«Το τατουάζ με το νούμερο "1088" χτυπήθηκε στο στιβαρό, γεμάτο φακίδες χέρι του παππού μου, με ερασιτεχνικό τρόπο. Το έβλεπα όταν, τις νύχτες, με σκέπαζε στο κρεβάτι μου, όταν με κρατούσε κάθε φορά που ήμουν στεναχωρημένη, ή όταν επιδιόρθωνε την συσκευή της τηλεόρασής μας.Δεν έχω αδέλφια, ο πατέρα μου ζούσε μακριά και η μαμά μου εργαζόταν πολλές ώρες ως νοσοκόμα. Ήμουν το μοναδικό εγγόνι του. Ήμασταν απίστευτα κοντά». 

Η Μπιάνκα Νομπίλο, η εγγονή του επιζώντα του Άουσβιτς Ζένον Τζέικομπ Στάνισλαβ Στολόβσκι, γράφει ένα συγκλονιστικό άρθρο στο CNNi για τα μαθήματα ζωής που της δίδαξε ο παππούς της -ένας άνθρωπος που παρότι γνώρισε τη φρίκη, έβλεπε πάντα τα πράγματα από τη θετική τους πλευρά. 

«Ήταν χαρούμενος, συμπονετικός και ευγενικός.

Υπήρχε κάτι γαλήνιο, έως και σκληρό επάνω του. Αντιμετώπιζε τη ζωή με την ανθεκτικότητα που σπάνια βλέπεις σε κάποιον που δεν έχει υποφέρει. Ήταν Πολωνός, με μια θαυμάσια έντονη προφορά να σκεπάζει όλες τις αγγλικές λέξεις που χρησιμοποιούσε. Στα 70 του, η παχιά λευκή κόμη του, κάποτε κόκκινη της φωτιάς, έπεφτε απαλά στο μέτωπό του.

Περνούσαμε τον χρόνο μας κάνοντας τις εργασίες μου για το σχολείο και ζωγραφίζοντας γιαπωνέζικα υδατογραφήματα. Έφτιαχνε τοπία με αραιές απαλές γραμμές. Με ενθάρρυνε γελώντας. Μου δίδασκε την παγκόσμια ιστορία, πολεμικές τέχνες, πολιτική, ξένες γλώσσες. Μπορώ να θυμηθώ τις παθιασμένες συζητήσεις μας μέσα στο μικρό του, γεμάτο με βιβλία, γραφείο.

Μία ημέρα του έλεγα ότι δεν ήθελα να δηλώνομαι καθολική, όπως επιθυμούσε η γιαγιά μου. Γονατίζοντας, ώστε να βρεθεί στο ίδιο ύψος με μένα, άπλωσε το χέρι στη βιβλιοθήκη τείνοντάς μου μια σειρά από βιβλία για τον βουδισμό, τον ταοϊσμό, τον ινδουισμό και το ισλάμ. "Κοίτα", μου είπε "ίσως, να σου αρέσει μια από αυτές τις θρησκείες. Μπορούσε να διδάξει ένα μάθημα ζωής μέσα σε μια πρόταση"». 

Από εκπαιδευόμενος ιερέας, πολιτικός κρατούμενος

Ο Ζένον Τζέικομπ Στάνισλαβ Στολόβσκι ήταν 18 χρόνων και εκπαιδευόμενος καθολικός ιερωμένος στην Πολωνία. Γεννήθηκε σε μια φτωχή οικογένεια στο Πόζναν. Ο πατέρας του πέθανε όταν ήταν μικρός, είχε μία αδελφή που πέθανε το 2017 και έναν αδελφό, τον Γιαν, που σκοτώθηκε ενώ πολεμούσε κατά την πολωνική αντίσταση.

Την προηγούμενη χρονιά οι Ναζί είχαν καταλάβει την Πολωνία και στη σχολή του Ζενόν τύπωναν αντιναζιστικά φυλλάδια για να ενθαρρύνουν την αντίσταση. Όταν τα SS τα ανακάλυψαν, συνελήφθη ως πολωνός πολιτικός κρατούμενος.

