ΚΟΣΜΟΣ

Πέθανε σε ηλικία 89 ετών ο Τζέι Ροκφέλερ: Κληρονόμος πετρελαϊκής δυναστείας και γερουσιαστής

Πέθανε σε ηλικία 89 ετών ο Τζέι Ροκφέλερ: Κληρονόμος πετρελαϊκής δυναστείας και γερουσιαστής

Ο γερουσιαστής John D. "Jay" Rockefeller, αποχωρώντας από τη Γερουσία, την Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

AP Photo/J. Scott Applewhite

Ο Τζον Ντ. «Τζέι» Ροκφέλερ ο 4ος, γόνος μίας εκ των διασημότερων και πλουσιότερων οικογενειών της Αμερικής, απεβίωσε την Παρασκευή (6/11) σε ηλικία 89 ετών στην οικία του στην Ουάσιγκτον, όπως μετέδωσε η εφημερίδα Washington Post.

Κατά τη διάρκεια της τριακονταετούς θητείας του στη Γερουσία των ΗΠΑ, αγωνίστηκε για την επέκταση της υγειονομικής περίθαλψης για τους φτωχούς και άσκησε δριμεία κριτική στον πρόεδρο Τζορτζ Μπους τον νεότερο για τους χειρισμούς του στον πόλεμο του Ιράκ.

Η οικογένειά του δεν ανέφερε την αιτία θανάτου, προσέθεσε η εφημερίδα.

Το βιογραφικό του Τζέι Ροκφέλερ

Γεννήθηκε στις 18 Ιουνίου 1937, λίγες εβδομάδες μετά τον θάνατο του προπάππου του, ο οποίος υπήρξε ο πλουσιότερος άνθρωπος στην Αμερική.

Το όνομα Ροκφέλερ συνοδευόταν από υψηλές προσδοκίες. Ο πατέρας του ήταν διάσημος φιλάνθρωπος. Ο θείος του, Νέλσον, διετέλεσε αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, καθώς και κυβερνήτης της Νέας Υόρκης. Ο θείος του, Ντέιβιντ Ροκφέλερ, ηγήθηκε της Chase Manhattan Bank, ενώ ο θείος του, Γουίνθροπ Ροκφέλερ, διετέλεσε κυβερνήτης του Αρκάνσας. Το 1966, σε ηλικία μικρότερη των 30 ετών, εξελέγη στο νομοθετικό σώμα της Δυτικής Βιρτζίνια, ενώ το 1968 Υπουργός Εσωτερικών της ίδιας πολιτείας.

Το 1972 απέτυχε στην προσπάθειά του να εκλεγεί κυβερνήτης. Στη συνέχεια διετέλεσε πρόεδρος κολεγίου, προτού εκλεγεί τελικά κυβερνήτης το 1976. Ο Ροκφέλερ, ο οποίος αναδείχθηκε σε ένα από τα πλουσιότερα μέλη του Κογκρέσου των ΗΠΑ, διέθεσε εκατομμύρια δολάρια από την προσωπική του περιουσία για τη χρηματοδότηση της επιτυχούς εκστρατείας του για τη Γερουσία των ΗΠΑ το 1984.

Ο Ροκφέλερ βρισκόταν ενίοτε στη σκιά του άλλου γερουσιαστή της πολιτείας του, του Ρόμπερτ Μπερντ, ο οποίος απεβίωσε το 2010 σε ηλικία 92 ετών, κατέχοντας το ρεκόρ της μακροβιότερης θητείας στο Κογκρέσο στην ιστορία των ΗΠΑ.

Συνήθως στήριζε τις βιομηχανίες άνθρακα και χάλυβα της πολιτείας του, ωστόσο το 2012 προκάλεσε την οργή στελεχών του κλάδου του άνθρακα, καθώς τάχθηκε κατά των προσπαθειών των Ρεπουμπλικανών να εμποδίσουν τη θέσπιση κανονισμών για τις εκπομπές ρύπων από τις θερμοηλεκτρικές μονάδες καύσης άνθρακα.

