«Το νομοσχέδιο για την Παιδεία αποτελεί μία τολμηρή και συνεκτική δέσμημεταρρυθμίσεων που απελευθερώνουν την ανώτατη εκπαίδευση από τον ασφυκτικό έλεγχο του υπουργείου», τόνισε ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, από το βήμα της Βουλής, στη συζήτηση επί του νομοσχεδίου του υπουργείου Παιδείας.

«Δέσμη μεταρρυθμίσεων που καθιερώνουν την αξιολόγηση στα πανεπιστήμια, συνδέοντας τη χρηματοδότησή τους με την παραγωγή επιστημονικού έργου, και ενισχύουν την έρευνα, αίροντας τις αγκυλώσεις της γραφειοκρατίας», εξήγησε ο κ. Μητσοτάκης και συνέχισε:

«Το τρίπτυχο ‘σχεδιασμός-αξιολόγηση-ευελιξία’ συμπυκνώνει το περιεχόμενο και τους στόχους των νέων διατάξεων που εισηγείται σήμερα η κυβερνητική πλειοψηφία. Το πνεύμα τους, όμως, είναι πολύ ευρύτερο, καθολικό. Η Παιδεία αποτελεί εθνικό πεδίο».

Ο πρωθυπουργός έκανε λόγο για «τρεις μεγάλες τομές που οδηγούν τα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια στη νέα εποχή:

  1. Η χώρα αποκτά Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης. Ένα όργανο που έρχεται να αντικαταστήσει την παλαιά ΑΔΙΠ με διευρυμένες και ενισχυμένες αρμοδιότητες. Κεντρική αποστολή του νέου θεσμού είναι η συνεχής αξιολόγηση των ανωτάτων ιδρυμάτων με κριτήρια τα οποία θα προτάσσουν τον κοινωνικό, αλλά και τον παραγωγικό ρόλο του πανεπιστημίου.
  2. Η αξιολόγηση των πανεπιστημίων συνδέεται με τη χρηματοδότησή τους. Το κράτος θα εξακολουθεί να εγγυάται τη βιωσιμότητα όλων των σχολών: H ετήσια επιχορήγηση των πανεπιστημίων θα καταρτίζεται κατά 80% βάσει αντικειμενικών δεδομένων, όπως ο αριθμός των φοιτητών, το κόστος σπουδών ανά σπουδαστή και η γεωγραφική θέση του κάθε ιδρύματος. Όμως, σε ποσοστό 20% θα καθορίζεται από δείκτες, που θα επιλέγουν τα ίδια: η ποιότητα της διδασκαλίας, η πρωτοτυπία της επιστημονικής έρευνας και η δυναμική εξωστρέφεια. Όλα αυτά θα αποτελούν, έτσι, κίνητρα για μεγαλύτερη κρατική χρηματοδότηση.
  3. Η απελευθέρωση της έρευνας και της καινοτομίας. Οι νέες ρυθμίσεις απαλλάσσουν τους επιστημονικούς υπεύθυνους των ερευνών από τα διαδικαστικά βάρη. Η λειτουργία των ΕΛΚΕ γίνεται απλούστερη και πιο γρήγορη. Περισσότερο διαφανής και λιγότερο γραφειοκρατική.

Όπως συμπέρανε, σε αυτό το πλαίσιο το «ακαδημαϊκό και ερευνητικό προσωπικό των ανωτάτων ιδρυμάτων αποκτά κίνητρα ώστε να βελτιώνει το επιστημονικό του έργο, αναβαθμίζοντας ταυτόχρονα και τη δική του θέση».

«Οι φοιτητές αποκτούν πρόσβαση σε προγράμματα σπουδών σύγχρονα και από καθηγητές αυξημένων προσόντων, ενώ οι υποψήφιοι σπουδαστές θα διευκολύνονται, καθώς η αξιολόγηση θα παρέχει σε αυτούς και τις οικογένειές τους σαφή εικόνα του επιπέδου σπουδών της σχολής που θα επιλέξουν», συμπλήρωσε και συνέχισε:

«Τα ίδια τα πανεπιστήμια αποκτούν, πλέον, την δυνατότητα να καθορίζουν μόνα τους την πορεία τους, διαχειριζόμενα ανάλογα και τους πόρους τους. Έτσι αντιλαμβάνομαι το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων. Οι μεταρρυθμίσεις για τις οποίες μιλάμε σήμερα δεν θα στοιχήσουν ούτε ένα ευρώ στα δημόσια ταμεία. Οι μεγάλες αλλαγές συχνά δεν είναι ζήτημα χρημάτων αλλά απόφασης».

Παράλληλα, προανήγγειλε την ύπαρξη ενός πλήρους σχεδίου για «μεταρρυθμίσεις στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με διάλογο, χωρίς εκπλήξεις. Θα διεξάγουμε αυτό το διάλογο ταυτόχρονα με αποφασιστικότητα ότι έχει έρθει η ώρα να γυρίσουμε σελίδα».

Διαβάστε επίσης