Auschwitz survivor
Η Μπιάνκα Νομπίλο και ο παππούς της το 1992 (Πηγή CNNi)

Τον Ιούνιο του 1940 μεταφέρθηκε στο Άουσβιτς –τον τόπο των περισσότερων μαζικών θανάτων στην ανθρώπινη ιστορία. Πλέον δεν ήταν άνθρωπος. Ήταν ένας αριθμός τυπωμένος στο αριστερό του χέρι.

Οι σειρήνες ηχούσαν κάθε πρωί στις 4.30. Οι κρατούμενοι άρχισαν να εξαφανίζονται ο ένας μετά τον άλλο. Οι φρουροί τους άφηναν να στέκονται έξω για μέρες χωρίς φαγητό ή νερό, μέχρι να τους αποκαλύψουν τις λεπτομέρειες της φυγής τους. Ο παππούς μου έλεγε ότι αν λιποθυμούσαν τους χτυπούσαν ή τους απομάκρυναν. Έξι μήνες νωρίτερα, μελετούσε απλώς την Βίβλο για να αφοσιωθεί στον Θεό.

Κάποια μέρα τον κρυφάκουσα να μιλάει για τον γκρι τοίχο. Οι φυλακισμένοι έπρεπε να τρέχουν μέχρι το τέλος του προαυλίου κι αν κάποιος από αυτούς δεν τα κατάφερνε –εξασθενημένος από τις εργασίες, τα βασανιστήρια ή τον υποσιτισμό, θεωρούνταν άχρηστος και πυροβολείτο επί τόπου.

Μόνο όταν τον ρωτούσαν μιλούσε για τους θαλάμους αερίων. Για τις κραυγές των φυλακισμένων όταν τους ζητούσαν να γδυθούν για να κάνουν ντους συνειδητοποιώντας ξαφνικά ότι επρόκειτο να πεθάνουν.

Μία από τις εργασίες με τις οποίες ήταν επιφορτισμένος ήταν να απομακρύνει τις σορούς. Έτσι άκουγε τις κραυγές. Η μυρωδιά των πτωμάτων έμενε στα ρουθούνια του.

Ο τρόμος του Άουσβιτς

Η ανασκόπηση της φρίκης ήταν κάτι που έκανε με ιδιαίτερη απροθυμία –καθώς ποτέ δεν επεδίωκε να δυσαρεστεί τους ανθρώπους. Οι ιστορίες που διηγούμαι εδώ είναι οι λίγες ιστορίες που διηγήθηκε απευθείας σε εμάς ή στη βρετανική κυβέρνηση. Ο ίδιος κατέγραψε το χρονοδιάγραμμα της φρίκης με σκανδαλιστική τυπικότητα:

-Απρίλιος 1940: Συνελήφθη από την Γκεστάπο
-Ιούνιος 1940: Μεταφέρθηκαν από τις φυλακές του Breslau στο στρατόπεδο του Άουσβιτς. Μου δόθηκε ο αριθμός 1088
-Σεπτέμβριος 1944: Εκκένωση του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Άουσβιτς (ενόψει προσέγγισης του Κόκκινου Στρατού)
-Νοέμβριος 1944: Δραπέτευσα από ένα μικρό στρατόπεδο
-Δεκέμβριος 1944: Ξανασυνελήφθην και μεταφέρθηκα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μπούχενβαλντ
-Μάρτιος 1945: Τραυματίστηκα στα πόδια κατά τη διάρκεια της εκκένωσης του στρατοπέδου του Μπούχενβαλντ
-Απρίλιος 1945: Απελευθερώθηκα από τις αμερικανικές δυνάμεις

Τέσσερα χρόνια κρατούμενος στο Άουσβιτς. Τέσσερα χρόνια στρυμωγμένα σε μία μόνο γραμμή.

