ΑΓΟΡΕΣ

Ποιος Ευρωπαίος θα κερδίσει την εύνοια του Πεκίνου;

Ποιος Ευρωπαίος θα κερδίσει την εύνοια του Πεκίνου;
O Βρετανός πρωθυπουργός David Cameron πίνει μπύρα μαζί με τον Κινέζο πρόεδρο Xi Jinping σε μια παμπ στη μικρή πόλη Princes Risborough της κεντρικής Αγγλίας, στις 22 Οκτωβρίου 2015. Η παμπ βρίσκεται κοντά Chequers, την παραθεριστική κατοικία όπου καταλύουν οι Βρετανοί πρωθυπουργοί από το 1921 REUTERS/Kirsty Wigglesworth

Σε μια χρονική συγκυρία όπου η βρετανική ελίτ θριαμβολογεί για την επίσκεψη του Κινέζου προέδρου στο Λονδίνο και η γερμανική ελίτ ταξιδεύει στο Πεκίνο για να κερδίσει κάτι από το χαμένος έδαφος της Volkswagen, στο Πεκίνο ετοιμάζονται για το επόμενο μεγάλο βήμα.

Η επίσκεψη της Άγκελα Μέρκελ στο Πεκίνο με τη συνοδεία του αφεντικού της Volkswagen, Ματίας Μίλερ, και μιας ολόκληρης Business Class από μάνατζερ της γερμανικής βιομηχανίας, ακολουθεί την αντίστροφη πορεία των προσφυγικών ροών.

Έχοντας βάλει στον αυτόματο το μεγαλύτερο γεωπολιτικό και κοινωνικό ζήτημα της εποχής, οι Γερμανοί θέλουν να περάσουν όσα περισσότερα αυτοκίνητά τους γίνεται από τα κινεζικά σύνορα, ενώ οι Βρετανοί ρίχνουν τα δικά τους σύνορα μόνο όταν εμφανίζονται στον ορίζοντα μερικά δισ. γουάν.

Με τις δυο χώρες να βάζουν υποψηφιότητα για την επόμενη μεγάλη ενδοευρωπαϊκή σύγκρουση (Brexit), η Κίνα περιμένει τι θα αποφασίσει το ΔΝΤ για το δικό της μεγάλο στοίχημα, που είναι η ένταξη του εθνικού της νομίσματος στα ειδικά τραβηχτικά δικαιώματα του Ταμείου.

Κομβική στιγμή στο στοίχημα αυτό ήταν η μικρή υποτίμηση κατά 1,9% του γουάν τον Αύγουστο από τη Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας (PBOC) και η εισαγωγή ενός συστήματος καθορισμού της ισοτιμίας του γουάν, περισσότερο προσανατολισμένου στις αγορές.

Αν και η κίνηση αυτή φάνηκε εκ πρώτης όψεως ανταγωνιστική προς στήριξη των κινεζικών εξαγωγών, αποτέλεσε ουσιαστικά μία «επανασύνδεση» του κινεζικού νομίσματος, πιο κοντά στις επιδιώξεις του Πεκίνου, με τις οποίες οι Ευρωπαίοι προσπαθούν συγχρονιστούν.

Το εκκρεμές του Φουκώ

Όλα ξεκινούν από την απόφαση που πήρε πριν από τέσσερα χρόνια η -θορυβημένη από τη δυτική κατάρρευση- κινεζική ηγεσία, να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο μετάβασης της οικονομίας από τις από τις εξαγωγές και τις επενδύσεις προς την εγχώρια κατανάλωση, καλύπτοντας σε πρώτο χρόνο το κενό από την εξωτερική ζήτηση, βλέποντας σε δεύτερο ότι έχουν εξαντληθεί τα ιστορικά περιθώρια της βασισμένης στο χρέος ανάπτυξης.

Το ερώτημα που τέθηκε, εν μέσω παγκόσμιας στασιμότητας, ήταν αν η ελεγχόμενη αποθέρμανση της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου θα οδηγούσε σε απότομη προσγείωση.

Εν μέσω αυξημένης αβεβαιότητας για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας και έξαρσης των γεωπολιτικών κινδύνων, κάθε αρνητική είδηση για τους κινεζικούς ρυθμούς ανάπτυξης προκαλούσε ρίγη στους επενδυτές που άρχισαν να αποσύρουν τα κεφάλαιά τους, επιστρέφοντας στην ασφάλεια της Δύσης.

Αναζητώντας πολιτική ταυτότητα στην διάδοχη κατάσταση της κρίσης, ΗΠΑ και Ευρώπη είχαν ήδη μπει σε αντίθετες πορείες. Ανάπτυξη και σταδιακή αποχώρηση από την επεκτατική νομισματική πολιτική στην αριστερή πλευρά του Ατλαντικού, αποπληθωρισμός και έναρξη ποσοτικής χαλάρωσης στη δεξιά. Το δολάριο ενισχύθηκε και έγινε μαγνήτης κεφαλαίων, το ευρώ αποδυναμώθηκε και ευνόησε τις εξαγωγές.

