ΚΟΣΜΟΣ

Επανεκλέγεται στο Κογκρέσο η Νικόλ Μαλλιωτάκη: Η Ελληνοαμερικανίδα που «στριμώχνει» την Τουρκία

Επανεκλέγεται στο Κογκρέσο η Νικόλ Μαλλιωτάκη: Η Ελληνοαμερικανίδα που «στριμώχνει» την Τουρκία
Η Νικόλ Μαλλιωτάκη (AP Photo/Stefan Jeremiah, File) AP

Η Ελληνοαμερικανίδα πολιτικός Νικόλ Μαλλιωτάκη εξασφάλισε μία ακόμη θητεία στη Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, επικρατώντας στην εκλογική αναμέτρηση της 11ης περιφέρειας της Νέας Υόρκης.

Η επανεκλογή της συγκεντρώνει το ενδιαφέρον της ελληνικής ομογένειας, καθώς έχει αναπτύξει σημαντική δραστηριότητα για την προάσπιση των ελληνικών και κυπριακών θέσεων στην Ουάσινγκτον.

Νέα εκλογική νίκη απέναντι στον Μάικ ΝτεΣίλις

Η 45χρονη Ρεπουμπλικανή επικράτησε του Δημοκρατικού Μάικ ΝτεΣίλις, διατηρώντας την έδρα της σε μια περιφέρεια που περιλαμβάνει το Στάτεν Άιλαντ και περιοχές του νότιου Μπρούκλιν. Με αυτόν τον τρόπο παραμένει η μοναδική Ρεπουμπλικανή που εκπροσωπεί τη Νέα Υόρκη στο Κογκρέσο.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα με καταμετρημένο το 95% των ψήφων, η Μαλλιωτάκη συγκέντρωνε το 56,1%, ξεπερνώντας τις 100.000 ψήφους. Ο αντίπαλός της έλαβε 43,7%, με περίπου 78.000 ψήφους, ενώ το CNN είχε ήδη προαναγγείλει την επικράτησή της πριν ολοκληρωθεί η καταμέτρηση.

Η διαφορά των δύο υποψηφίων έφτανε τις 9.470 ψήφους, αντιστοιχώντας σε προβάδισμα 10,71 ποσοστιαίων μονάδων.

Ο ΝτεΣίλις, πρώην αστυνομικός της Νέας Υόρκης και διασώστης, είχε συμμετάσχει στις επιχειρήσεις που ακολούθησαν τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.

Η συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια έχει ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον, καθώς, σε αντίθεση με τη γενικότερη εικόνα της Νέας Υόρκης, το Στάτεν Άιλαντ και τμήματα του νότιου Μπρούκλιν αποτελούν περιοχές με ισχυρή παρουσία των Ρεπουμπλικανών.

Η πολιτική της ατζέντα και οι προηγούμενες εκλογικές επιτυχίες

Η Μαλλιωτάκη είχε καταφέρει να διατηρήσει την έδρα της και στις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, προβάλλοντας ως βασικές προτεραιότητες την προστασία των φορολογουμένων, τη δημόσια ασφάλεια και την υπεράσπιση των τοπικών συμφερόντων.

Το 2024 είχε επικρατήσει με ποσοστό περίπου 64%, ενώ το 2022 είχε συγκεντρώσει το 62% των ψήφων.

Κατά την προεκλογική περίοδο του 2026 έδωσε έμφαση στην ακρίβεια και στο κόστος ζωής, στη φορολογία, στη μεταναστευτική πολιτική και στην αντιμετώπιση της εγκληματικότητας. Από την πλευρά του, ο ΝτεΣίλις άσκησε κριτική στη στενή σχέση της με τον Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και στις οικονομικές επιλογές των Ρεπουμπλικανών.

Λίγες ώρες πριν από την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, η ίδια εξέφραζε την αισιοδοξία της, υποστηρίζοντας ότι είχε ανταποκριθεί στις ανάγκες των κατοίκων του Στάτεν Άιλαντ και του Μπρούκλιν και εκτιμώντας ότι οι ψηφοφόροι θα αναγνώριζαν το έργο της.

