευση, τις δημόσιες υπηρεσίες και την αντιμετώπιση της ακρίβειας.

Από το όραμα του Μακρόν στην επιστροφή της γαλλικής απαισιοδοξίας

Η σημερινή κατάσταση αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό εάν εξεταστεί υπό το πρίσμα των φιλοδοξιών με τις οποίες ο Μακρόν ανήλθε στην εξουσία το 2017.

Τότε, ο Γάλλος πρόεδρος εμφανιζόταν ως εκπρόσωπος μιας νέας πολιτικής προσέγγισης, ικανής να υπερβεί τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές και να αναστρέψει το αίσθημα παρακμής που είχε εδραιωθεί σε τμήμα της γαλλικής κοινωνίας.

Η έννοια του déclinisme, που περιγράφει την πεποίθηση ότι η Γαλλία βρίσκεται σε διαρκή υποχώρηση, είχε ήδη αποκτήσει τόσο μεγάλη απήχηση ώστε να συμπεριληφθεί στο γαλλικό λεξικό Larousse το 2016.

Σχεδόν μία δεκαετία αργότερα, η έννοια αυτή επανέρχεται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου. Η οικονομική στασιμότητα, η πολιτική αστάθεια και οι επαναλαμβανόμενες κοινωνικές εντάσεις έχουν αποδυναμώσει το αισιόδοξο αφήγημα με το οποίο συνδέθηκε αρχικά η προεδρία Μακρόν.

Η Γαλλία εισέρχεται έτσι στην προεκλογική περίοδο του 2027 με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια, βαθιά πολιτική πόλωση και ενισχυμένη κοινωνική δυσπιστία.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι μόνο η αποκατάσταση της τάξης στους δρόμους, αλλά η δυνατότητα του πολιτικού συστήματος να δώσει πειστικές απαντήσεις σε μια κοινωνία που ζητά ολοένα περισσότερα από ένα κράτος με ολοένα μικρότερα περιθώρια ελιγμών.