Το ράλι του δολαρίου συμπαρέσυρε ακόμα περισσότερο προς τα πάνω το γουάν, το οποίο είναι ελαφρώς συνδεδεμένο με το αμερικανικό νόμισμα, και τα τελευταία χρόνια ακολουθεί αργά και σταθερά ανοδική πορεία. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η υπερτίμηση του γουάν συμβάδιζε με τη στρατηγική επιδίωξη του Πεκίνου για τόνωση της εσωτερικής ζήτησης. Την ίδια στιγμή εξανάγκαζε κινεζικές επιχειρήσεις, που προηγουμένως βασίζονταν στον φθηνό δανεισμό, να μεταρρυθμιστούν ή να κλείσουν, καθώς το ισχυρότερο γουάν απέτρεπε την εύκολη απορρόφηση της πλεονάζουσας παραγωγής στο εξωτερικό· εκτός κι αν συγκαταλέγονταν σ’ αυτές που επιδοτούνταν από το κράτος ως στρατηγικής σημασίας.

Προσπαθώντας να μανουβράρει την κατάσταση, το Πεκίνο υιοθέτησε επεκτατική νομισματική πολιτική το 2014. Κι ενώ είχε ήδη μπει σε ξεκαθάρισμα λογαριασμών με το σκιώδες τραπεζικό σύστημα της χώρας και τη διαφθορά στις καταχρεωμένες περιφέρειες –πάντα στο πλαίσιο των διακηρυγμένων μεταρρυθμίσεων-, αποφάσισε να βάλει κάποια στιγμή τις μάζες των μικρομεσαίων στο χρηματιστηριακό παιχνίδι.

Από τον Ιούνιο και μετά, με τα κινεζικά χρηματιστήρια σε ελεύθερη πτώση, οι εκροές κεφαλαίων άρχισαν να πιέζουν προς την αντίθετη κατεύθυνση, εξαναγκάζοντας την κεντρική τράπεζα να πουλά μαζικά δολάρια από τα συναλλαγματικά της διαθέσιμα για να στηρίξει το κινεζικό νόμισμα απέναντι σε πληθωριστικές πιέσεις.

Την ίδια στιγμή, το διεθνές εμπόριο της Κίνας φάνηκε να κλυδωνίζεται. Η υποτίμηση του γουάν -το οποίο ειρήσθω εν παρόδω η Ουάσιγκτον θεωρεί πως έχει κι άλλα περιθώρια ανατίμησης- θα ήταν αναγκαία συνθήκη προστασίας των εξαγωγών, αλλά όχι ικανή με δεδομένη την παγκόσμια υποχώρηση της ζήτησης.

Κάπως έτσι, η Κίνα βρίσκεται ενώπιον ενός Γόρδιου Δεσμού. Αναζητώντας την άκρη του νήματος, το Πεκίνο επιχειρεί τα τελευταία χρόνια να διεθνοποιήσει το εθνικό νόμισμα της χώρας· επισήμως, ρενμινμπί.

Το παγκόσμιο καλάθι των ισχυρών

Η κινεζική ηγεσία επιθυμεί διακαώς να συμπεριληφθεί το ρενμπινμπί στα ειδικά τραβηχτικά δικαιώματα του ΔΝΤ, μαζί με το δολάριο, τη στερλίνα, το ευρώ και το γεν, αμφισβητώντας τη διεθνή κυριαρχία του αμερικανικού νομίσματος στο παγκόσμιο εμπόριο.

Στην απέλπιδα προσπάθεια των στάσιμων οικονομιών σε Ανατολή και Δύση να αποκτήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, υποτιμώντας τα νομίσματά τους. Μπορεί να έχουν ενταθεί τα τελευταία χρόνια οι νομισματικοί πόλεμοι, όμως ο δρόμος προς την Ουάσιγκτον για το ρενμινμπί περνά μέσα από την ισχυροποίηση του προφίλ του.

Tο ΔΝΤ υποδέχτηκε θετικά τη διολίσθηση του γουάν τον Αύγουστο, βλέποντας νέες ευκαιρίες με τα μάτια τεχνοκράτη του 21ου αιώνα, αυτό που αλλού ειδώθηκε με τα μάτια αποικιοκράτη του 19ου· ως κήρυξη πολέμου

Στο βαθμό που αυτό αφορά την ισοτιμία του, η κινεζική κυβέρνηση ευνοεί την όποια ανατίμηση του εθνικού νομίσματος, αρκεί αυτή να είναι σταδιακή και ελεγχόμενη, ώστε να μην πληγούν οι κινεζικές εξαγωγές.

