ΚΟΣΜΟΣ

Η ατμοσφαιρική ρύπανση ρίχνει τις επιδόσεις των μαραθωνοδρόμων, σύμφωνα με μελέτη

Η ατμοσφαιρική ρύπανση ρίχνει τις επιδόσεις των μαραθωνοδρόμων, σύμφωνα με μελέτη

Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις διοξειδίου του αζώτου στον αέρα των πόλεων που φιλοξενούν μαραθωνίους συνδέονται με μεγαλύτερους χρόνους τερματισμού

Leo_Visions / Unsplash

Ένας μαραθώνιος απαιτεί ήδη πολλά από τον οργανισμό. Οι δρομείς αναπνέουν πιο έντονα για ώρες, η καρδιά τους χτυπά πιο γρήγορα και πρέπει να αντιμετωπίσουν τη ζέστη, την υγρασία, τον άνεμο και ό,τι άλλο περιέχει ο αέρας της πόλης εκείνη την ημέρα. Αυτό το τελευταίο, μάλιστα, μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι συνειδητοποιούμε.

Η ατμοσφαιρική ρύπανση μπορεί να επηρεάζει σημαντικά τις επιδόσεις των μαραθωνοδρόμων, ιδιαίτερα εκείνων που τρέχουν ερασιτεχνικά, σύμφωνα με νέα μεγάλη επιστημονική μελέτη που συνδέει τις υψηλότερες συγκεντρώσεις διοξειδίου του αζώτου στον αέρα με μεγαλύτερους χρόνους τερματισμού, αναφέρει το Earth.com.

Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Sports Medicine – Open, ανέλυσε 2.756.553 επιδόσεις σε έξι μαραθωνίους: του Βερολίνου, της Βοστώνης, του Σικάγου, του Λονδίνου, της Νέας Υόρκης και του Τόκιο. Συνολικά εξετάστηκαν 75 διοργανώσεις που πραγματοποιήθηκαν από το 2010 έως το 2024. Οι επιστήμονες συνέκριναν τους χρόνους τερματισμού με τις συγκεντρώσεις δύο βασικών ατμοσφαιρικών ρύπων: του διοξειδίου του αζώτου (NO₂) και των λεπτών αιωρούμενων σωματιδίων PM2,5.

Πόσο επηρεάζει η ρύπανση τις επιδόσεις

Το διοξείδιο του αζώτου, που παράγεται κυρίως από την οδική κυκλοφορία και τις διαδικασίες καύσης, παρουσίασε την ισχυρότερη συσχέτιση με τις επιδόσεις των αθλητών.

Για κάθε αύξηση της συγκέντρωσης διοξείδιο του αζώτου κατά ένα μικρογραμμάριο ανά κυβικό μέτρο αέρα, ο χρόνος τερματισμού αυξανόταν κατά μέσο όρο κατά 1,43 λεπτά στους άνδρες και 1,56 λεπτά στις γυναίκες.

Η διαφορά γινόταν ακόμη πιο αισθητή όταν συγκρίνονταν ημέρες με σχετικά χαμηλή και υψηλή ρύπανση. Στη δεύτερη περίπτωση, οι άνδρες χρειάζονταν κατά μέσο όρο 7,3 επιπλέον λεπτά για να ολοκληρώσουν τον μαραθώνιο και οι γυναίκες 7,9 λεπτά. Αντίθετα, οι συγκεντρώσεις λεπτών αιωρούμενων σωματιδίων PM2,5 δεν παρουσίασαν εξίσου σαφή συσχέτιση με τους χρόνους τερματισμού.

«Από την ανάλυση περισσότερων από δύο εκατομμυρίων μαραθωνοδρόμων παρατηρήσαμε ότι τα επίπεδα διοξειδίου του αζώτου συνδέονταν ισχυρά με τον χρόνο τερματισμού τους», δήλωσε ο δρ Τζέιμς Ντόναλντσον, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Λέστερ.

Γιατί επηρεάζονται περισσότερο οι ερασιτέχνες

Ένα από τα ενδιαφέροντα ευρήματα ήταν ότι η επίδραση της ρύπανσης διέφερε ανάλογα με το επίπεδο των δρομέων. Οι ταχύτεροι αθλητές, που αποτελούσαν το 10% με τις καλύτερες επιδόσεις σε κάθε αγώνα, παρουσίαζαν πολύ μικρότερη συσχέτιση μεταξύ ρύπανσης και χρόνου τερματισμού. Στους ερασιτέχνες δρομείς, η συσχέτιση ήταν περίπου εξαπλάσια.

Οι ερευνητές προτείνουν δύο πιθανές εξηγήσεις. Πρώτον, οι πιο αργοί δρομείς παραμένουν περισσότερη ώρα στη διαδρομή, με αποτέλεσμα να εισπνέουν δυνητικά μεγαλύτερες ποσότητες ρύπων. Δεύτερον, οι φυσιολογικές προσαρμογές που προκύπτουν από την εντατική προπόνηση των κορυφαίων αθλητών ενδέχεται να τους προσφέρουν κάποια προστασία απέναντι στις επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

Μεγαλύτερη συσχέτιση παρατηρήθηκε επίσης στους δρομείς ηλικίας 18 έως 29 ετών σε σύγκριση με όσους ήταν άνω των 60 ετών.

Τι συμβαίνει στον οργανισμό

Κατά την έντονη σωματική άσκηση, ο άνθρωπος εισπνέει πολύ μεγαλύτερες ποσότητες αέρα απ' ό,τι σε κατάσταση ηρεμίας. Έτσι, περισσότεροι ατμοσφαιρικοί ρύποι μπορούν να εισχωρήσουν βαθύτερα στους πνεύμονες.

Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι η εισπνοή μολυσμένου αέρα μπορεί να προκαλέσει φλεγμονές, να επηρεάσει τη λειτουργία των αιμοφόρων αγγείων και να επιβαρύνει το αναπνευστικό σύστημα.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη μελέτη ήταν παρατηρητική και δεν αποδεικνύει σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Επιπλέον, οι συγκεντρώσεις ρύπων υπολογίστηκαν με βάση την περιοχή εκκίνησης κάθε αγώνα, χωρίς να καταγράφεται η πραγματική έκθεση κάθε αθλητή κατά μήκος της διαδρομής.

Οι επιστήμονες τονίζουν ότι τα αποτελέσματα δεν αποτελούν λόγο αποφυγής του τρεξίματος. Η σωματική άσκηση εξακολουθεί να προσφέρει σημαντικά οφέλη στην καρδιαγγειακή υγεία, μειώνοντας τον κίνδυνο καρδιακών και κυκλοφορικών παθήσεων έως και κατά 35%.