Η καταγωγή από την Κρήτη και η οικογενειακή της ιστορία

Η Νικόλ Μαλλιωτάκη γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1980 στο Μανχάταν και μεγάλωσε στο Στάτεν Άιλαντ, προερχόμενη από οικογένεια με ελληνικές και κουβανικές ρίζες.

Ο πατέρας της, Γιώργος Μαλλιωτάκης, κατάγεται από την Κρήτη, ενώ η μητέρα της, Βέρα, εγκατέλειψε την Κούβα κατά την περίοδο του καθεστώτος του Φιντέλ Κάστρο.

Οι οικογενειακές της καταβολές διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές της αντιλήψεις, ιδιαίτερα την αντίθεσή της στον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό.

Σε συνέντευξή της τον Σεπτέμβριο του 2026, περιέγραψε τις δυσκολίες που αντιμετώπισε ο πατέρας της όταν μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως ανέφερε, έφτασε στη χώρα με μόλις 50 δολάρια, χωρίς συγγενείς ή φίλους και χωρίς να γνωρίζει αγγλικά. Μέσα από σκληρή δουλειά κατάφερε να δημιουργήσει μια μικρή επιχείρηση και να αποκτήσει το δικό του σπίτι.

Η ίδια έχει χαρακτηρίσει την πορεία του πατέρα της χαρακτηριστικό παράδειγμα του αμερικανικού ονείρου, επισημαίνοντας ότι η εργατικότητα της οικογένειάς της, αλλά και η ελληνική παράδοση της δημοκρατίας και της ιστορίας, επηρέασαν την πολιτική της σκέψη.

Μεγάλωσε ως Ορθόδοξη Χριστιανή και διατήρησε στενούς δεσμούς με την ελληνική και την κουβανική κοινότητα της Νέας Υόρκης. Μιλά αγγλικά, ισπανικά και ελληνικά.

Το 1998 αποφοίτησε από το New Dorp High School και στη συνέχεια σπούδασε Επικοινωνία και Δημόσιες Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο Σίτον Χολ του Νιου Τζέρσεϊ, από όπου έλαβε το πτυχίο της το 2001. Το 2010 ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Wagner College.

Από την Πολιτειακή Συνέλευση στη διεκδίκηση της δημαρχίας

Η επαγγελματική της διαδρομή ξεκίνησε στον χώρο της πολιτικής επικοινωνίας, ως σύμβουλος του πολιτειακού γερουσιαστή Τζον Μάρτσι. Στη συνέχεια εργάστηκε στο γραφείο του Ρεπουμπλικανού κυβερνήτη της Νέας Υόρκης, Τζορτζ Πατάκι.

Αργότερα δραστηριοποιήθηκε στον ενεργειακό τομέα, αναλαμβάνοντας καθήκοντα δημοσίων σχέσεων στην εταιρεία ηλεκτρικής ενέργειας Consolidated Edison.

Το 2010 εξελέγη για πρώτη φορά στην Πολιτειακή Συνέλευση της Νέας Υόρκης, όπου παρέμεινε για πέντε συνεχόμενες θητείες, έως το 2020.

Κατά τη διάρκεια της παρουσίας της στο πολιτειακό κοινοβούλιο ασχολήθηκε κυρίως με τη φορολογία, τις μεταφορές, τη δημόσια διοίκηση και τη διαφάνεια. Παράλληλα, άσκησε κριτική στον πρώην πρόεδρο της Πολιτειακής Συνέλευσης Σέλντον Σίλβερ, ο οποίος καταδικάστηκε για υποθέσεις διαφθοράς, ενώ προώθησε πρωτοβουλίες για τη δημοσιοποίηση των συνεδριάσεων και των ψηφοφοριών των κοινοβουλευτικών επιτροπών.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε και στην αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε ο τυφώνας Σάντι το 2012, με έμφαση στις παράκτιες περιοχές του Στάτεν Άιλαντ.