Χρησιμοποιώντας τα σχεδόν τέλεια αγγλικά του, ο Ζένον έγραψε «κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού μου στο Άουσβιτς, ένας σταθερός αριθμός κρατουμένων διοχετεύονταν στο κοντινό εργοστάσιο καουτσούκ γνωστό ως BUNA. Το διοικούσαν τα SS σε συνεργασία με έναν Γερμανό πολίτη.

Μετά από 6-9 μήνες οι κρατούμενοι αντικαθίσταντο με νεοαφιχθέντες καθώς οι παλιοί δεν μπορούσαν πλέον να εργάζονται εξαιτίας του υποσιτισμού, της κακοποίησης και της εξάντλησης.

«Στα τέλη του 1943 υποχρεώθηκα να εργαστώ στο εργοστάσιο για περισσότερους από έξι μήνες. Μετά θεωρήθηκα άχρηστος και στάλθηκα στο κεντρικό στρατόπεδο». 

Όταν βομβαρδίστηκε το τρένο που μετέφερε τους κρατούμενους, «τραυματίστηκε στα πόδια». Ήταν από τους μοναδικούς επιζώντες καθώς είχε στοιβάξει το σαρκίο του σε ένα ράφι, καθώς το τρένο ήταν γεμάτο ανθρώπους. Για το υπόλοιπο της ζωής του έφερε θραύσματα στο πίσω μέρος του γόνατού του. Όταν περπατούσε πονούσε.

Τον Απρίλιο του 1945 ο Στολόβσκι και αρκετοί άλλοι, όταν η ασφάλεια άρχισε να χαλαρώνει, δραπέτευσαν από το στρατόπεδο.

Δεν νομίζω ότι οι λέξεις «υποσιτισμός» ή «εξάντληση» μπορούν να περιγράψουν την κατάσταση στην οποία βρέθηκε μετά από τέσσερα χρόνια στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. «Δεν είμαι όμως σίγουρη ποιες είναι οι σωστές» λέει η εγγονή του. 

Κρύφτηκαν σε μια σιταποθήκη κοντά στο στρατόπεδο. Κάποια στιγμή η σιταποθήκη άνοιξε και ο παππούς μου μου διηγήθηκε πως αντίκρισαν τη σιλουέτα ενός ένοπλου στρατιώτη. Ενός Γερμανού στρατιώτη.

Σκέφτηκε:

«Άντεξα τέσσερα χρόνια μέσα σε αυτό, ξέφυγα. Τώρα είναι η ώρα να πεθάνω».

Όταν το φως άνοιξε είδαν όταν ο στρατιώτης φορούσε αμερικανική στολή και έκλαιγε σοκαρισμένος από τον τρόμο των στρατοπέδων που μόλις απελευθέρωσαν οι σύμμαχοι. Ήταν πλέον ελεύθεροι.

Auschwitz survivor2
Στο Πόζναν της Πολωνίας, το 1939, όταν σπούδαζε για να γίνει ιερέας (Πηγή: CNNi)

Πολλά χρόνια αργότερα, μετά τον θάνατό του, βρέθηκε μια λεπτομερή καταγραφή της απελευθέρωσης γραμμένη πίσω από πέτρες από το 1950.

Οι αναμνήσεις επέστρεφαν στο μυαλό του σταδιακά.

Ιστορίες καλοσύνης

«Μόνο αυτά έχω. Μόνο υπαινιγμούς της φρίκης την οποία υπέμεινε. Κατάπινε τον πόνο του με στωική δύναμη καθώς ήθελε απελπισμένα εξασφαλίσει ότι ο θυμός και το μίσος δεν θα περνούσαν στην επόμενη γενιά –γνωρίζοντας σε τι θα μπορούσε να οδηγήσει αυτό.