Για να μπει σε αυτό το προνομιακό καλάθι αποθεματικών νομισμάτων, το ΔΝΤ απαιτεί βάσει καταστατικού την ελεύθερη διακύμανση του ρενμινμπί στις αγορές και την καταγραφή της αξίας των κινεζικών εξαγωγών στις κορυφαίες παγκοσμίως των τελευταίων πέντε ετών.

Με τον δεύτερο όρο να αποτελεί εύκολο στόχο, η κινεζική ηγεσία επικεντρώθηκε στον όρο του ελεύθερα μετατρέψιμου νομίσματος. Για την ιστορία, το ΔΝΤ υποδέχτηκε θετικά την είδηση της 12ης Αυγούστου, βλέποντας με τα μάτια τεχνοκράτη του 21ου αιώνα (νέες ευκαιρίες) αυτό που αλλού ειδώθηκε με τα μάτια αποικιοκράτη του 19ου (νέες μάχες).

Ο βρετανικός τρόπος

Η ιστορία λέει πως τον Ιούνιο του 2014 ξεκίνησαν απευθείας συναλλαγματικές πράξεις μεταξύ γουάν και λίρας, με την εγκατάσταση στο Λονδίνο εκκαθαριστηρίου, όπου η μετατροπή ανάμεσα στα δύο νομίσματα δεν θα περιλάμβανε το ως ενδιάμεσο.

Την περασμένη εβδομάδα, η PBOC πραγματοποίησε την πρώτη πώληση κρατικού χρέους σε γουάν εκτός συνόρων, εκδίδοντας βραχυπρόθεσμα ομόλογα. Η θεαματική αυτή είσοδος στον κόσμο του Σίτι συνέπεσε με την υποδοχή του Κινέζου προέδρου στον κόσμο του Westminster.

Η βρετανική κυβέρνηση έκανε άλλο ένα βήμα για την καθιέρωση του Λονδίνου ως υπερπόντιου κόμβου συναλλαγών σε γουάν. Αντίστοιχα, η κινεζική έκανε το δικό της προς την καθιέρωση του ρενμπινμπί σε διεθνές μέσο πληρωμών και επενδυτικό εργαλείο, διευρύνοντας τη χρήση του στις παγκόσμιες χρηματοοικονομικές συναλλαγές με τους εμπορικούς της εταίρους. Κανείς δεν έπεσε.

Στις 25 Οκτωβρίου, το Reuters μετέδωσε ότι, εν όψει της τελικής απόφασης του ΔΝΤ τον Νοέμβριο, υπάρχει θετική εισήγηση για το κινεζικό αίτημα. Αν, τελικά, αυτό πραγματοποιηθεί, θα ισοδυναμεί με σεισμό. Πολλοί θα πέσουν.

Η λεπτή κόκκινη γραμμή της Κίνας

Διεθνοποιώντας το ρενμινμπί, το Πεκίνο περιορίζει τις παρενέργειες από το δολάριο και τους συναλλαγματικούς κινδύνους, επιτρέποντας στους Κινέζους εξαγωγείς -που μετατρέπουν τα δολάρια τα οποία εισπράττουν για τα προϊόντα τους σε γουάν-, να πληρώνονται με το εθνικό τους νόμισμα και να διατηρούν τον έλεγχο επί των τιμών και των κερδών τους.

Μια τέτοια εξέλιξη δίνει τη θεωρητική δυνατότητα στην Κίνα να εισάγει παγκόσμια πλεονάσματα για να χρηματοδοτήσει το χρέος της, εξάγοντας ταυτόχρονα μέρος των αντιπληθωριστικών πιέσεων από το αρνητικό ρεκόρ εξαετίας στις τιμές παραγωγού και την κατακρήμνιση των παγκόσμιων τιμών των πρώτων υλών· που ανάμεσα σε άλλα έχει γονατίσει τη βρετανική χαλυβουργία, η οποία εξαφανίζεται από τους επιδοτούμενους κινέζους εξαγωγείς.

Τέλος, επιτρέπει στην κινεζική κυβέρνηση να ελιχθεί πολιτικά. Η διολίσθηση του Αυγούστου φάνηκε να συμπλέει με τις προσδοκίες των αγορών. Αν εξελιχθεί στο εγγύς μέλλον σε ανταγωνιστική υποτίμηση, προκαλώντας την οργή των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στη ΝΑ Ασία, το Πεκίνο επικαλεστεί τους νόμους της ελεύθερης αγοράς.

