Έπειτα από ζυμώσεις, δεκάδες συναντήσεις και πολλές προστριβές το 2018 επετεύχθη  τελικώς συμφωνία για την έξοδο της Μεγάλης Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η βρετανίδα πρωθυπουργός, Τερέζα Μέιόμως, έχασε μεγάλο μέρος της πολιτικής της δύναμης και είναι πολλές οι πιθανότητες το ογκώδες κείμενο της εν λόγω συμφωνίας να μην λάβει την τελική έγκριση, οδηγώντας σε ένα σκληρό Brexit. Την ίδια ώρα, βέβαια, κορυφαίο υπουργικό στέλεχος της Βρετανίας έκρινε πως οι πιθανότητες να υλοποιηθεί πράγματι το «διαζύγιο» είναι, «50-50», αν δεν ψηφιστεί η συμφωνία της πρωθυπουργού. 

Οι διαπραγματευτές Ευρωπαϊκής Ένωσης και Βρετανίας κατάφεραν να συμφωνήσουν σε ένα κείμενο 585 σελίδων, το οποίο σπάει αρκετούς από τους παραδοσιακούς δεσμούς συνεργασίας και διαμορφώνει μία νέα πραγματικότητα – ζοφερή για το Ηνωμένο Βασίλειο, όμως, όπως κρίνει μέρος της βρετανικής πολιτικής σκηνής.

Οι παραχωρήσεις της Βρετανίας και οι παραιτήσεις υψηλόβαθμων κυβερνητικών στελεχών – με χαρακτηριστικότερη αυτή του αρμόδιου υπουργού για το Brexit – δημιούργησαν κλίμα φόβου στους κόλπους των υποστηρικτών του «διαζυγίου», όπως αναφέρουν οι Financial Times.

Η πρωθυπουργός Τερέζα Μέι, λαβωμένη από τις εξελίξεις, κατάφερε να παρουσιάσει το κείμενο της συμφωνίας και να λάβει το πράσινο φως από το υπουργικό συμβούλιο. Οι επιπτώσεις, όμως, αυτής της συμφωνίας και η δεινή θέση στην οποία έχει περιέλθει η Μέι, δείχνουν γιατί η Βρετανία οδεύει προς το 2019 – όταν και πρέπει να αποχωρήσει από την Ε.Ε. – με μία συμφωνία που είναι πιθανό να μην λάβει την τελική έγκριση.

Ο υπουργός Διεθνούς ΕμπορίουΛίαμ Φοξ, γνωστός υποστηρικτής του «διαζυγίου», είπε στους Sunday Times πως ο μόνος τρόπος το 50-50 να γίνει 100% είναι αν οι βουλευτές ψηφίσουν τη συμφωνία. Η κρίσιμη ψηφοφορία θα λάβει χώρα την τρίτη εβδομάδα του Ιανουαρίου

Η διαπραγμάτευση της Βρετανίας ήταν… ανάποδη

Ο Τσαρλς Γκραντ, του Κέντρου Ευρωπαϊκής Μεταρρύθμισης, μίας «δεξαμενής σκέψης», τονίζει πως οι διαπραγματεύσεις για την έξοδο της Βρετανίας ήταν στην ουσία μία αντιστροφή της διαδικασίας που ακολουθείται για την ένταξη νέων μελών στην Ένωση, τα οποία καλούνται να υπακούσουν σχεδόν μηχανικά στους κανονισμούς της Ε.Ε.  

«Λέγεται διαπραγμάτευση, αλλά στην ουσία είναι μία επιβολή», τόνισε ο Γκραντ. «Η μία πλευρά κρατάει όλα τα χαρτιά, αλλά οι πολιτικοί με τα λιγότερα χαρτιά δεν θέλουν να παραδεχθούν το γεγονός αυτό στους ψηφοφόρους».

Η Μέι χρησιμοποίησε αυτή την ασυμμετρία στις διαπραγματευτικές δυνάμεις προς όφελός της. Αντί να καταλήγει σε μία συμφωνία στο Λονδίνο και στη συνέχεια να διαπραγματεύεται υπό αυτής της βάσης και να επιχειρεί να κερδίσει την «παράδοση» των Βρυξελλών στους όρους της, η βρετανίδα πρωθυπουργός συχνά χρησιμοποίησε την ακαμψία της Ένωσης για να επιτύχει συναίνεση στο υπουργικό συμβούλιό της.

Οι απαιτήσεις ή οι προθεσμίες χρησιμοποιήθηκαν ώστε να ασκήσει πιέσεις σε ανυποχώρητους υπουργούς της, όπως οι πρώην ΥΠΕΞ Μπόρις Τζόνσον και Ντέιβιντ Ντέιβις.

Για ορισμένους Ευρωπαίους ηγέτες, όπως ο Δανός πρωθυπουργός, Λαρς Λόκε Ράσμουσεν, αυτή είναι μία ανάποδη προσέγγιση που έχει αφήσει την Μέι εκτεθειμένη μπροστά στο τελικό βήμα για την έγκριση της συμφωνίας, καθώς η διαπραγμάτευση μπορεί να έχει τελειώσει για την επικεφαλής των Συντηρητικών, αλλά η τελική μάχη δεν έχει, ακόμη, δοθεί.

Η Βρετανία συνήθως αργούσε

Οι εσωτερικές έριδες εξανέμισαν πολλά από τα διαπραγματευτικά «ατού» της Βρετανίας.

Υψηλόβαθμοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι παραδέχονται πως υπήρξαν στιγμές που η Ε.Ε. ένιωσε ευάλωτη, ειδικώς στην αρχή του έτους όταν ξεκίνησε να παρουσιάζει τις κατευθυντήριες γραμμές για τις σχέσεις στην μετά Brexit εποχή και τα σχέδια για τα σύνορα με την Ιρλανδία.

Επειδή, όμως, η Βρετανία δεν είχε θέσει τότε ξεκάθαρες απαιτήσεις, οι αξιωματούχοι της Ένωσης σημειώνουν πως διαμορφώθηκε μία κοινή γραμμή χωρίς προστριβές. «Υπήρξαν κράτη μέλη που – φυσικά – είχαν τα ίδια συμφέροντα με το Ηνωμένο Βασίλειο. Υπήρξε πραγματικός κίνδυνος διαιρέσεων (σ.σ. των κοινών αυτών συμφερόντων)», σημείωσε χαρακτηριστικά αξιωματούχος.

Όταν οι Βρετανοί κατέληγαν στις θέσεις τους – συνήθως ύστερα από επικές «μάχες» στο Κοινοβούλιο – ήταν ήδη πολύ αργά, με αποτέλεσμα να χάνουν την ευκαιρία να αλλάξουν τις ήδη διαμορφωμένες απόψεις των Βρυξελλών.

Οι απαιτήσεις των Βρετανών σχετικά με τη μεταβατική περίοδο έγιναν γνωστές στην Ε.Ε, όταν εκείνη είχε ήδη διαμορφώσει τον οδικό της χάρτη. Είναι χαρακτηριστικό πως το σχέδιο της Μέι με την ονομασία «Τσέκερς» παρουσιάστηκε 100 ημέρες αφότου οι Ευρωπαίοι είχαν καταλήξει στις κατευθυντήριες γραμμές τους.

«Με εκπλήσσει ακόμη το ότι μία χώρα όπως η Μεγάλη Βρετανία, που έχει τόσο ισχυρούς θεσμούς, έχει σταματήσει να φροντίζει το δημόσιο συμφέρον της», σημείωσε άλλος αξιωματούχος της Ένωσης, που μετέχει στις διαπραγματεύσεις για το Brexit.

Η συμφωνία γράφτηκε στις Βρυξέλλες

Αξιωματούχοι και στις δύο πλευρές αναφέρουν πως, ενώ οι συζητήσεις για το Brexit ξεκίνησαν από τη Βρετανία και αφορούσαν τους όρους του δικού της «διαζυγίου», σχεδόν όλο το κείμενο της ογκώδους συμφωνίας γράφτηκε από τους νομικούς συμβούλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Μάλιστα, ένα από τα σημαντικότερα σημεία της – η δημιουργία μίας κοινής τελωνειακής ένωσης – στην ουσία γράφτηκε από ένα άτομο εντός μίας εβδομάδας.  

Η ουσιαστικότερη συνεισφορά της Βρετανίας στο κείμενο ήταν τα αιτήματα της για αλλαγές σε διάφορα σημεία.

«Τι απέγινε η Βρετανία που γνωρίζουμε;», διερωτήθηκε η Λότα Νίμαν Λιντέγκρεν, διπλωμάτης η οποία ασχολήθηκε με τους όρους του Brexit που αφορούσαν την Φινλανδία. «Αν η Βρετανοί ήταν με το μέρος μας στις διαπραγματεύσεις, θα μπορούσαμε να στηριχθούμε σε εκείνους ώστε να βρούμε τις καλύτερες ιδέες. Αλλά ήταν η Ευρωπαϊκή Ένωση αυτή που έφερε εις πέρας αυτή τη συμφωνία για το Brexit, από την αρχή έως το τέλος».

2018 12 20T134750Z 1474130798 RC1AC2D3D0E0 RTRMADP 3 BRITAIN EU POLAND

Πηγή: Adrian Dennis/Pool via REUTERS

Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμφανίστηκαν άκαμπτοι

Ο Ντόμινικ Ραάμπ, o Βρετανός πρώην υπουργός για το Brexit, επέκρινε τη «δογματικότητα» που επιδείκνυε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις καθημερινές διαπραγματεύσεις τους. Συχνά, μάλιστα, υπονοούσε πως όταν οι ευρωπαίοι ηγέτες εμπλακούν στις συζητήσεις, τότε θα επικρατήσει μία πιο πραγματιστική αντίληψη.

Όταν, βέβαια, σε μία από τις κρίσιμες καμπές του 2018, ενεπλάκη το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις διαπραγματεύσεις, η πραγματικότητα διέψευσε τον Ραάμπ και όσους συμφωνούσαν μαζί του.

 Το Συμβούλιο όχι απλώς δεν εμφανίστηκε πιο συζητήσιμο, αλλά, αντίθετα, ζήτησε να τηρηθεί αυστηρότερη στάση προς τη Βρετανία.   

Αυτό έγινε ξεκάθαρο και στη σύνοδο του Σάλτσμπουργκ όπου η Μέι βίωσε μία από τις μεγαλύτερες ήττες της και είδε τη συμφωνία «Τσέκερς» να καταρρέει μπροστά τα μάτια της.

Διαβάστε επίσης
Δες τον κόσμο μέσα από το φακό του CNN Greece. Ακολούθησέ μας στο Instagram!