Το 2017 διεκδίκησε το αξίωμα της δημάρχου της Νέας Υόρκης, ως υποψήφια των Ρεπουμπλικανών, απέναντι στον τότε δήμαρχο Μπιλ ντε Μπλάζιο. Παρότι ηττήθηκε, συγκεντρώνοντας περίπου 28% έναντι 66% του αντιπάλου της, στο Στάτεν Άιλαντ έλαβε περίπου το 70% των ψήφων.

Η συγκεκριμένη αναμέτρηση ενίσχυσε σημαντικά την αναγνωρισιμότητά της και την καθιέρωσε ως ένα από τα πιο προβεβλημένα στελέχη των Ρεπουμπλικανών στην πολιτεία της Νέας Υόρκης.

Η είσοδος στο Κογκρέσο και η πολιτική της δραστηριότητα

Το 2020 σημείωσε τη μεγαλύτερη μέχρι τότε εκλογική της επιτυχία, καθώς επικράτησε του εν ενεργεία Δημοκρατικού βουλευτή Μαξ Ρόουζ στην 11η περιφέρεια της Νέας Υόρκης.

Έλαβε το 53,2% των ψήφων, έναντι 46,8% του αντιπάλου της, και ανέλαβε καθήκοντα στη Βουλή των Αντιπροσώπων τον Ιανουάριο του 2021.

Στο Κογκρέσο ανέλαβε τη θέση της αναπληρώτριας κοινοβουλευτικής συντονίστριας της Ρεπουμπλικανικής Κοινοβουλευτικής Ομάδας, ενώ συμμετείχε στην Επιτροπή Τρόπων και Μέσων, η οποία έχει αρμοδιότητα σε ζητήματα φορολογίας και οικονομικής πολιτικής.

Επιπλέον, συμμετείχε στις υποεπιτροπές Φορολογίας και Εποπτείας, καθώς και στη Μικτή Οικονομική Επιτροπή του Κογκρέσου.

Οι βασικές προτεραιότητές της αφορούσαν τη φορολογική ελάφρυνση, την ενίσχυση της αστυνομίας, την ασφάλεια των συνόρων και την αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης.

Το 2025 τάχθηκε υπέρ του πακέτου φορολογικών αλλαγών των Ρεπουμπλικανών, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αύξηση του ορίου έκπτωσης των πολιτειακών και τοπικών φόρων (SALT).

Όπως υποστήριξε, η συγκεκριμένη ρύθμιση έδωσε τη δυνατότητα στο 98% των νοικοκυριών της περιφέρειάς της να εκπέσουν πλήρως τους συγκεκριμένους φόρους. Παράλληλα, υποστήριξε φορολογικές ελαφρύνσεις για ηλικιωμένους, εργαζομένους που αμείβονται με φιλοδωρήματα ή υπερωρίες, καθώς και για οικογένειες με παιδιά.

Σημαντική ήταν και η συμμετοχή της στην εξασφάλιση ομοσπονδιακών χρηματοδοτήσεων για έργα μεταφορών, αναβάθμισης γεφυρών και αντιπλημμυρικής προστασίας παράκτιων περιοχών. Ανάμεσα στις βασικές πρωτοβουλίες της ήταν η προώθηση της χρηματοδότησης για την προστασία της ανατολικής ακτής του Στάτεν Άιλαντ, ένα έργο που είχε παραμείνει σε εκκρεμότητα για χρόνια.

Η σκληρή στάση της Μαλλιωτάκη απέναντι στην Τουρκία και το ζήτημα των F-35

Ιδιαίτερη θέση στην πολιτική της δραστηριότητα καταλαμβάνει η στάση της απέναντι στην Τουρκία, κυρίως λόγω των αντιρρήσεών της για την πιθανή πώληση προηγμένων αμερικανικών μαχητικών στην Άγκυρα.