 

Η καλοσύνη των Αμερικανών στρατιωτών που τους έσωσαν. Με τις καλύτερες προθέσεις, τα στρατεύματα προσέφεραν το ίδιο τους το φαγητό για να ταΐσουν τον πατέρα μου. Το γάλα, το κρέας. Το γεγονός ότι το πλούσιο φαγητό στο άδειο του στομάχι του προκάλεσε δυσεντερία, γεγονός που έκανε κάποιους να τον περάσουν για νεκρό και να τον τοποθετήσουν σε μια στοίβα από πτώματα, πριν τον εντοπίσουν και τον σώσουν για ακόμη μια φορά. Οι Αμερικανοί πρόσφεραν το φαγητό τους στους πεινασμένους ξένους. Για τον παππού μου, αυτό ήταν το συμπέρασμα.

 

Μου έλεγε πώς όταν αναγκαζόταν να δουλεύει στα χωράφια στην περίμετρο του Άουσβιτς, ντόπιοι τους έδιναν κρυφά βραστές πατάτες μέσα στη μέση της νύχτας. Κάποια φορά τις ανακάλυψαν μετά από έλεγχο των φρουρών. Ήταν σίγουρος ότι θα τον πυροβολούσαν. Ο φρουρός τον κλώτσησε στο λασπωμένο χωράφι και έφυγε. Ποτέ δεν κατάλαβε γιατί δεν τον είχε σκοτώσει επί τόπου.

 

Κάποια στιγμή μου είπε για έναν πολύ νεαρό στρατιώτη των ναζί, ο οποίος μια μέρα του έδωσε ένα ποτήρι γάλα, ρισκάροντας την ίδια του τη ζωή. Μου είπε ότι ήταν φανερό ότι δεν ήθελε να είναι μέρος της διοίκησης του στρατοπέδου. Αυτό ίσως ήταν που κρατούσε ζωντανό τον παππού μου». 

Μια νέα ζωή στην Αγγλία

«Δεν ξέρουμε πολλά για πώς έφτασε ο παππούς μου στην Αγγλία. Πέρασε δύο χρόνια στην Ιταλία μετά τον πόλεμο και θεωρήθηκε πρόσφυγας στο Λονδίνο. Η βρετανική κυβέρνηση του έδωσε βρετανικό διαβατήριο. Τότε δεν μιλούσε καθόλου αγγλικά, γνώριζε μόνο δύο αγγλικά ονόματα, του Χάρι Τρούμαν και του Τζόρτζ Μπερνς. Τα συνδύασε και κάπως έτσι έγινε ο Χάρι Μπερνς. Απέκτησε μάλιστα και νέα ημερομηνία γέννησης: την 1η Ιανουαρίου. Μια νέα αρχή». 

auschwitz grandfather
Το 1992, στο Λονδίνο, όταν εργαζόταν ως μηχανικός (Πηγή: CNNi)

Ο Χάρι σπούδασε σε νυχτερινό πανεπιστήμιο μηχανική και μαθηματικά, ενώ εργαζόταν σε έναν λονδρέζικο κινηματογράφο ως μηχανικός προβολής.«Η γιαγιά μου εργαζόταν ως ταξιθέτρια στον ίδιο κινηματογράφος. Ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν το 1955. Επί δύο χρόνια στερούνταν το μεσημεριανό του για να ξεπληρώσει το δαχτυλίδι αρραβώνων. Υποθέτω ότι γι’ αυτόν δεν ήταν κάτι δύσκολο». 

«Έκαναν ένα παιδί, τη μητέρα μου. Όταν γεννήθηκε, ο παππούς μου υπέφερε ακόμη από νυχτερινούς εφιάλτες. Ο γιατρός συνέστησε η οικογένεια να μετακομίσει σε ένα θερμότερο κλίμα, για να βελτιωθεί το πρόβλημα της μητέρας μου με το άσμα. Ξόδεψαν όλα τους τα χρήματα για να αγοράσουν εισιτήρια για τη Νέα Ζηλανδία. Όταν έφτασαν, ασφαλείς πλέον και με την υπόσχεση μιας εργασίας ως μηχανικός στο Όκλαντ, ο παππούς μου κοιμήθηκε… για έξι εβδομάδες. Ξυπνούσε μόνο για φαγητό και νερό. Όταν επιτέλους συνήλθε, οι νυχτερινοί τρόμοι μειώθηκαν. Είκοσι χρόνια μετά την απελευθέρωση». 