Ήταν παντρεμένος με τη Σάρον Πέρσι Ροκφέλερ, στέλεχος της δημόσιας τηλεόρασης, με την οποία απέκτησαν τέσσερα παιδιά.

Η πολιτική σταδιοδρομία

Χαμηλών τόνων Δημοκρατικός με φιλελεύθερες απόψεις, εξελέγη το 1984 στη Γερουσία —στην πρώτη από τις πέντε εξαετείς θητείες του εκπροσωπώντας τη Δυτική Βιρτζίνια— έπειτα από δύο θητείες ως κυβερνήτης της φτωχής αυτής πολιτείας, όπου κυριαρχεί η εξόρυξη άνθρακα.

Το 2002, ο Ροκφέλερ ψήφισε υπέρ του μέτρου που πρότεινε ο Ρεπουμπλικανός Μπους, το οποίο ενέκρινε τον πόλεμο στο Ιράκ — έναν πόλεμο που ξεκίνησε με εισβολή υπό την ηγεσία των ΗΠΑ το 2003. Αργότερα, εξέφρασε τη μεταμέλειά του για τη συγκεκριμένη ψήφο και, υπό την ιδιότητά του ως επικεφαλής της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας, κατηγόρησε τον Μπους ότι οδήγησε το έθνος σε πόλεμο βασιζόμενος σε «ψευδείς προϋποθέσεις».

Ήταν δισέγγονος του μεγιστάνα του πετρελαίου Τζον Ντ. Ροκφέλερ και γόνος μιας οικογένειας που αποτέλεσε πολιτική δυναστεία, στην οποία συγκαταλεγόταν και ο θείος του, κυβερνήτης της Νέας Υόρκης, Νέλσον Ροκφέλερ.Η ζωή του Τζέι Ροκφέλερ —ο οποίος γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη— άλλαξε πορεία μετά την αποφοίτησή του από το Χάρβαρντ, όταν συμμετείχε σε ένα πρόγραμμα εθνικής υπηρεσίας στη φτωχή, αγροτική Δυτική Βιρτζίνια, από το 1964 έως το 1966.

Όταν ανέλαβε δημόσιο αξίωμα, εργάστηκε για τη διεύρυνση της πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη, την καταπολέμηση της φτώχειας, την παροχή υγειονομικών καλύψεων στους ανθρακωρύχους και τη στήριξη των βετεράνων του στρατού. Ως γερουσιαστής, συνέβαλε στη διαμόρφωση του προγράμματος που θεσπίστηκε το 1997, μέσω του οποίου η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ ενισχύει τις πολιτείες ώστε να παρέχουν ιατροφαρμακευτική κάλυψη σε εκατομμύρια ανασφάλιστα παιδιά.

Ο Ροκφέλερ στήριξε την πρόταση του Δημοκρατικού Προέδρου Μπιλ Κλίντον —η οποία τελικά δεν ευοδώθηκε— για καθολική, ουσιαστικά, υγειονομική ασφάλιση κατά τη δεκαετία του 1990, ενώ στη συνέχεια αγωνίστηκε για την επιτυχή προώθηση της μεταρρύθμισης στην υγεία από τον Δημοκρατικό Πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, νόμος που υπεγράφη το 2010.

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης για το μέτρο του Ομπάμα (ObamaCare0, ο Ροκφέλερ επιχείρησε —χωρίς επιτυχία— να εξασφαλίσει τη δημιουργία ενός ομοσπονδιακού προγράμματος ιατροφαρμακευτικής ασφάλισης για το σύνολο του πληθυσμού (επιπλέον των υφιστάμενων προγραμμάτων για τους οικονομικά ασθενέστερους και τους ηλικιωμένους), ως εναλλακτική λύση απέναντι στα ιδιωτικά ασφαλιστικά προγράμματα, τα οποία ενδέχεται να είναι δαπανηρά και να αποκλείουν ορισμένες κατηγορίες πολιτών.