Παρά τη στενή πολιτική σχέση της με τον Ντόναλντ Τραμπ και την πρόσβασή της στον Λευκό Οίκο, η Μαλλιωτάκη έχει διατυπώσει επανειλημμένα ενστάσεις για την πολιτική του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Σε πρόσφατη συνέντευξή της στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, εξέφρασε τις επιφυλάξεις της για το ενδεχόμενο επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35.

«Η Τουρκία είναι σύμμαχος του ΝΑΤΟ στα χαρτιά, όμως υπό τον Ερντογάν συχνά ενεργεί ως αντίπαλος άλλων μελών του ΝΑΤΟ και χωρών της περιοχής», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά.

Στην ίδια τοποθέτηση αναφέρθηκε στις σχέσεις της Άγκυρας με τη Ρωσία και το Ιράν, στη στάση της απέναντι στο Ισραήλ, καθώς και στις καταγγελίες για τη φιλοξενία ηγετικών στελεχών της Χαμάς.

Επιπλέον, καταδίκασε την τουρκική κατοχή στο βόρειο τμήμα της Κύπρου και τις υπερπτήσεις τουρκικών στρατιωτικών αεροσκαφών πάνω από ελληνικά νησιά, τονίζοντας ότι τέτοιες ενέργειες στρέφονται εναντίον άλλου μέλους του ΝΑΤΟ.

Κατά την άποψή της, η συμπεριφορά της Τουρκίας δεν δικαιολογεί την παραχώρηση των πλέον προηγμένων αμερικανικών οπλικών συστημάτων.

Ωστόσο, αναγνώρισε ότι η κυβέρνηση Τραμπ ενδεχομένως θα μπορούσε να καταλήξει σε συμφωνία για τα F-35 χωρίς τη συγκατάθεση του Κογκρέσου. Όπως επισήμανε, οι Αμερικανοί βουλευτές είχαν τη δυνατότητα να ασκήσουν πολιτική πίεση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα μπορούσαν απαραίτητα να αποτρέψουν μια τέτοια εξέλιξη.

Οι παρεμβάσεις στο Κογκρέσο για τα F-16 και τα F-35

Οι αντιρρήσεις της για την πώληση αμερικανικών μαχητικών στην Τουρκία είχαν εκφραστεί ήδη από τα πρώτα χρόνια της κοινοβουλευτικής της παρουσίας.

Τον Οκτώβριο του 2021 πρωτοστάτησε σε διακομματική επιστολή προς την κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν, με αίτημα να απορριφθεί η τουρκική πρόταση για την αγορά 40 νέων F-16 και 80 συλλογών εκσυγχρονισμού.

Οι υπογράφοντες επικαλέστηκαν την απόφαση της Άγκυρας να αποκτήσει τα ρωσικά αντιαεροπορικά συστήματα S-400, καθώς και τον αποκλεισμό της από το πρόγραμμα των F-35.

Τον Σεπτέμβριο του 2025 συμμετείχε σε κοινή παρέμβαση προς την κυβέρνηση Τραμπ, μαζί με τους Κρις Πάπας, Γκας Μπιλιράκη και Ντίνα Τάιτους, ενόψει της συνάντησης του Αμερικανού προέδρου με τον Ερντογάν.

Οι τέσσερις βουλευτές προειδοποίησαν ότι ενδεχόμενη πώληση F-35 στην Τουρκία, χωρίς να έχει προηγηθεί συμμόρφωση της χώρας με την αμερικανική νομοθεσία, θα δημιουργούσε ένα προβληματικό προηγούμενο.

Νέα παρέμβαση ακολούθησε τον Ιούνιο του 2026, όταν η Μαλλιωτάκη συνυπέγραψε επιστολή μαζί με τους Ρεπουμπλικανούς Γκας Μπιλιράκη, Μάικ Χαριδόπουλο και Τζίμι Πατρώνη, εκφράζοντας την αντίθεσή τους στη σχεδιαζόμενη πώληση αμερικανικών κινητήρων F110 στην Τουρκία.

Οι τέσσερις Ελληνοαμερικανοί νομοθέτες εξέφρασαν ανησυχία για τη στρατιωτική πολιτική της Άγκυρας, αναφέροντας τις διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο, την κατοχή στην Κύπρο και τη στάση του Ερντογάν απέναντι στο Ισραήλ.