Έπειτα, άρχισε να ζει. Αφοσιώθηκε στην οικογένειά του, έκανε καγιάκ, εξερευνήσεις, οδηγούσε μηχανάκι, κολυμπούσε τόσο μακριά στη θάλασσα που έχανε επαφή με την ακτή, έμαθε ξένες γλώσσες, σπούδασε αστρονομία.

Όποιος τον γνώρισε μιλούσε για την ενσυναίσθηση και τη συμπόνια που έδειχνε σε φίλους αλλά και σε εντελώς αγνώστους. Φιλοξενούσε στο σπίτι του ανθρώπους που βρίσκονταν σε δυσχέρεια ή νέους μετανάστες για όσο καιρό το είχαν ανάγκη, παρά το γεγονός ότι είχε μόνο δυο κρεβατοκάμαρες. Έπαιρνε ανθρώπους που του έκαναν οτοστόπ και γινόταν φίλους με τους απόκληρους Hells Angels του Όκλαντ –τους μαλλιάδες μηχανόβιους με τα πέτσινα μπουφάν τους οποίους οι ντόπιοι απέφευγαν συστηματικά.

Ο κάποτε εκπαιδευόμενος ιερέας ήταν τυφλός απέναντι σε φυλές, θρησκείες και επιλογές ζωής

Αγαπούσε με πάθος, συγχωρούσε ολοκληρωτικά 

«Στο νοσοκομείο τη μέρα που πέθανε… ο παππούς μου μου είπε μια ιστορία για τη μεταφορά του με τρένο από το στρατόπεδο του Άουσβιτς. Όταν τους έβγαλαν έξω, έπεσε στις ράγες του τρένου. Δεν του είχε μείνει τίποτα. Τότε είδε ένα τρένο να πλησιάζει και ήξερε, πάλι, ότι επρόκειτο να πεθάνει. Ξαφνικά ένα χέρι τον άρπαξε και τον τράβηξε προς την πλατφόρμα. Κοίταξε προς το μέρος του σωτήρα του και είδε έναν ναζί φρουρό. Ο φρουρός τον άφησε πεσμένο στον σταθμό και άρχισε να τρέχει». 

Υπάρχουν δύο τρόποι ερμηνείας. Είτε ο φρουρός θεώρησε ότι ένα πτώμα στις ράγες θα ήταν άβολο, καθώς θα καθυστερούσε τη μετάβαση των τρένων, ή ότι θα τον κατηγορούσαν γι’ αυτό. Είτε ήταν μια στιγμή συμπόνιας ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που κανείς τους δεν ήθελε να βρίσκεται στο σημείο που βρίσκονταν.

«Ξέρω ποια ήταν η ερμηνεία που ήθελε να δει ο παππούς μου.

 

Πώς μπορούσε ένας άνθρωπος, ο οποίος από την ηλικία των 20 ετών γνώρισε κυρίως βασανιστήρια και πόνο, να γίνει πηγή μόνο χαρούμενων αναμνήσεων; Κανείς δεν με έκανε να αισθανθώ πιο αγαπητός, πιο ασφαλής, κανείς δεν μου μετέφερε περισσότερο νοιάξιμο και ενσυναίσθηση.

 

Βίωσε κάθε μορφή της ανθρώπινης κακίας και είχε κάθε λόγο να γίνει πικρόχολος και οργισμένος για το υπόλοιπο της ζωής του. Όμως δεν έγινε. Αγάπησε με πάθος, συγχωρούσε ολοκληρωτικά. Τώρα, κοιτάζοντας πίσω, καταλαβαίνω γιατί –είναι γιατί επιβίωσε πέντε χρόνια σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και ήταν αποφασισμένος να μην παραμείνει κρατούμενος». 

My grandfather survived four years in Auschwitz. For the rest of his life he was determined not to remain imprisoned by it, by Bianca Nobilo

Διαβάστε επίσης