Εκ των πραγμάτων, οι κινεζικές αρχές θα πρέπει να κρατήσουν τόσο χαμηλά το γουάν ώστε να μην πληγεί το εξωτερικό εμπόριο της χώρας και τόσο ψηλά ώστε να μην πληγεί η αγοραστική δύναμη των Κινέζων και το σχέδιο ενίσχυσης της εγχώριας κατανάλωσης. Ταυτόχρονα, θα πρέπει σ’ αυτήν την ισορροπία να έχουν λόγο οι αγορές, προϋπόθεση για να ανοίξουν οι high-end δουλειές στη Δύση.

Το όλο παιχνίδι για τους Κινέζους, μέσα από την επίτευξη μιας ελεγχόμενης κυμαινόμενης ισοτιμίας του γουάν, της ελεγχόμενης αποθέρμανσης της οικονομίας με ταυτόχρονη απόμοχλευση του τραπεζικού της συστήματος και απόδοση μεγαλύτερου ρόλου στις αγορές για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων στους μη κορεσμένους κλάδους υπηρεσιών και τεχνολογίας, είναι η διατήρηση της ισορροπίας ισορροπίας μέχρι να πραγματοποιηθεί η πλήρης στροφή: να αντέξουν οι εξαγωγές της μέχρι να θωρακιστεί το γουάν και ο Κινέζος καταναλωτής να πάρει τα (δάνεια) πάνω του, όσο στο ενδιάμεσο αποφεύγεται η ευθεία (γεωπολιτική) αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ και συνεχίζεται η μαθητεία στις διεθνείς αγορές με την ευγενική συνδρομή των Βρετανών.

Σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, ο Σι Ζινπινγκ (Xi Jinping) έλεγε προσφάτως τα εξής στο Reuters (17/10/2015):

«Η κινεζική κυβέρνηση υποστηρίζει την παγκοσμιοποίηση των κινεζικών επιχειρήσεων. Αλλά, πιστεύουμε ότι αυτή η διαδικασία θα πρέπει να είναι προσανατολισμένη στις αγορές, με τις επιχειρήσεις να ηγούνται τις προσπάθειας. Ο ρόλος της κινεζικής κυβέρνησης είναι να δημιουργήσει και να διασφαλίσει ένα ευνοϊκό πολιτικό περιβάλλον και ένα δίκαιο νομικό πλαίσιο για τις κινεζικές επιχειρήσεις. Αυτό κάνουν όλες οι κυβερνήσεις και νομίζω ότι οι δυτικές κυβερνήσεις το κάνουν καλύτερα από εμάς. Ακόμα και σε συνθήκες ελεύθερης αγοράς, οι χώρες υποστηρίζουν την μεγέθυνση των επιχειρήσεών τους με διάφορους τρόπους και τέτοια μέτρα δεν θα πρέπει να κατηγοριοποιούνται ως κρατικές επιδοτήσεις. Το κινεζικό σύστημα είναι διαφορετικό από αυτό των δυτικών χωρών. Για ιστορικούς λόγους, οι κινεζικές επιχειρήσεις επιτελούν πολλές κοινωνικές λειτουργίες, οι οποίες είναι δύσκολο να αποτιμηθούν με μια απλή αριθμητική φόρμουλα».

Ο Κινέζος πρόεδρος δεν άφησε περιθώριο παρερμηνειών για την λεπτή κόκκινη γραμμή της κινεζικής οικονομίας: «Θα βελτιώσουμε τη διαχείριση κινδύνου, θα σταθεροποιήσουμε τις προσδοκίες των αγορών και θα διευκολύνουμε τα ιδιωτικά κεφάλαια στο χρηματοπιστωτικό σύστημα για την καλύτερη στήριξη της πραγματικής οικονομίας».

Την περασμένη εβδομάδα ο Ντέιβιντ Κάμερον έπαιξε όλα τα καλά βρετανικά χαρτιά. Δεν έχουν όλοι στο προσωπικό τους άλμπουμ φωτογραφία να πίνουν pints από κοινού με τον Πρόεδρο της Κίνας.

Είναι τώρα σειρά της κουστωδίας Μέρκελ, Μίλερ και λοιπών να παίξουν το καλό χαρτί τους. Σε μια εποχή τεκτονικών αλλαγών σε παγκόσμιο επίπεδο, για τις οποίες κανείς δεν είναι σε θέση να προβλέψει ποιος θα χάσει πρώτος την ισορροπία του, είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι η Γερμανία θέλει απλώς να πουλήσει τα αυτοκίνητά της.

Εξάλλου, ποιος ο λόγος για την Κίνα να μετατραπεί σε έναν μεγάλο ευρωπαϊκό Νότο όταν έχει βάλει πλώρη για να γίνει η επόμενη Αμερική;

ΜΗΝ ΤΑ ΧΑΣΕΤΕ





ΔΗΜΟΦΙΛΗ