Μέσα από αυτές τις κινήσεις, η Μαλλιωτάκη επιδίωξε να συνδέσει την πρόσβαση της Τουρκίας στα αμερικανικά οπλικά συστήματα με τη συμπεριφορά της απέναντι στους συμμάχους των ΗΠΑ.

Η συνάντηση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην Ουάσινγκτον

Στις 10 Ιουλίου 2024 η Ελληνοαμερικανίδα βουλευτής συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στην Ουάσινγκτον, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ.

Στη συνάντηση έδωσαν το «παρών» και άλλοι Ελληνοαμερικανοί βουλευτές, μεταξύ των οποίων οι Κρις Πάπας, Ντίνα Τάιτους, Γκας Μπιλιράκης και Τζον Σαρμπάνης.

Η Μαλλιωτάκη χαρακτήρισε τη συζήτηση παραγωγική, εκφράζοντας παράλληλα την ικανοποίησή της για τη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων εκείνη την περίοδο.

Όπως ανέφερε, είχε ενημερωθεί ότι επί 18 μήνες δεν είχαν σημειωθεί παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου από τουρκικά αεροσκάφη, ενώ έκανε αναφορά και στη συνεργασία των δύο χωρών στο μεταναστευτικό.

Η ίδια απέδωσε την πρόοδο αυτή τόσο στην πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης όσο και στις πιέσεις που είχαν ασκήσει μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου προς την Τουρκία.

Στο τραπέζι των συζητήσεων βρέθηκαν ακόμη η αναβάθμιση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, η προμήθεια F-35 και φρεγατών, οι εξελίξεις στη Βόρεια Μακεδονία, η κατάσταση στον Λίβανο και οι προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στο ζήτημα της επαναλειτουργίας της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, η οποία παραμένει κλειστή από το 1971.

Η Ελληνοαμερικανίδα πολιτικός στάθηκε επίσης στην κοινή κρητική καταγωγή του πατέρα της και του Κυριάκου Μητσοτάκη, ενώ αναφέρθηκε θετικά στην πρόοδο που, σύμφωνα με την ίδια, είχε καταγράψει η Ελλάδα στην οικονομία, την άμυνα και την ενεργειακή αυτονομία.

Η Ελλάδα και η στρατηγική σημασία της Ανατολικής Μεσογείου

Η Μαλλιωτάκη έχει αναφερθεί επανειλημμένα στον ρόλο της Ελλάδας ως στρατηγικού εταίρου των Ηνωμένων Πολιτειών.

Τον Σεπτέμβριο του 2026 υποστήριξε ότι η Αθήνα αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ασφάλεια στη Μεσόγειο, λειτουργεί ως πύλη προς την Ευρώπη και έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε σημαντικό ενεργειακό κόμβο.

Στο ίδιο πλαίσιο εξέφρασε την εμπιστοσύνη της στον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, τον οποίο χαρακτήρισε έναν από τους σημαντικότερους υποστηρικτές της συνεργασίας Ελλάδας, Κύπρου και Ηνωμένων Πολιτειών.

Κατά την εκτίμησή της, ο Ρούμπιο αντιλαμβάνεται τη στρατηγική σημασία των δύο χωρών, αλλά και τους κινδύνους που ενδέχεται να προκύψουν από την τουρκική πολιτική.

Τον Οκτώβριο του 2026 χαιρέτισε την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στην Αθήνα, στο πλαίσιο του έκτου Στρατηγικού Διαλόγου ΗΠΑ – Ελλάδας, ζητώντας περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας των δύο χωρών στον τομέα της ασφάλειας.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η ελληνική ομογένεια εξακολουθεί να έχει σημαντική παρουσία και επιρροή στην Ουάσινγκτον, ωστόσο χρειάζεται μεγαλύτερη συσπείρωση και συνεργασία με άλλες κοινότητες που συμμερίζονται τις ίδιες ανησυχίες.