«Η υπεράσπιση εκείνων που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη υπήρξε ο σκοπός της ζωής μου και δεν θα σταματήσω ποτέ να αγωνίζομαι για να φέρω μια αλλαγή προς το καλύτερο για τους ανθρώπους που σημαίνουν τόσα πολλά για μένα», δήλωσε ο Ροκφέλερ το 2013, όταν ανακοίνωσε —σε ηλικία 75 ετών— ότι δεν θα διεκδικούσε έκτη θητεία στη Γερουσία.

Πριν από την εισβολή στο Ιράκ, η κυβέρνηση Μπους προετοίμασε το έδαφος για τον πόλεμο προβάλλοντας πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών, σύμφωνα με τις οποίες το Ιράκ διέθετε οπλοστάσιο όπλων μαζικής καταστροφής —τα οποία, στην πραγματικότητα, δεν υπήρχαν—, καθώς και ισχυριζόμενη ότι υπήρχαν δεσμοί μεταξύ των Ιρακινών ηγετών και του δικτύου της Αλ Κάιντα, το οποίο ήταν υπεύθυνο για τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις ΗΠΑ.

«Αν γνώριζα τότε όσα γνωρίζω σήμερα, θα είχα καταψηφίσει», δήλωσε ο Ροκφέλερ στην εφημερίδα Charleston Gazette το 2004, αναφερόμενος στο μέτρο του 2002 που έδινε την έγκριση για τον πόλεμο.

«Πιστεύω ότι οι πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών είχαν διαμορφωθεί κατάλληλα», συνέχισε. «Και πιστεύω ότι και η ερμηνεία αυτών των πληροφοριών είχε διαμορφωθεί ανάλογα. Είχαμε έναν πρόεδρο ο οποίος, όπως γνωρίζουμε πλέον, ήταν αποφασισμένος να οδηγήσει τη χώρα σε πόλεμο».

Η διαφωνία για τα όπλα του Ιράκ και οι δεσμοί με την Αλ Κάιντα

Μια έκθεση της Επιτροπής Πληροφοριών, που δημοσιεύθηκε το 2008 -όταν ο ίδιος διετέλεσε πρόεδρός της-, ανέφερε ότι ο Μπους, ο αντιπρόεδρος Ντικ Τσένι και άλλοι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι υπερέβαλαν ως προς τα ευρήματα των υπηρεσιών πληροφοριών και αγνόησαν τις διαφωνίες που υπήρχαν εντός των αμερικανικών κύκλων πληροφοριών σχετικά με τα όπλα του Ιράκ, καθώς και τους έντονα αμφισβητούμενους δεσμούς με την Αλ Κάιντα.

Η έκθεση απέρριψε τους ισχυρισμούς που είχαν διατυπώσει ο Μπους και ο Τσένι πριν από τον πόλεμο, σύμφωνα με τους οποίους το Ιράκ ενδεχομένως να παρείχε όπλα μαζικής καταστροφής στην Αλ Κάιντα.

«Το να παρουσιάζεται στον αμερικανικό λαό η εικόνα ότι οι δύο πλευρές διατηρούσαν επιχειρησιακή συνεργασία και συνιστούσαν μια ενιαία, αδιαχώριστη απειλή, ήταν θεμελιωδώς παραπλανητικό και οδήγησε το έθνος σε πόλεμο με βάση ψευδείς παραδοχές», δήλωσε ο Ροκφέλερ κατά τη δημοσιοποίηση της έκθεσης.

Κατά τη διάρκεια της θητείας του στη Γερουσία, ηγήθηκε επίσης των επιτροπών Εμπορίου, Επιστήμης και Μεταφορών, καθώς και της επιτροπής για θέματα Βετεράνων.