Ειδική αναφορά έκανε στις εβραϊκές και αρμενικές οργανώσεις, εκτιμώντας ότι κοινές πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις προσπάθειες για την αποτροπή πώλησης F-35 στην Τουρκία.

Η πολιτική συμμαχία με τον Τραμπ και οι ιδεολογικές της θέσεις

Η Μαλλιωτάκη συγκαταλέγεται στις πιο αναγνωρίσιμες Ρεπουμπλικανές πολιτικούς της Νέας Υόρκης που στήριξαν τη δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ.

Κατά την προεκλογική περίοδο του 2026 τάχθηκε υπέρ της διατήρησης της πλειοψηφίας των Ρεπουμπλικανών τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία, προκειμένου να συνεχιστεί η εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής.

Στις βασικές της προτεραιότητες περιλαμβάνονταν η φορολογική πολιτική, η ασφάλεια των συνόρων, η ενίσχυση της αμερικανικής βιομηχανίας και η προσέλκυση επενδύσεων.

Την ίδια στιγμή, άσκησε κριτική στην αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών, υποστηρίζοντας ότι το κόμμα έχει κινηθεί προς τον σοσιαλισμό.

Η αντίθεσή της στον κομμουνισμό συνδέεται, όπως έχει αναφέρει, και με την εμπειρία της μητέρας της, η οποία εγκατέλειψε την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο.

Παρά την κομματική της ταυτότητα, η ίδια αυτοπροσδιορίζεται ως κεντροδεξιά πολιτικός, εκτιμώντας ότι οι περισσότεροι Αμερικανοί τοποθετούνται στο Κέντρο και όχι στα άκρα του πολιτικού συστήματος.

Επισήμανε ακόμη ότι στην εκλογική της περιφέρεια οι εγγεγραμμένοι Δημοκρατικοί είναι περισσότεροι από τους Ρεπουμπλικανούς, ωστόσο αρκετοί ψηφοφόροι επιλέγουν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα λόγω των θέσεών του στην οικονομία, τη φορολογία και τη δημόσια ασφάλεια.

Η επανεκλογή και η παρουσία των Ελληνοαμερικανών στο Κογκρέσο

Η νέα εκλογική επικράτηση της Νικόλ Μαλλιωτάκη επιβεβαιώνει την παρουσία της στην πολιτική σκηνή της Νέας Υόρκης, διατηρώντας τη μοναδική έδρα που κατέχει Ρεπουμπλικανός εκπρόσωπος στην πόλη.

Παράλληλα, οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 ανέδειξαν δύο Ελληνοαμερικανούς πολιτικούς από διαφορετικά κόμματα: τη Μαλλιωτάκη από τους Ρεπουμπλικάνους στη Νέα Υόρκη και τον Κρις Πάπας από τους Δημοκρατικούς στο Νιου Χάμσαϊρ.

Παρά τις πολιτικές τους διαφορές και τις διαφορετικές προσεγγίσεις σε ζητήματα εσωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, οι δύο πολιτικοί είχαν συνεργαστεί στο Κογκρέσο για την ενίσχυση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων και την άσκηση πιέσεων προς την Τουρκία.

Για τη Μαλλιωτάκη, η εξασφάλιση μιας νέας θητείας σημαίνει τη συνέχιση μιας πολιτικής διαδρομής που συνδυάζει τη στήριξη στην ατζέντα του Ντόναλντ Τραμπ με την προώθηση των ελληνικών και κυπριακών θέσεων στην αμερικανική πρωτεύουσα.

Η στάση της απέναντι στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και ειδικότερα στο ζήτημα των F-35 αναδεικνύει, παράλληλα, ότι η πολιτική της συμμαχία με τον Αμερικανό πρόεδρο δεν την έχει εμποδίσει να εκφράζει δημόσια διαφωνίες για ενδεχόμενες αποφάσεις της κυβέρνησής του σχετικά με τον εξοπλισμό της Τουρκίας.